Δεν τραγουδούν σε όλη την Ελλάδα τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς που γνωρίζεις!

Μια μουσική περιπλάνηση στις ευχές και τα καλωσορίσματα του νέου χρόνου κάθε ελληνικής περιοχής βασισμένη στο αρχείο της Δόμνας Σαμίου.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς

Καλωσορίστε τον νέο χρόνο με τις πιο όμορφες μελωδίες της ελληνικής ψυχής! Τα Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα είναι ο παλμός της γιορτής. Από τα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου μέχρι τα νησιά του Αιγαίου, κάθε τόπος έχει τη δική του φωνή.

Στην πλατφόρμα Ελληνικά Κάλαντα σας περιμένει ένας ολόκληρος μουσικός χάρτης της Ελλάδας, φτιαγμένος με βάση το ανεκτίμητο Αρχείο της Δόμνας Σαμίου. 57 μοναδικά κάλαντα του Δωδεκαημέρου, ηχογραφημένα από ανθρώπους που τα κουβαλούσαν στην καρδιά τους ολόκληρες γενιές. 

Δεν είναι απλώς ένα αρχείο· είναι ζωντανή παράδοση που ξεκινά από το παρελθόν και ηχεί ακόμα σήμερα στα σοκάκια, στις πλατείες, στα σπίτια μας κάθε Πρωτοχρονιά. Ανοίξτε λοιπόν τα αυτιά και την καρδιά σας, πάμε να ξεκινήσουμε μια μουσική περιήγηση στις παραδόσεις μας, όπως διασώθηκαν μέσα στον χρόνο και συνεχίζουν να τραγουδιούνται μέχρι σήμερα.

Σούρβα, σούρβα (Θράκης)

Σούρβα, σούρβα, γιρό κουρμί,

γιρό κουρμί, γιρό σταυρί,

σαν ασήμι, σαν κρανιά

κι του χρόν' ούλ' γιροί,

ούλ' γιροί, καλόκαρδοι.

Σούρβα, σούρβα, γεια χαρά,

γιά σταφίδις γιά παρά

γιά καρύδις γιά μπαντέμια

γιά ένα ξυλουκέρατου.

Π' αυγινικό κι αν βγήκαμι (Θράκης)

Π’ αυγινικό κι αν βγήκαμι, σ’ αρχουντικό θα πάμι

να πούμι στουν αφέντη μας τουν πουλυχρουνιμένου,

που ’χει τα σπίτια τα ψηλά μι τα ψηλά παρμάκια,

απού ’χει τις τρανές αυλές, τις μαρμαρουστρουμένις.

Άνοιξι, πόρτα μ’, άνοιξι, άνοιξι κα-να-ρένια,

έχου δυο λόγια να σι πω κι κείνα ζαχαρένια.

Άγιους Βασίλης έρχιτι απού την Κισαρεία,

βαστάει πένα κι χαρτί, χαρτί κι καλαμάρι.

"Βασίλη μ’, πούθι έρχισι κι απούθι κατιβαίνεις;"

"Από τη μάνα μ’ έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω".

"Κάτσι να φας, κάτσι να πιεις, κάτσι να τραγουδήσεις".

"Εγώ τραγούδια δεν ξέρω, ξέρω την αλφαβήτα".

Την πατιρίτσ’ ακούμπησι κι απόλυκι κλουνάρια,

κλουνάρια, χρυσουκλώναρα κι φύλλ’ απού τα δέντρα.

Σ’ αυτό του σπίτι τ’ αψηλό πέτρα να μη ραγίσει

κι ου νοικουκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει.

Εσφάξαμι τουν πιτεινό κι αφήσαμι την κότα,

δώσ’ μας, κυρά μας, του μπαξίσ’ να πάμι σ’ άλλη πόρτα.

Άντι κι του χρόν’!

Άνοιξε, πόρτα μ’, άνοιξε (Χίου)

 Άνοιξε, πόρτα μ', άνοιξε, χρυσοπερατωμένη,

που σε χρυσοπεράτωσε πέρδικα πλουμισμένη.

Την καλησπέρα σου ’φερα κι έβγα να τήνε πάρεις,

με ρόδα, με τριαντάφυλλα έλα να τήνε ράνεις.

Σ' αυτό το σπίτι που ’ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει!

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά (Τσεσμές Μικράς Ασίας)

 Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή, λιγνή μου λεμονιά

κι αρχικαλός μας χρόνος, εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.

Άγιος Βασίλης έρχεται, άρχοντες το(ν) κατέχεται

κι από πού κατεβαίνει και δε μας (ε)συντυχαίνει;

Βασίλη μ’, πόθεν έρχεσαι και δε μας καταδέχεσαι

κι από την Καισαρεία, συ ’σ’ αρχόντισσα κυρία.

Από της μάνας μ’ έρχομαι κι εγώ σας καταδέχομαι

και στο σχολειό μου πάγω, δε μου λέτε τι να κάνω.

Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις, κάτσε τον πόνο σου να ειπείς,

κάτσε να τραγουδήσεις και να μας καλοκαρδίσεις.

Αφού (ν)ηξεύρεις γράμματα, πόσες φορές με κλάματα

πες μας την αλφαβήτα, πώς επέρασες τη νύχτα.

Ξερό ραβδί, χλωρό ραβδί, πότε στην πόρτα της να βγει

χλωρούς βλαστούς επέτα, ροδοκόκκινη διολέτα.

Και πάνω στα βλαστάρια της και στα περικλωνάρια της

βρύσες ηκυματούσα(ν), τζόγια μου κι ας σε ξυπνούσα.

Σ’ αυτά τα σπίτια που ’ρταμε, τα ράφια είν’ ασημένια,

του χρόνου σαν ξανάρτομε, να ’ναι μαλαματένια.

Για σφάξετε τον πετεινό, σφάξετε και την κότα,

δώστε κι εμάς τον κόπο μας, να πάμε σ’ άλλη πόρτα.

Πολλά ’παμε, πολλά ’παμε και δε μας ηκεράσατε

κι ακόμα θε να πούμε, βάλε μας ρακί να πιούμε.

Και του χρόνου, νοικοκυρά και νοικοκύρη, χρόνια πολλά!

Βασίλης βόσκει πρόβατα (Μελί Ερυθραίας Μικράς Ασίας)

Βασίλης βόσκει πρόβατα, Βασίλης βόσκει γίδια

στο ’να μαντρί τυροκομά, στ’ άλλο στερφοχωρίζει,

στ’ άλλο κινεί τον τσίρο 1  του, να μην πνιγούν τ’ αρνιά του.

Κλέφτες τον απαντήσανε, σαράντα σαϊμτζήδες. 

 "Βασίλη, δέσε τα σκυλιά να μη μας χαραμίσουν".

"Πώς να τα δέσω τα σκυλιά, που είστε χαραμτζήδες

και μένα θα σκοτώσετε να πάρετε τα γίδια".

"Στην πίστη μας, στο λόγο μας, Βασίλη, στ’ άρματά μας".

Πιάνει και δένει τα σκυλιά με δεκαοκτώ αλυσίδες,

δένει τη σκύλα την κακιά και την ανθρωποφάγα

και το τρεμηλοκούλουκο με δεκαοχτώ αλυσίδες,

παίρνει και πά’ και δένει τα σ’ ένα ξερό πηγάδι.

Οι κλέφτες τον συλλάβανε, πισθάγκωνα τον δένουν.

"Βασίλη, πού ’ναι τα χρυσά και πού ’ναι τα φλουριά σου;"

"Τα πρόβατα, τα κτήματα, τα γίδια, τα φλουριά μου

περικαλώ σας, βρε παιδιά, περικαλιά μεγάλη,

για λύστε μου το χέρι μου να παίξω το παγιαύλι,

ν' αφήκω γεια στα πρόβατα και γεια εις τα καλά μου

και γεροσύνη και χαρά ν’ αφήκω στα παιδιά μου".

Και το παγιαύλι ήλεγε ανθρώπινη μιλίτσα.

"Για λύσου, σκύλα τζουβεργκιά,  και συ ανθρωποφάγα

και συ, τρεμηλοκούλουκο, σπάσε τις αλυσίδες".

Και λύσαν όλα τα σκυλιά και τους εχαραμίσαν.

Άγιος Βασίλης έρκεται (Φούρνων Ικαρίας)

Άγιος Βασίλης έρκεται ’πό πίσω απ' το Καμάρι

βαστάει μυτζήθρες και τυριά, βαστάει κι ένα γκυνάρι. 

Βάρτε μας κρασί να πιούμε

και του χρόνου να σας πούμε!

Κι αν έχεις κόρη όμορφη, βάρ’ τηνε στο ζιμπίλι 

και κρέμασέ τηνε ψηλά να μη στη φάν' οι ψύλλοι.

Βάρτε μας κρασί να πιούμε

και του χρόνου να σας πούμε!

Εμείς εδώ δεν ήρταμε να φάμε και να πιούμε,

μόν' έχεις κόρη όμορφη κι ήρταμε να τη δούμε.

Βάρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να σας πούμε!

Σ' αυτό το σπίτι που ’ρταμε, τα ράφια είν’ ασημένια,

του χρόνου σαν και σήμερα να ’ναι μαλαματένια!

Πάλιν ακούσετ' άρχοντες (Αστυπάλαιας)

Πάλιν ακούσετ’, άρχοντες, πάλι να σας ειπώμεν

ότι και αύριον εστί ανάγκη να χαρώμεν

και να πανηγυρίσωμεν περιτομήν Κυρίου

και εορτήν χαρμόσυνον Μεγάλου Βασιλείου.

Ανοίξατέ μας, άρχοντες, διά να μας δεχθείτε

και τα ξενιτεμένα σας ευχόμαστε να δείτε.

Γλυκιά φωνή να έχετε μέσα στο νέο χρόνο,

να τον δεχθείτε σπίτι σας, χωρίς καημό και πόνο.

Αν έχεις κόρη όμορφη, βάλτε την να κεράσει,

να της φχηστούμε με καλό να ζήσει, να γεράσει.

Αρχιμενιά κι αρχιχρονιά (Νάξου)

 Αρχιμενιά κι αρχιχρονιά κι αρχή του Γεναρίου

κι αρχή που βγήκεν ο Χριστός στη γη να περπατήξει

και βγήκε και χαιρέτηξε όλοι τσι ζευγολάτες.

 "Καλώς τα κάνετε, γιωργοί, καλώς τα πολεμάτε,

τα χίλια σας να ’ν’ εκατό και τα ’κατό σας χίλια

και τ’ αποκοσκινίδια σας αμέτρητα λοάρι!"

Σήκω κι άνοιξε την πόρτα, που ’ρθα να στα πω σαν πρώτα.

Σήκωσ’ απάνω κι άνοιξε την πόρτα την καρένια, 

του χρόνου που θε να ’ρθομε, να ’ναι μαλαματένια.

Άνοιξέ μας γιατί βρέχει, παρεξήγηση δεν έχει.

Ακόμα δεν τον ηύρηκες το μάνταλο ν’ ανοίξεις,

να μας εδώσεις τα λεφτά κι ύστερα να σφαλήξεις.

Σήκω κι άνοιξε την πόρτα, που ’ρθα να στα πω σαν πρώτα.

Ανοίξετε την πόρτα σας (Κρήτης)

Ανοίξετε την πόρτα σας, τα κάλαντα να πούμε

και βάλετε και μια ρακή για να σας ευχηθούμε.

Ταχιά-ταχιά ’ν’ αρχιμηνιά, πρώτη γιορτή του χρόνου,

αρχή που βγήκεν ο Χριστός στη γης να περπατήξει

και βγήκεν και χαιρέτηξε ούλους τσι ζευγολάτες

κι ο πρώτος που χαιρέτηξε ήταν Άγιος Βασίλης.

"Καλώς τα πας, Βασίλειε, καλόν ζευγάριν έχεις".

"Καλόν το λες, Αφέντη μου, καλόν κι ευλογημένον,

η Χάρη Σου το βλόγησε με το δεξί Τζη χέρι,

με το δεξί, με το ζερβί, με το μαλαματένιο".

 "Πες μας, να ζεις, Βασίλειε, πόσα μουζούρια σπέρνεις;"

"Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε,

ταγή και ρόβι δεκοχτώ κι από νωρίς στο στάβλο".

Φέρε καρύδια, κάστανα, πανέρια μοσχοκάρυα

και φέρε και γλυκό κρασί να πιουν τα παλληκάρια.

Κι από τη μαύρη όρνιθα κανένα αβγουλάκι

κι αν είν’ κι από τη γαλανή, ας είν’ και ζευγαράκι.

Κι από το λαδοπίθαρο τσιαμιά οκά λαδάκι

κι αν είν’ και περισσότερο, κρατούμ’ εμείς τ’ ασκάκι.

Τέσσερα-πέντε γράμματα που τα ’χ’ η περιστέρα,

ανοίξετε την πόρτα σας να πούμε καλησπέρα.

Αρχιμενιά κι αρχιχρονιά & παινέματα (Άγιος Γεώργιος Λασιθίου)

Αρχιμενιά κι αρχιχρονιά κι αρχικαλός μας χρόνος!

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,

βαστάει εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι,

το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε.

-------------Παινέματα για τον αφέντη

Μα σένα, αφέντη, πρέπει σου καρέκλα καρυδένια,

για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια.

Και πάλι ξαναπρέπει σου τρικούβερτο καράβι,

να ’ναι η πλώρη μάλαμα κι η πρύμνη του λουβάρι 

και τα πανιά και τα σκοινιά να ’ναι μαργαριτάρι.

-----------Παινέματα για την κυρά

Επόπαμε  τ’ αφέντη σας, να πούμε τση κεράς σας.

Κερά ψηλή, κερά λιγνή και καστανομαλλούσα,

π’ όταν σ’ εγέννα η μάνα σου, όλα τα δέντρ’ ανθούσαν

κι όταν σε κοιλοπόνησε, ήτανε μέρα σκόλη

και δώκανέ σου την ευχή οι δώδεκ’ Αποστόλοι.

Αρχιμηνιά, Πρωτοχρονιά (Ηπείρου)

Αρχιμηνιά, Πρωτοχρονιά, πρώτη του Γεναρίου,

που είναι του Χριστού γιορτή και του Αϊ-Βασιλείου.

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,

βαστάει πένα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι,

το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε.

"Βασίλη, πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;"

"Από τη μάνα μ' έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω".

"Βασίλη, ξέρεις γράμματα, πες μας την αλφαβήτα".

Και στο ραβδί τ’ ακούμπησε να πει την αλφαβήτα

και το ραβδί τ’ εβλάστησε και έβγαλε κλωνάρια

και πάνω στα κλωνάρια του πέρδικες κελαηδούσαν.

Άγιος Βασίλης έρχεται (Γιάλοβας Προποντίδας)

Άγιος Βασίλης έρχεται, Γινάρης ξημερώνει.

"Βασίλη μ', πούθεν έρχεσαι κι απούθε κατεβαίνεις;"

"Από τη μάνα μ’ έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω,

να πά’ να μάθω γράμματα, να πω την αλφαβήτα.

Και στο ραβδί π’ ακούμπησα, χλωρά χορτάρια

βγάζει κι απ’ κάτ’ τα χλωροβλάσταρα, περδίκια φωλιασμένα,

δεν είν’ περδίκια μοναχά, ήταν και περιστέρια.

Τα περιστέρια πέταξαν, πάνε στην κρύα βρύση,

παίρνουν νερό στα νύχια τους και χιόνι στα φτερά τους,

να λούσουν τον αφέντη τους, ν’ αγιάσουν την κυρά τους".

Και εις έτη πολλά!

Εις αυτό το νέον έτος (Δυτικής Μ. Ασίας)

Εις αυτό το νέον έτος, εις την πρώτη του μηνός,

ήρθα να σας χαιρετήσω, δούλος σας ο ταπεινός.

Ο Βασίλειος ο Μέγας είναι πάντα θαυμαστός

και στην οικογένειά σας να ’ναι πάντα βοηθός.

Τα παιδιά σας στο σχολείο να τα στέλνετε συχνά,

να μαθαίνουν ιστορίες, της Ελλάδος τα καλά.

Έχω κι άλλα να σας πω, μα δεν έχω πια καιρό,

σας αφήνω καληνύχτα κι αύριο με το καλό.

Και του χρόνου!

Αρχή κάλαντα (Πόντου)

Αρχικάλαντα κι αρχή του χρόνου,

πάντα κάλαντα, πάντα του χρόνου!

Αρχή μήλον έν’ κι αρχή κυδών’ έν’,

αρχή βάλσαμον, το μυριγμένον.

Π’ εμυρίστεν ατ’ ο κόσμον ούλεν,

εμυρίστεν ατ’ κι ο βασιλέας,

για μυρίστεν ατ’ και συ, αφέντα,

συ αφέντα, καλέ μ’ αφέντα.

Έρθεν τη Χριστού τα παλληκάρια,

φέρον ούβας και λεφτοκάρυα.

Εσύ σο ταρέζ’ κι εγώ σην πόρταν,

φέρον το φετίρ, θέλω να πάω.

Άρχην, άρχην τα κάλαντα (Φλογητά Καππαδοκίας)

Άρχην, άρχην τα κάλαντα κι άρχην καλά χρόνια,

τα πουλιά λαλούν και χερολόνια πάλι κράζ’νε.

Άγιον Βασίλειον καλόν ζευγάρι λάμνει,

καλόν έν’, αφέντη, καλόν κι ευλο(γ)ημένον.

Έχει και τα βόδια του, παράδεισου πουλίτσι,

έχει και το τσίφτση του, πανώριον παλληκάρι.

Έχει και τ’ αλέτιρι τ’ σ’ άγχου βουτημένο,

έχει και το γύνι του σ’ ασήμι κονωμένο,

έχει και το βέρκενι τ’ κυπριγιού καλέμι,

έχει και τα ζεύγολα τ’ κλωστιά μαργαριτάρια,

έχει και τα ζεύγολα τ’ ξανά κλωστιά μετάξια.

Καλόν έν’, αφέντη, καλόν κι ευλο(γ)ημένον.

Σον ξερόν τον πέτρα έσπειρα πολύ φακουδίτσι,

δώκεν ο Θεός κι εγένεν, εγένεν παρουρίτσι.

Ήρτεν ’να πουλίτσι, το κατσάκωσα το κ(ου)ίτσι,

ήρτεν μαυρομάνα, κλαίγ’ και καμμουρίτσει,

ήρτεν μαυροκάκα, κλαίγ’ και καμμουρίτσει.

Άκου τα, μανίτσα μ’, αν κείσαι κι αν κοιμάσαι,

άρι το καλέρι σου και σέβα στο κελάρι,

σέβα στο κελάρι σ’ και φώτ’σε το φενέρι

σ’ φώτ’σε το φενέρ μας κι όλην τη γενιά μας,

φώτ’σε το φενέρ μας κι ας ’σαι φωτιστέος.

Τυφλός πτωχός εκάθητο (Σινασού Καππαδοκίας)

Τυφλός, πτωχός εκάθητο σ’ ενός σπιτιού την πόρτα,

δισένδυτος, τρισένδυτος και πάλι κρυωμένος.

Ήταν η λύρα του παλιά και κείνη τσακισμένη

και η φωνή του άχαρη και κείνη βραχνιασμένη,

που τραγουδούσε κι έλεγε, που τραγουδεί και λέει:

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχικαλός μας χρόνος!

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία

δίχως ραβδί, δίχως χαρτί, δίχως και καλαμάρι,

μόν’ έβγαλ’ απ’ τον κόρφο του κλειδί μαλαματένιο.

"Πόρτ’ ασημένια, άνοιξε να μπει καινούργιος χρόνος".

Και μες στα ξημερώματα ξεκίνησε να πάει στην εκκλησιά,

στη λειτουργιά και μες στο Άγιο Βήμα.

Τον πήρανε κατόπι του παιδιά, γυναίκες, άντροι,

για να τους πει τα κάλαντα ή καν την αλφαβήτα.

Μηδέ τα κάλαντα ’λεγε μηδέ την αλφαβήτα,

μόν’ έτρεχαν τα μάτια του σαν ποταμός, σαν βρύση

και μούσκευαν τα γένια του και το χρυσό φελόνι. 

"Τι έχεις, άγιε δάσκαλε, κι είσαι κατσουφιασμένος;

Να μη σου χάθη ο σταυρός, μήπως και το βαγγέλιο;"

"Μήδ’ ο σταυρός μου χάθηκε μηδέ και το βαγγέλιο,

μόν’ η αγάπη χάθηκε" κι ο άγιος εσηκώθη.

Ανέβη στα ουράνια μαζί με τους αγγέλους,

να ψάλλουν την παράκληση, να ψάλλουν μεσιτεία,

να τους ακούσει ο Θεός, χαρά χαρών χαρείτε.

Χαρείτε πλούσιοι και φτωχοί, χαρείτε νέοι, γέροι,

χαρείτε μάνες και παιδιά, που ’ρθε καλός μας χρόνος.

Να δούμε μέρες αγαθές και μέρες ευτυχίας,

για να φτηνέψει το κρασί και ποταμός το λάδι,

να βρέξει χιόνι ζάχαρη και η βροχή σαν μέλι

και τα βουνά πιλάφια ’ναι, να τρών’ οι πεινασμένοι,

τα μήλα και τα κάστανα στους δρόμους να κυλιένται

και τα παιδιά να παίζουνε το πορτοκάλι τόπι.

Τότες κι εγώ τη λύρα μου με τρες να στεφανώσω,

αν με ακούσει ο Θεός και δε με πάρει ο Χάρος,

θα ψάλλω με καλή καρδιά τα κάλαντα του χρόνου.

Κι ο χρόνος καλορίζικος σας εύχομαι, κυράδες,

δώστε και μας το ψαλτικό, μια πίτα με παράδες.

Παράδες ποιος τις έχασε και πίτα ποιος θα ψήσει

και το τραγούδι πόψαλλες Θεός να σ’ ελεήσει.

Άστρον ανεφάνης, Βασίλειε (Φαράσων Καππαδοκίας)

Άστρον ανεφάνης, Βασίλειε, εν τη Καισαρεία μητρόπολη.
Βασίλειος ο Μέγας αρχιερεύς, όλον τούτον κόσμον εφώτισεν.
Ιουλιανός ο Παραβάτης θέλει να απέλθεις Καισάρεια.
Τρεις άρτους λαμβάνει στας χείρας του και συναπαντά τον τύραννον.
Όταν είδε τα δώρα σμικρότατα, άγριον εφτύσας ο τύραννος
χόρτον να στέργεις τον άγιον και καταλαμβάνει Καισάρεια.
Σύνοδον επήγεν ο άγιος, όρος του Διδύμου κατέλαβεν.
Εύρεν την αγνήν Θεομήτορα, μέσον του ναού εισερχόμενος.
Και ανακαλεί τον Μερκούριον, τον από ετών κατακείμενον.
Σύνοδον επήγεν Βασίλειος, τιμαλφή χρουσία συνέλεξεν
ίνα την οδόν η βουλίαν του, επιστρέφοντος κατακλίσομε.
Βασίλειε, λάβε τα αυτούσια χρήματα ημών και αργύρια.
Δος τω φυλαργύρω τω άρχοντι και σώσον ημάς και Καισάρεια.
Έχω να σε χαρίσω εχρούσια, έχω να σε χαρίσω αργύρια.
Μα εγώ τι θέλω τα χρούσια, μα τι ποιήσω τα αργύρια.
Δος ημίν τα φώτα τα κάλαντα, ίνα και ημείς αγαλλόμεθα.
Γράφει και διαβάζει ονόματα, όλων των πιστών ο Βασίλειος.

Επωδός

Άγιε Βασίλειε όσιε, φύλαξον και σώσον την ποίμνην σου.

Διαβάστε Επίσης


 

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Athinorama Plus

Τι είναι το 'Έτος Ανάγνωσης 2026' και τι θα μπορούσε να μάθει η Ελλάδα απ' αυτό

Η καμπάνια, που κάνει πρεμιέρα τη νέα χρονιά στο Ηνωμένο Βασίλειο, συσχετίζει το διάβασμα με αγαπημένες δραστηριότητες υπογραμμίζοντας ότι δεν αποτελεί αγγαρεία.

ΓΡΑΦΕΙ: ΣΕΒΗ ΣΑΛΑΓΙΑΝΝΗ
31/12/2025

Πρωτοχρονιά: Έτσι θα υποδεχθεί η Αθήνα το 2026

Αντίστροφη μέτρηση για την αλλαγή του χρόνου στην Aθήνα, η οποία θα κινηθεί σε εορταστικούς ρυθμούς με events για μικρούς και μεγάλους.

Τα έκτακτα μέτρα που λαμβάνει ο Δήμος Αθηναίων λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών τα προσεχή 24ωρα

Από σήμερα και μέχρι νεωτέρας ο Δήμος τίθεται σε επιφυλακή με σκοπό την προστασία των ευάλωτων συμπολιτών της πρωτεύουσας.

To Μουσείο Μπενάκη ταξιδεύει στην Ινδία

Στο Μουσείο Μπενάκη εγκαινιάζεται ένας πολιτιστικός διάλογος Ελλάδας-Ινδίας με πολιτισμικές παραδόσεις που γεφυρώνουν παρελθόν-παρόν.

Τι ετοιμάζει ο δήμος Αθηναίων για την αλλαγή της χρονιάς στην Πλατεία Συντάγματος

Την Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου, η καρδιά της πόλης χτυπά δυνατά στο Σύνταγμα, όπου αποχαιρετούμε το 2025 και υποδεχόμαστε το 2026 μαζί.

Μετράμε αντίστροφα για το νέο έτος στο ΚΠΙΣΝ

Ένα πρόγραμμα εκδηλώσεων για όλους σε περιμένει στο μητροπολιτικό πάρκο της Αθήνας, με οικοδεσπότη τον Ζερόμ Καλούτα.

Τα τρόλεϊ της Αθήνας, το φινάλε τους και μία πρόταση από τον Γιάννη Τσεκλένη

Με αφορμή τη σταδιακή κατάργηση των τρόλεϊ, κάνουμε μια βουτιά στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν ο Γιάννης Τσεκλένης ανέλαβε ένα έργο που έμελλε να αλλάξει το οπτικό τοπίο της Αθήνας: Τον σχεδιασμό όχι μόνο των τρόλεϊ, αλλά συνολικά των μέσων μαζικής μεταφοράς της πρωτεύουσας.