ΡΕΝΕΓΚΕΙΤΣ

ΡΕΝΕΓΚΕΙΤΣ

  • RENEGADES
  • 1989
  • Έγχρ.
  • 1

Ενας νεαρός αστυνομικός κι ένας Ινδιάνος αντιμετωπίζουν μια επικίνδυνη συμμορία, που έκλεψε ένα ιερό ινδιάνικο δόρυ.

Η γνώμη των κριτικών

Ακτσόγλου / Αθηνόραμα

1