banner
banner
banner

Το ελληνικό κρασί σήμερα

Διονύσης Κούκης Διονύσης Κούκης Αργύρης Τσακίρης Αργύρης Τσακίρης Κυριακή, 19 Μαρτίου 2006

Αμπελουργικές ζώνες-πυλώνες του ελληνικού κρασιού, τοπικές ποικιλίες που κερδίζουν έδαφος εντός και εκτός της εγχώριας αγοράς, νέες οινοπαραγωγοί περιοχές που μπαίνουν στο παιχνίδι με διεθνείς «ενισχύσεις», φιλόδοξοι Έλληνες παραγωγοί. Ο Διονύσης Κούκης κάνει το γύρο του ελληνικού αμπελώνα.

Κτήμα Γαία
Κτήμα Γαία

Νομίζω ότι συμβαίνει στους περισσότερους. Καθόμαστε σ’ ένα τραπέζι, ακόμα και σε αυτό μιας απλής ταβέρνας, σκεφτόμαστε τι θα φάμε και στη συνέχεια «ψαχνόμαστε» για ένα καλό κρασί. Μερικοί γιατί είμαστε φανατικοί της αρμονίας των γεύσεων, άλλοι ως οπαδοί της απόλυτης ποιότητας, ακόμα και όταν το φαγητό μας είναι απλώς μια ντοματοσαλάτα, κάποιοι άλλοι για να εντυπωσιάσουμε τον περίγυρό μας και να αποδείξουμε status… Όλοι μας όμως, ακόμα και μέσα από τα διαφορετικά κίνητρα που μας καθορίζουν, θεωρούμε ότι δικαιούμαστε να επιλέξουμε ένα καλό κρασί και να απολαύσουμε, με τη βοήθειά του, το φαγητό μας, την έξοδο ή την παρέα. Είναι πλέον κάτι το αυτονόητο, ένα είδος κεκτημένου, που οι ρίζες του, για τους πιο πολλούς, χάνονται στα βάθη της μνήμης. Έχουμε ήδη αφήσει πολύ πίσω μας τις «οξειδωμένες» εμπειρίες του παρελθόντος και τα μπουκάλια με περιεχόμενο που μετέτρεπε σε γευστική κόλαση ακόμα και το πιο νόστιμο πιάτο…

Το ελληνικό κρασί έχει πλέον ένα άλλο πρόσωπο να επιδείξει. Γοητευτικό, κατ’ αρχάς. Ερεθίζει τις αισθήσεις, φέρνει αρώματα και γεύσεις που οδηγούν σε συνειρμούς και ανοίγουν συζητήσεις. Μοντέρνο. Επίκαιρες τεχνολογίες, έμπειροι οινολόγοι και σωστή συντήρηση (όχι πάντα, δυστυχώς) βάζουν στο τραπέζι μας μπουκάλια με σύγχρονη εμφάνιση, γεμίζουν τα ποτήρια μας με κρυστάλλινη διαύγεια και ελκυστικά αρώματα, προστατεύουν τις αισθήσεις από την κακοποίηση. Πολυδυναμικό. Ο ελληνικός αμπελώνας έχει ήδη βγει από την αφάνεια της ανωνυμίας. Κάποτε μυρίζαμε τη μέντα και το τριαντάφυλλο στο πάλαι ποτέ «Κάβειρος» και το νοστιμευόμαστε. Ελάχιστοι όμως γνωρίζαμε ότι υπάρχει μια περιοχή που την έλεγαν Μαντινεία κι ένα σταφύλι που άκουγε στο όνομα Μοσχοφίλερο. Ξέραμε τη Νεμέα (από το χύμα κι από τις νταμιτζάνες στο σταθμό του τρένου στα Δερβενάκια), αλλά το Αγιωργίτικο δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό μας. Κι ας μην αναφερθούμε καλύτερα σε άλλες, μικρότερες ζώνες, σε λιγότερο διάσημες ή τοπικές ποικιλίες και στις κοσμικές ξενόφερτες εξαδέλφες τους. Σήμερα οι ζώνες Ονομασίας Προέλευσης έχουν ήδη οριοθετηθεί κι έχουν κάνει γνωστές τις ελληνικές ποικιλίες, το δυναμικό τους και τις δυνατότητες των περιοχών στις οποίες καλλιεργούνται. Νέες ζώνες, πιθανώς με παράδοση στο παρελθόν αλλά επί μακρόν εγκαταλειμμένες, έχουν επαναδραστηριοποιηθεί. Καινούριες αμπελουργικές περιοχές έχουν κάνει την εμφάνισή τους. Διεθνείς ποικιλίες προσφέρουν τη δύναμή τους σε αρκετές από αυτές, ενώ ανοιχτή παραμένει η συζήτηση για το κατά πόσον είναι πρέπον κάποιες να συμβάλουν στη δυναμική βελτίωση παλαιότερων αμπελοτόπων. Κοντολογίς ο ελληνικός αμπελώνας ξεδιπλώνεται, μετασχηματίζεται, αναπτύσσεται και μέσα από μια δυναμική πορεία επιβεβαιώνει το αυτονόητο. «Το καλό κρασί γίνεται κατ’ αρχάς στο αμπέλι» – όπως ακριβώς και ο καλός ράφτης για να ράψει το ρούχο των ονείρων μας χρειάζεται μετάξι, γιατί με το τσουβάλι όσο κι αν προσπαθήσει…

banner
Κτήμα Γαία

Κτήμα Γαία


Όλα αυτά, το αντιλαμβάνεστε υποθέτω, δεν έγιναν σε μία ημέρα. Ούτε σε επτά. Η διαδικασία της Γένεσης, δυστυχώς, δεν είχε (και ούτε θα μπορούσε να έχει) εφαρμογή στην πορεία του ελληνικού κρασιού προς την καταξίωση. Η εκάστοτε οινική πραγματικότητα είναι μια μεταβλητή έννοια, η οποία διαρκώς εξελίσσεται. Από την εποχή της πρώτης οριοθέτησης ζωνών αμπελοκαλλιέργειας μέχρι σήμερα, η ανοδική πορεία του κρασιού στηρίχτηκε σε μια συνεχή κινητικότητα και σε διαδοχικές αλλαγές που δεν άφησαν ανεπηρέαστο κανέναν τομέα από αυτούς που έχουν σχέση με την παραγωγή και κυρίως με την ποιότητα. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι οι αμπελώνες, οι αμπελουργικές ζώνες γενικότερα, υπήρξαν ένα από τα κύρια θέατρα αυτών των εξελίξεων. Η αμπελουργική Ελλάδα του χθες, αλλά και αυτή της περασμένης πενταετίας, έχει μεγάλες διαφορές από αυτή του σήμερα και θα έχει πολλαπλά μεγαλύτερες από τη μελλοντική εικόνα του 2020. Αυτές οι αλλαγές, με την τεχνολογία να βρίσκεται όλο και πιο κοντά στη διαστροφή της ουσίας του κρασιού (σε λίγες περιπτώσεις την έχει ήδη ξεπεράσει), βάζουν νέους κανόνες για την αναζήτηση της ποιότητας. Η γνώση για το σημείο στο οποίο βρίσκονται οι ελληνικές αμπελουργικές ζώνες και η επισήμανση των εξελίξεων που κυοφορούνται σε αυτές (όπου είναι δυνατόν) παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον τουλάχιστον για τους οινόφιλους και κυρίως για αυτούς που ενδιαφέρονται για το ελληνικό κρασί. Ελπίζω ότι ο σύντομος γύρος του ορίζοντα των αμπελουργικών περιοχών της Ελλάδας που ακολουθεί θα βοηθήσει τους φίλους του κρασιού να κατανοήσουν την παρούσα κατάσταση και να κάνουν τις δικές τους εκτιμήσεις για τις μελλοντικές εξελίξεις.

Οι πυλώνες του ελληνικού κρασιού
Κτήμα Παλυβού

Κτήμα Παλυβού

Το έχω γράψει στο παρελθόν και θα το ξανατονίσω. Χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης της υπόλοιπης αμπελουργικής Ελλάδας, το ελληνικό κρασί στηρίζεται (ή μάλλον πρέπει να στηριχτεί) σε τέσσερις βασικές ζώνες, και συγκεκριμένα στη Νεμέα, τη Νάουσα, τη Σαντορίνη και τη Μαντινεία. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ αυτής της άποψης, οι κυριότεροι από τους οποίους είναι η παράδοση, το ποικιλιακό δυναμικό, το υπάρχον απόθεμα έρευνας, μελέτης και εμπειρίας και, τέλος, η ύπαρξη και στις τέσσερις ικανού –ανάλογα με το μέγεθος της καθεμίας από αυτές– αριθμού αμπελοοινικών εκμεταλλεύσεων με ιδιόκτητους αμπελώνες και υποδομή (επιστημονική και τεχνολογική). Σε ό,τι αφορά το ποικιλιακό δυναμικό (η σημασία των υπόλοιπων στοιχείων είναι σχεδόν αυτονόητη), θα επισημάνω τα εξής.

Το ελληνικό κρασί απευθύνεται σε μια περιορισμένη εσωτερική αγορά, αδύναμη να στηρίξει τις κρίσιμες εκείνες ποσότητες που απαιτούνται για την αναπτυξιακή του πορεία. Επιπλέον η παραγωγή ποιοτικών και κυρίως μεγάλων κρασιών (τα οποία επί της ουσίας αποτελούν την ατμομηχανή που σέρνει το τρένο του κρασιού και το επιβάλλουν στη συνείδηση του καταναλωτή) αναπόφευκτα οδηγεί σε υψηλότερο του αποδεκτού, από την τοπική κοινωνία, μέσου όρου τιμής διάθεσης. Αυτό, ακόμα και αν μιλάμε για σχετικά μικρές ποσότητες, κάνει δύσκολη την απορρόφησή τους και αποθαρρύνει τη γενίκευση της προσπάθειας για βελτιωμένη και κυρίως υψηλή ποιότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα ζει ακόμα στον αστερισμό του χύμα, το οποίο αποτελεί πάγια προτίμηση της πλειοψηφίας των σημείων εστίασης με την, όχι αστήρικτη, αιτιολογία του χαμηλού κουβέρ ανά κεφαλή. Για όλους αυτούς τους λόγους, το μέλλον του ελληνικού κρασιού είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διεθνή του καταξίωση και την κατάκτηση των διεθνών αγορών. Αυτό επ’ ουδενί δεν μπορεί να επιτευχθεί με όπλο τις διεθνείς ποικιλίες, που σε κάθε περίπτωση θα βλέπουν την πλάτη των καταξιωμένων διεθνώς ανταγωνιστών τους και θα αντιμετωπίζουν παράλληλα το πρόβλημα των σημαντικά υψηλότερων τιμών. Η διεθνής αγορά εξακολουθεί, ακόμα τουλάχιστον, να είναι ανοιχτή σε νέες προτάσεις, σε γεύσεις που ξεφεύγουν από τις καθιερωμένες διεθνείς και σε ποικιλίες που έχουν κάποια καινούρια ιστορία να διηγηθούν. Όταν επί παραδείγματι ποικιλίες όπως η Tannat ή η Carmenere βγαίνουν από την αφάνεια, γίνονται αντικείμενο συζήτησης και προσδοκούν (αν δεν το έχουν ήδη πετύχει) διεθνή καταξίωση και πωλήσεις, το συμπέρασμα προβάλλει αυτονόητο.

Το Αγιωργίτικο, το Ξινόμαυρο, το Ασύρτικο και το Μοσχοφίλερο έχουν πολλά ατού και μπορούν να πουν περισσότερα στο διεθνή καταναλωτή. Όπως ακριβώς και στον τόπο μας. Δεν είναι τυχαίο ασφαλώς το γεγονός ότι οι περισσότερες μεγάλες οινοβιομηχανίες, το ελληνικό negoce και οι όποιοι (εκτός των ανωτέρω ζωνών) εμφιαλωτές στην γκάμα των ετικετών που προτείνουν, έχουν πάντα, και μάλιστα περισσότερους από έναν, εκπροσώπους των παραπάνω περιοχών. Βέβαια, όλα αυτά απαιτούν δουλειά και προϋποθέσεις που σε καμία όμως περίπτωση δεν αναιρούν την ακρίβεια των προηγούμενων συλλογισμών. Ας δούμε όμως αναλυτικά τις τέσσερις αυτές ζώνες, το σημείο στο οποίο βρίσκονται και, όπου είναι δυνατόν, τις προοπτικές τους για το εγγύς τουλάχιστον μέλλον.

banner
Νεμέα

Αν το κριτήριο για την αξιολόγηση του δυναμικού μιας περιοχής είναι ο ρυθμός ανάπτυξης νέων αμπελοοινικών εκμεταλλεύσεων, ή απλώς οινοποιείων, τότε η Νεμέα είναι η υπ’ αριθμόν ένα αμπελουργική ζώνη της Ελλάδας. Και όχι άδικα. Το Αγιωργίτικο είναι μια χαρισματική, πολυδυναμική ποικιλία που καταφέρνει να δίνει ευχάριστα (κατ’ ελάχιστον) κρασιά με όποιον τρόπο κι αν γίνεται η διαχείριση του σταφυλιού. Ροζέ, ελαφρά κόκκινα, κόκκινα μεσαίας ή μακράς παλαίωσης, γλυκά και ημίγλυκα, όλα παίζουν. Σε αυτό βοηθάει ο εύκολα διακριτός φρουτώδης χαρακτήρας της ποικιλίας και οι γενικά μεσαίες/χαμηλές οξύτητες που χαρακτηρίζουν τα κρασιά και τα κάνουν αποδεκτά σ’ ένα μεγάλο φάσμα καταναλωτών. Αυτό που ακούγεται συχνά, ότι δηλαδή «πρέπει να προσπαθήσεις για να κάνεις ένα κακό κρασί από Αγιωργίτικο», δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα.

Η εξέλιξη της ζώνης ήταν ραγδαία. Από το 1989 που εμφανίστηκε ο πρώτος σοβαρός εκπρόσωπος του τοπικού κρασιού (Κτήμα Παπαϊωάννου 1987), έχουν έρθει τα πάνω κάτω. Από τους δυο-τρεις τοπικούς εμφιαλωτές της εποχής εκείνης, έχουμε ήδη ξεπεράσει προ πολλού τους είκοσι και έπεται συνέχεια. Είναι γεγονός ότι οι πέραν της ποικιλίας δυνατότητες της ζώνης (21.000 στρέμματα) είναι τεράστιες και δυστυχώς ακόμα ανεξερεύνητες. Υψόμετρα πού ξεκινούν από τα 230 μ. και φτάνουν τα 900, εδαφολογική σύσταση που ποικίλλει, κλιματολογικές συνθήκες που διαφέρουν ανάλογα με το υψόμετρο, και όχι μόνο, δημιουργούν ένα σκηνικό που έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις για την ανάγκη δημιουργίας αμπελουργικών υποζωνών διακεκριμένης ποιότητας (crus). Το θέμα παραμένει ανοιχτό και είναι καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της ζώνης. Παρά τη ραγδαία βελτίωση του νεμεάτικου κρασιού την εικοσαετία που πέρασε, η σημερινή εικόνα συμπυκνώνεται σε κρασιά ευχάριστα και προσεγμένα, που στερούνται όμως κάποιας ιδιαίτερης προσωπικότητας, η οποία θα τους επέτρεπε να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το διεθνή ανταγωνισμό και ποικιλίες όπως το Merlot, το Syrah κλπ.

Ελπιδοφόρο είναι πάντως το γεγονός ότι υπάρχουν ήδη δείγματα, έστω και σε μικρές παραγωγές (Κτήμα Παπαϊωάννου - Μικροκλίμα και Παλαιά Κλήματα, Κτήμα Δρυόπη, Κτήμα Γαίας), τα οποία φιλοδοξούν να βάλουν τη ζώνη σε νέα τροχιά. Για να συμβεί όμως αυτό χρειάζεται να αναθεωρηθούν σε κάποιες περιπτώσεις οι καλλιεργητικές μέθοδοι, να μελετηθούν καλύτερα επιμέρους αμπελοτόπια, να γίνουν προσπάθειες για κλωνικές επιλογές και να διαμορφωθεί ένα σοβαρό σύστημα ελέγχου, που θα διασφαλίζει τους τυπικούς χαρακτήρες της ζώνης. Και οι χαρακτήρες όμως ίσως πρέπει να επανεξεταστούν με τη σειρά τους υπό το πρίσμα της σύγχρονης διεθνούς πραγματικότητας. Ένα σίγουρα ελπιδοφόρο στοιχείο είναι ο διαρκώς αυξανόμενος αριθμός νέων παραγωγών και υποψήφιων επενδυτών με την προϋπόθεση ότι τα νέα οινοποιεία θα συνοδεύονται (μερικώς τουλάχιστον) από νέους αμπελώνες. Κάτι τέτοιο και τον ποιοτικό ανταγωνισμό θα ευνοήσει, και καινούριες ιδέες θα φέρει, και τελικά θα συμβάλει στη γενική αναβάθμιση της εικόνας της ζώνης. Ενδιαφέροντες για την ποιότητά τους, για τη συνεχή αναζήτηση και βελτίωση ή για τις προσπάθειες ανάδειξης που καταβάλλουν, είναι μεταξύ άλλων (ενδεικτικά) οι εξής παραγωγοί:

• ΚΤΗΜΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ (27460 23138)
• ΚΤΗΜΑ ΓΑΙΑΣ (210 8055642-3)
• ΚΤΗΜΑ ΔΡΥΟΠΗ (210 7295713-4)
• ΚΑΤΩΓΙ & ΣΤΡΟΦΙΛΙΑ (210 6778244)
• ΑΜΠΕΛΩΝΕΣ ΖΑΧΑΡΙΑ (27460 22667)
• ΚΤΗΜΑ ΠΑΛΥΒΟΥ (27460 24190)
• ΚΤΗΜΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (27460 23005)
• ΣΕΜΕΛΗ (DOM. HELIOS) (210 6218119)
• ΑΪΒΑΛΗΣ (27520 21175)
• ΠΑΠΑΝΤΩΝΗΣ (27510 23620)

Νάουσα
Κτήμα Τσάνταλη

Κτήμα Τσάνταλη

Για πολλούς οι λέξεις Νάουσα και Ξινόμαυρο σηματοδοτούν την υπ’ αριθμόν ένα ζώνη με δυνατότητες παραγωγής «μεγάλων» κρασιών. Και έχουν μάλλον δίκιο, με τις εξής όμως επισημάνσεις. Μέχρι σήμερα αυτό το περίφημο μεγάλο κρασί (με εξαίρεση το «Grande Reserve» του Μπουτάρη που τείνει κάποιες χρονιές προς τα εκεί) δεν έχει κάνει την εμφάνισή του. Επιπλέον τα κρασιά με βάση το Ξινόμαυρο έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους (εκτός από το «ανοιχτόχρωμο» που είναι δευτερεύουσας σημασίας) τις εξαιρετικά ισχυρές, έως και δύσκαμπτες, ταννίνες που τα κατατάσσουν αυτομάτως στα κρασιά αμιγώς φαγητού. Αυτό αποκλείει μια μεγάλη μερίδα «σύγχρονων» no food drinkers καταναλωτών και μειώνει την εμβέλεια των κρασιών στη διεθνή αλλά και την εσωτερική αγορά. Δεν είναι τυχαίο ότι τα Ξινόμαυρα που διακρίνονται στους διεθνείς διαγωνισμούς είναι ελάχιστα σε σχέση με τα υπόλοιπα ελληνικά κρασιά. Τούτων λεχθέντων, η αμπελουργική ζώνη της Νάουσας καλύπτει περίπου 7000 στρέμματα στους πρόποδες του Βέρμιου και σε υψόμετρα από 150-400 μ. Παρά το γεγονός ότι η ποικιλία είναι διαδεδομένη σ’ ένα μεγάλο τμήμα της δυτικής Μακεδονίας, στη συγκεκριμένη περιοχή δίνει τον καλύτερό της εαυτό.

Ιστορικά η, κατά πάσα πιθανότητα καταλυτική, παρουσία της οικογένειας Μπουτάρη και ο επώνυμος χαρακτήρας της ζώνης ήδη από τη δεκαετία του ’60 ευθύνονται και για την ύπαρξη στην περιοχή αρκετών αμπελοοινικών εκμεταλλεύσεων. Στο σύνολό τους σχεδόν ανήκουν σε ντόπιους και συνοδεύονται από την κατοχή ιδιόκτητων αμπελώνων. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν για την περιοχή επενδυτικά σχέδια από ενδιαφερόμενους εκτός ζώνης, και αυτό αποδεικνύει το αληθές των όσων προαναφέραμε. Παρά το γεγονός ότι οι επιτρεπόμενες στρεμματικές αποδόσεις είναι περίπου 1000 κιλά ανά στρέμμα, το Ξινόμαυρο δίνει τον καλύτερο εαυτό του στα 500-600 κιλά, κάτι που διαμορφώνεται πλέον και ως τάση στους καλύτερους παραγωγούς της περιοχής. Μια κλασική Νάουσα χαρακτηρίζεται από λαμπερό, μεσαίου βάθους ερυθρό χρώμα (η λέξη Ξινόμαυρο παραπλανεί), υψηλή οξύτητα, έντονες ταννίνες που επιτρέπουν την παλαίωση, πλούσιο ευδιάκριτο άρωμα φραγκοστάφυλου και καπνιστού ζαμπόν. Με την ωρίμανση τα αρώματα εξελίσσονται προς την κατεύθυνση της ώριμης ντομάτας.

Πολλοί συγκρίνουν το Ξινόμαυρο με το Pinot Noir της Βουργουνδίας, και είναι αλήθεια ότι σε αρωματικό επίπεδο υπάρχουν ομοιότητες. Γενικότερα όμως η δομή των κρασιών που δίνει η ποικιλία παραπέμπει περισσότερο στον ιταλικό βορρά (Nebbiolo). Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια τάση για μοντέρνες Νάουσες με μεγαλύτερες εκχυλίσεις, βαθύτερα χρώματα, έντονο βαρέλι και πιο καλοδουλεμένες ταννίνες, που πλησιάζουν περισσότερο τα πρότυπα του σύγχρονου καταναλωτή. Ανάλογο στόχο έχει και η χρήση του Merlot σε ποσοστό περίπου 10%, που αφομοιώνεται καλά και καλύπτει αδυναμίες χωρίς μεγάλες αλλοιώσεις σε επίπεδο τυπικότητας. Η συζήτηση για την ένταξή του στις δυνατότητες της ζώνης παραμένει ανοιχτή. Για την ώρα το blend αυτό έχει δικαίωμα Τοπικού Οίνου (Ημαθίας). Η ιστορικότητα και η ανάπτυξη της ζώνης μεταξύ άλλων είχαν ως αποτέλεσμα και τις πρώτες συζητήσεις (πριν από τη Νεμέα) για την αναγνώριση crus. Ενδεικτικά, μερικές περιοχές που έχουν πέσει στο τραπέζι προς συζήτηση είναι η Στράντζα, η Ράμνιστα, το Γιανακοχώρι κ.ά. Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι η Νάουσα (το Ξινόμαυρο για την ακρίβεια), παρά τη δυσμενή συγκυρία, αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο κεφάλαιο του ελληνικού αμπελώνα. Υπό προϋποθέσεις ανάλογες με αυτές που αναφέραμε στην περίπτωση της Νεμέας, μπορεί να αναδειχθεί σε ένα ισχυρό χαρτί που το ελληνικό κρασί πρέπει να παίξει έξυπνα και αποφασιστικά, αν επιθυμεί διεθνή καταξίωση. Από τους σημαντικούς παραγωγούς που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πορεία της ζώνης ενδεικτικά αναφέρουμε:

• ΜΠΟΥΤΑΡΗΣ ΟΙΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ (2310 703100)
• ΚΤΗΜΑ ΚΥΡ ΓΙΑΝΝΗ (23320 51100)
• ΤΣΑΝΤΑΛΗΣ (23990 61394)
• ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ (23320 45080)
• ΦΟΥΝΤΗΣ (23320 48255)

Σαντορiνη

Παρά το γεγονός ότι η Σαντορίνη είναι μικρή σε μέγεθος, το αμπέλι καλύπτει ακόμα και σήμερα πάνω από 13.000-14.000 στρέμματα. Αυτό δημιουργεί ελπίδες ότι παρά τον υπερτουριστικό χαρακτήρα του νησιού που κάνει την αμπελοκαλλιέργεια ασύμφορη (οικοπεδοποίηση ή άλλες πιο κερδοφόρες ασχολίες), ο τοπικός αμπελώνας έχει πολλές πιθανότητες να παραμείνει ζωντανός έστω και συρρικνωμένος. Υπέρ αυτού συνηγορούν η ανάδειξη του Ασύρτικου σε μία από τις ευγενέστερες ποικιλίες της μεσογειακής λεκάνης (και συνολικότερα), το γεγονός ότι το κρασί έχει πλέον εξαιρετικά επώνυμη ζήτηση και επιπλέον το ότι, ίσως και λόγω τουρισμού, είναι αρκετά γνωστό και εκτός συνόρων. Ευτυχώς για τη ζώνη, η καταλυτική παρουσία του τοπικού συνεταιρισμού Santo Wines με ένα σύγχρονο οινοποιείο (1990) και σαφή ποιοτικό προσανατολισμό και η παρουσία της εταιρείας Μπουτάρης με ένα οινοποιείο-κόσμημα έσωσαν τον αμπελώνα από ενδεχόμενη εξαφάνιση. Δημιούργησαν ερεθίσματα, έβαλαν το κρασί στην κύρια αγορά της Αθήνας και οι προσπάθειές τους είχαν αποτέλεσμα.

Σήμερα δίπλα στους πρωτοπόρους τουλάχιστον τέσσερις ακόμα μονάδες με επικεφαλής τον Σιγάλα όχι μόνο κρατάνε ζωντανό το αμπέλι, αλλά δίνουν προοπτικές, βελτιώνουν τους οργανοληπτικούς χαρακτήρες και μετατρέπουν τη Σαντορίνη σε λευκή ζώνη-βαρύ πυροβολικό για την καταξίωση του ελληνικού κρασιού. Από τις δεκάδες, συχνά δυσανάγνωστες, ποικιλίες που αριθμεί ο αμπελώνας, τρεις λευκές (Ασύρτικο 70%, Αθήρι, Αϊδάνι 10%) καλύπτουν το 80% του τοπικού αμπελώνα. Το κυρίαρχο Ασύρτικο, που καθορίζει τον επί της ουσίας τριποικιλιακό Ο.Π.Α.Π., δίνει κρασιά με πολύ διακριτικό αρωματικό δυναμικό (εσπεριδοειδή και τσάι κατά κύριο λόγο) αλλά ατσάλινη δομή, πυκνότητα, αλκοόλ (13-13,5°) και υψηλές οξύτητες. Ένα μοναδικό σύνολο. Ο αμπελώνας βρίσκεται συγκεντρωμένος στο κέντρο και προς την περιοχή της Καλντέρας. Επιβιώνει χάρη σε τρία στοιχεία: την καλλιέργεια με τα κλήματα σε μορφή καλαθιού για προστασία από τον αέρα, την άφθονη ηφαιστειακή ελαφρόπετρα που συντηρεί την εδαφική υγρασία και την εξάτμιση του νερού της Καλντέρας που προσφέρει καθημερινή υγρασία (λόγω πάχνης) στα φυτά. Οι στρεμματικές αποδόσεις γενικά είναι της τάξης των 300-400 κιλών με «βυθίσεις» που φτάνουν μέχρι και τα 100-150 κιλά κάποιες χρονιές. Η εμπειρία έχει διδάξει ότι οι τόσο χαμηλές αποδόσεις δεν βοηθούν την ποιότητα, η οποία εκφράζεται καλύτερα στα 400 περίπου κιλά το στρέμμα. Εξίσου σημαντικό, τόσο για το νησί όσο και για το όνομα του ελληνικού κρασιού, είναι και το Vinsanto.

Το γλυκό κρασί της Σαντορίνης παράγεται από τις ποικιλίες Ασύρτικο και Αϊδάνι που, αφού ωριμάσουν πολύ καλά, απλώνονται στον ήλιο για μία έως δύο εβδομάδες. Η διαδικασία αυτή συμπυκνώνει τα σάκχαρα του σταφυλιού καθώς το νερό εξατμίζεται. Μοναδικό μειονέκτημα της διαδικασίας αυτής είναι η αύξηση της πτητικής οξύτητας, εξαιτίας της ξήρανσης, κάτι που με μεγαλοθυμία θα πρέπει να παραβλέψουμε μπροστά στα πολλά προτερήματά του. Άλλωστε η ελεγχόμενη παρουσία της που, όχι εύκολα, επιτυγχάνεται μάλλον βελτιώνει τελικά τους συνολικούς οργανοληπτικούς χαρακτήρες του κρασιού. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα η ζώνη της Σαντορίνης όχι μόνο έχει βγει από την αφάνεια, αλλά επιπλέον υπόσχεται πολλά για το μέλλον. Το παραγωγικό δυναμικό υπάρχει και είναι ουσιαστικό, σοβαρό και ικανό για ποιοτικό άλμα. Ενδεικτικά αναφέρουμε:

• SANTO WINES (22860 22596)
• ΜΠΟΥΤΑΡΗΣ ΟΙΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ (2310 703100)
• ΓΑΙΑ (210 8055642-3)
• ΣΙΓΑΛΑΣ (22860 71644)
• ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ (22860 32552)
• ΓΑΒΑΛΑΣ (22860 82552)

Μαντινεiα

Ξεκίνησε την καριέρα της τελείως ανώνυμη (το αναφέραμε στην εισαγωγή) και διέπρεψε στις «σαμπάνιες πίστας», φθηνά αφρώδη για κατανάλωση στα σκυλάδικα. Την έβγαλε από την ανωνυμία στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ο οραματιστής (απών πλέον) Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος. Χάρη σ αυτόν η Μαντινεία από απλή ιστορική κωμόπολη απέκτησε όνομα και επίθετο (Μοσχοφίλερο) και με τα «Ορεινά Κτήματα» (σήμερα Μαντινεία Αντωνόπουλου) έγινε το αγαπημένο παιδί πολλών οινοφίλων. Και γιατί όχι; Ευδιάκριτα αρώματα τριαντάφυλλου που συνυπάρχουν ή γυρνάνε με τον καιρό σε μέντα, ελαφρύ, καθόλου κουραστικό στόμα και ευχάριστη οξύτητα, δίνουν ένα απλό, χαριτωμένο κρασί που πίνεται αβασάνιστα. Έξι χιλιάδες στρέμματα αμπελώνα στο οροπέδιο της Τρίπολης (600 μ. υψόμετρο) φιλοξενούν μια ποικιλία που δεν πρόκειται να διεκδικήσει δάφνες μεγάλου κρασιού. Πίνεται όμως εύκολα, δεν πολυαγαπά το βαρέλι (παρά τις προσπάθειες, ενίοτε συμπαθητικές, που καταβάλλονται) και απαντάται εκτός των τοπικών παραγωγών στο portfolio των περισσότερων μεγάλων του ελληνικού κρασιού και αρκετών πιο μικρών εμφιαλωτών.

Παρά την απλότητα των κρασιών της, ακριβώς επειδή κάνει μια ευχάριστη αλλά διαφορετική πρόταση σε σχέση με άλλες διεθνείς ποικιλίες και δη σε τιμές ενδιαφέρουσες, μπορεί να «παίξει» το παιχνίδι της επιβολής του διεθνούς χαρακτήρα του ελληνικού κρασιού. Παράλληλα, όπως δείχνουν κάποιες προσπάθειες (Gris de Noirs του Αντωνόπουλου), μπορεί ακόμα και να οδηγήσει σε πολυσύνθετα κρασιά με ιδιαίτερο χαρακτήρα που εμφανίζουν ξεκάθαρα πλέον μια οργανοληπτική συγγένεια της ζώνης με αυτήν της Αλσατίας. Η παρουσία στη ζώνη ορισμένων εξαίρετων παραγωγών (αναφέρουμε ενδεικτικά κάποιους) μάλλον εγγυάται μια δυναμική παρουσία στις εξελίξεις.

• ΚΤΗΜΑ ΤΣΕΛΕΠΟΥ (2710 544440)
• ΚΑΜΠΑΣ - ΜΠΟΥΤΑΡΗΣ ΟΙΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ (2310 703100)
• ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (27960 61400)
• ΑΜΠΕΛΩΝΕΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ (2610 525459)
• ΑΜΠΕΛΩΝΑΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ (2710 572272)

Σάμος

Παρά το γεγονός ότι δεν ονοματίζεται στις ζώνες-πυλώνες του ελληνικού κρασιού, θεωρούμε ότι έχει δικαίωμα αναφοράς σε αυτή την κατηγορία των αμπελουργικών ζωνών. Κατ’ αρχάς, διότι εδώ και δεκαετίες ήταν η μοναδική γνωστή εκτός των συνόρων – παραμένει ακόμα και σήμερα χωρίς όμως να έχει πλέον το μονοπώλιο. Κατά δεύτερον διότι παράγει τα κορυφαία επιδόρπια ελληνικά κρασιά, ορισμένα από τα οποία είναι πράγματι μεγάλα και ικανά για αντιπαράθεση με τα εξ Εσπερίας ομόλογα. Μοναδικός «παίκτης» στη Σάμο είναι ο τοπικός Συνεταιρισμός, στον οποίο καταλήγουν τα σταφύλια (Μοσχάτο λευκό) από 14.000 στρέμματα αμπελώνων, που βρίσκονται σε υψόμετρο από 150 έως 800 μ. στις πλαγιές των βουνών Μαραθόκαμπος και Άμπελος. Οι ιδιαιτερότητες λόγω διαφορετικού υψόμετρου, εδάφους και κλιματολογικών συνθηκών επιτρέπουν στο Συνεταιρισμό να παίζει με διαφορετικούς τρύγους, ωριμάνσεις κλπ. και να οδηγείται σε συνδυασμούς που χαρίζουν πολυπλοκότητα, φινέτσα και γενικότερα οργανοληπτικούς χαρακτήρες, που τα κατατάσσουν πολύ ψηλά στην κλίμακα των οινικών αξιών. Ίσως λόγω της περιορισμένης σχετικά ζήτησης για επιδόρπια κρασιά, η Σάμος να μην μπορεί να θεωρηθεί πυλώνας. Σίγουρα όμως είναι ο μεγαλύτερος ίσως πρεσβευτής του ελληνικού κρασιού.

• Ε.Ο.Σ. ΣΑΜΟΥ (22730 87540)

Το διεθνές πρόσωπο του ελληνικού κρασιού

Το διεθνές πρόσωπο του ελληνικού κρασιού εκφράζεται μέσα από ζώνες που στην πράξη δημιουργήθηκαν ανάμεσα στο 1970 και το 1995. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι έργο οραματιστών. σε κάποιες άλλες πάλι η ύπαρξή τους οφείλεται σε πρωτοβουλίες φιλόδοξων και έξυπνων επιχειρηματιών που έδωσαν το εναρκτήριο λάκτισμα. Κύριο κοινό χαρακτηριστικό αυτών των ζωνών είναι η συγκρότησή τους με βασικό στοιχείο διεθνείς καταξιωμένες ποικιλίες μέσω των οποίων έγιναν εμπορικά γνωστές, χωρίς παράλληλα να απορρίπτονται και κάποιες (λευκές κυρίως) ελληνικές. Προσφάτως άρχισε να εμφανίζεται μια τάση ενίσχυσης του ελληνικού ποικιλιακού δυναμικού, πιθανόν για λόγους εξαγωγικούς ή διαφοροποίησης της ζήτησης στην εσωτερική αγορά. Στις ζώνες αυτές ανήκουν το Μέτσοβο, η Σιθωνία, η ευρύτερη Χαλκιδική, η Δράμα (που περιλαμβάνει ως ενότητα και το Παγγαίο) και η Αταλάντη. Από αυτές τις περιοχές παράγεται σήμερα ένας μεγάλος αριθμός εξαιρετικά δημοφιλών κρασιών με συχνά πολύ ενδιαφέροντες ποιοτικούς χαρακτήρες και ανάλογες επιδόσεις στους διεθνείς διαγωνισμούς όπου εμφανίζονται. Αξίζει τον κόπο, λοιπόν, να εστιάσουμε και να σχολιάσουμε την κάθε ζώνη ξεχωριστά.

Δράμα
Κτήμα Βιβλία Χώρα

Κτήμα Βιβλία Χώρα

Η ζώνη της Δράμας (συμπεριλαμβανομένου του γειτονικού Παγγαίου) είναι, πέραν πάσης αμφιβολίας, η πλέον διάσημη (εσωτερικά τουλάχιστον) αμπελουργική ζώνη. Παράλληλα χαρακτηρίζεται από το μεγαλύτερο, συγκριτικά με κάθε άλλη περιοχή, ποσοστό ποιοτικών κρασιών επί του συνόλου των ετικετών που παράγει. Εμφανίστηκε στο οινικό προσκήνιο στις αρχές της δεκαετίας του ’90 χάρη στις επενδυτικές πρωτοβουλίες της οικογένειας Λαζαρίδη. Έκτοτε η ανάπτυξή της (ποιοτική και ποσοτική) είναι συνεχής, με μεγάλες επενδύσεις και νέα πρόσωπα να εμφανίζονται και να κλέβουν δυναμικά την παράσταση όπως, λόγου χάριν, το Κτήμα Παυλίδη και το Κτήμα Βιβλία Χώρα (Τσακτσαρλής-Γεροβασιλείου) που αποτελούν πλέον τη νέα ανερχόμενη δύναμη της ζώνης.

Παρά το γεγονός ότι από τα 10.000 στρέμματα που καλλιεργούνται σήμερα (τα 4000 στη Δράμα) δεν λείπουν οι ελληνικές ποικιλίες, η ζώνη είναι διάσημη για το διεθνές ποικιλιακό δυναμικό της, κυρίως Sauvignon, Chardonnay, Cabernet Sauvignon, Syrah, Merlot κλπ. Αξιοσημείωτη είναι επίσης και η παρουσία του Αγιωργίτικου που κάνει τα πρώτα βήματά του εκεί με ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Ένα από τα μεγαλύτερα ατού της ζώνης είναι το γεγονός ότι οι περισσότερες εκμεταλλεύσεις διαθέτουν σημαντικής έκτασης ιδιόκτητους αμπελώνες. Τα κυριότερα ονόματα της ζώνης είναι:

• ΚΤΗΜΑ ΒΙΒΛΙΑ ΧΩΡΑ (25920 44974)
• ΚΤΗΜΑ ΠΑΥΛΙΔΗ (25210 58300)
• ΚΤΗΜΑ ΤΕΧΝΗ ΟΙΝΟΥ (25210 83626)
• ΚΤΗΜΑ Ν. ΛΑΖΑΡΙΔΗ (25210 82049-50)
• ΚΤΗΜΑ Κ. ΛΑΖΑΡΙΔΗ (25210 82231)

Σιθωνία

Το μεσαίο πόδι της Χαλκιδικής φιλοξενεί το μεγαλύτερο ιδιόκτητο αμπελώνα της Ελλάδας (4500 στρέμματα, Κτήμα Porto Carras), που ανήκει σήμερα στην οικογένεια Στέγγου. Με πρώτη εμφάνιση στις αρχές της δεκαετίας του ’70, έργο ζωής του εκλιπόντος εφοπλιστή Γιάννη Καρρά, αυτή η ζώνη-κτήμα χαρακτηρίζεται από μια πορεία γεμάτη ποιοτικές διακυμάνσεις. Παραγωγός των καλύτερων ελληνικών κόκκινων κρασιών σε μια εποχή που ο Έλληνας καταναλωτής δεν μπορούσε να τα εκτιμήσει, υπερσκελίστηκε τα τελευταία χρόνια από τις ποιοτικές προσπάθειες άλλων, περισσότερο γνωστών σήμερα, παραγωγών. Παρά το γεγονός ότι και εδώ καλλιεργούνται αρκετές ελληνικές ποικιλίες (Αθήρι, Μαλαγουζιά, Λημνιό κ.ά.), η ζώνη έγινε διάσημη χάρη στο Chateau Carras (κυρίως Cabernet Sauvignon).

• ΚΤΗΜΑ PORTO CARRAS (210 9949809)

Χαλκιδική
Κτήμα Τσάνταλη

Κτήμα Τσάνταλη

Εξαιρουμένης της Σιθωνίας, η Χαλκιδική ως αμπελουργική ζώνη (5500 στρέμμα) είναι διάσημη χάρη σε δύο ονόματα. Κατ’ αρχάς, ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου (Επανoμή, 400 στρέμματα), που αποτελεί πρότυπο του σύγχρονου Έλληνα ποιοτικού παραγωγού και παράδειγμα προς μίμησιν για όλη την Ελλάδα. Η εταιρεία Τσάνταλης κατά δεύτερον (Άγ. Παύλος, 200 στρέμμ. και 800 στρέμμ. στη χερσόνησο του Άθω) αποτελεί ίσως την πιο δυναμική μεγάλη οινοπαραγωγική μονάδα με ενδιαφέρον τόσο για κρασιά που προέρχονται από παραδοσιακούς, ιστορικούς αμπελώνες όσο και για κρασιά από διεθνείς πολυδυναμικές ποικιλίες. Η ζώνη διαθέτει ακόμα 4000 στρέμματα αμπελώνων (κυρίως Sauvignon, Merlot κλπ.), οι οποίοι τροφοδοτούν σε σημαντικό βαθμό την εταιρεία Τσάνταλης.

• ΚΤΗΜΑ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΕΙΟΥ (23920 44567)
• ΤΣΑΝΤΑΛΗΣ Α.Ε. (23990 61394)

Μέτσοβο

Η μικρή αμπελουργική ζώνη του Μετσόβου (περίπου 1000 στρέμματα σε υψόμετρα από 800 έως 1000 μ.) είναι δημιούργημα (στα μέσα του 1960) του Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα και έγινε διάσημη με το κρασί «Κατώγι». Σήμερα ελέγχεται απολύτως από την εταιρεία Κατώγι & Στροφιλιά Α.Ε. και το ποικιλιακό της δυναμικό είναι σχεδόν αποκλειστικά διεθνές με έμφαση στο Cabernet Sauvignon, το Merlot και το λευκό Traminer.

• ΚΑΤΩΓΙ & ΣΤΡΟΦΙΛΙΑ Α.Ε. (210 6778244)

Αταλάντη

Η σημαίνουσα αμπελουργική ζώνη της Φθιώτιδας ακούει στο όνομα Χατζημιχάλης. Με ρίζες επίσης στη δεκαετία του ’ 70 ο σημερινός αμπελώνας καλύπτει 1800 στρέμματα και χαρακτηρίζεται από ποικιλία εδαφολογικών συνθέσεων και κλιματολογικών συνθηκών που του δίνουν τη δυνατότητα παραγωγής κρασιών (ακόμα και από την ίδια ποικιλία) με τελείως διαφορετικά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά. Η ζώνη μπορεί να χαρακτηριστεί ιστορική και μόνο λόγω του γεγονότος ότι ο Δημήτρης Χατζημιχάλης με το Λευκό Κτήμα Χατζημιχάλη εξοικείωσε τον Αθηναίο καταναλωτή της δεκαετίας του ’80 με την έννοια του κρασιού από αμπελοοινική εκμετάλλευση. Παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές ποικιλίες είναι παρούσες στην ποικιλιακή σύνθεση του αμπελώνα, βαρύ πυροβολικό του κτήματος αποτελούν (όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις) οι διεθνείς γνωστές Chardonnay, Sauvignon, Cabernet Sauvignon, Merlot κλπ. Τα τελευταία χρόνια έγινε μια πλήρης εσωτερική αναδιοργάνωση της εταιρείας, η οποία αναμένεται να οδηγήσει σε θεαματικά ποιοτικά αποτελέσματα.

• ΚΤΗΜΑ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ (210 8076705)
• ΔΗΜΑΚΗΣ (210 6008335)

Οι υπόλοιπες οινοπαραγωγοί ζώνες

Θράκη

Η περιοχή άρχισε να αναπτύσσεται αμπελουργικά αρχικά με την εγκατάσταση του Τσάνταλη και στη συνέχεια με κάποια νέα πρότζεκτ από τοπικούς επιχειρηματίες. Τα δείγματα κρασιών που δίνει ο 500 στρεμμάτων αμπελώνας του Τσάνταλη είναι ενθαρρυντικά. Το μέλλον θα δείξει.

Γουμένισσα

Η αμπελουργική ζώνη της Γουμένισσας είναι σχετικά μικρή (περίπου 3000 στρέμματα) και παρά το ενδιαφέρον που παρουσιάζει, βρίσκεται υπό τη σκιά της γειτονικής Νάουσας. Η αναγέννησή της (μέσα 1970) οφείλεται στην εταιρεία Μπουτάρης, η οποία έκανε, με την εγκατάστασή της εκεί, γνωστό το ενδιαφέρον διποικιλιακό (Ξινόμαυρο-Νεγκόσκα) κρασί της περιοχής. Οι αμπελώνες βρίσκονται στις υπώρειες του Πάικου σε υψόμετρο 150-250 μέτρων. Τα τελευταία χρόνια, χάρη στις προσπάθειες και άλλων μικρών εκμεταλλεύσεων, η ζώνη είναι περισσότερο αναγνωρίσιμη.

• ΜΠΟΥΤΑΡΗΣ ΟΙΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ (2310 703100)
• ΑΪΔΑΡΙΝΗΣ (23430 41293, 23430 42555)

Αμύνταιο

Αμιγώς ζώνη του Ξινόμαυρου, όπως η Νάουσα, αλλά σε υψόμετρο περίπου 650 μέτρων ανάμεσα στη λίμνη Πετρών και τη Βεγορίτιδα. Ξεχωρίζει κατά κύριο λόγο για τα ροζέ και αφρώδη κρασιά της, όπου μπορεί να δώσει εξαίρετα αποτελέσματα. Δυστυχώς, παρά το ενδιαφέρον της, είναι παραγνωρισμένη ως ζώνη. Η δύσκολη ωρίμανση του Ξινόμαυρου σε αυτό το υψόμετρο δεν δίνει μεγάλες δυνατότητες για ερυθρά κρασιά.

• ΚΤΗΜΑ ΚΥΡ ΓΙΑΝΝΗ (23320 51100)

Φλώρινα

Η ζώνη βγήκε πολύ πρόσφατα από την αφάνεια με το Κτήμα Βογιατζή και το Κτήμα ΑΛΦΑ. Τα αποτελέσματα και των δύο εκμεταλλεύσεων είναι κατ’ αρχάς ικανοποιητικά. Είναι πάντως νωρίς για εκτιμήσεις όσον αφορά τη μελλοντική της ανάπτυξη.

Ζίτσα

Ορεινή ζώνη (υψόμετρο 500-700 μ.) με κυρίαρχο στοιχείο την ποικιλία Ντεμπίνα και την εξειδίκευσή της στην παραγωγή αφρωδών και ημιαφρωδών κρασιών. Η ζώνη (1500-2000 στρέμματα) κινείται χάρη στον τοπικό συνεταιρισμό και την εταιρεία Γκλίναβος. Η Ντεμπίνα υπό προϋποθέσεις (αμπελουργικές και οινολογικές) μπορεί να δώσει εξαιρετικά κομψά κρασιά με ενδιαφέροντα (διακριτικά όμως) αρώματα και εξαιρετικά νευρώδη και ευχάριστο χαρακτήρα στο στόμα. Δυστυχώς σπάνια τα συναντάμε. Με βάση την παρούσα κατάσταση είναι δύσκολο να προβλεφθούν οι εξελίξεις και να καθοριστεί η μελλοντική ποιοτική και εμπορική βαρύτητα των κρασιών της ζώνης.

Ραψάνη

Παραδοσιακά γνωστή αμπελουργική ζώνη στις πλαγιές του Ολύμπου (100-700 μ.), που στηρίζεται σε τρεις ποικιλίες (Ξινόμαυρο, Σταυρωτό, Κρασάτο) και καλύπτει περίπου 3000 στρέμματα. Η ζώνη μονοπωλείται από την εταιρεία Τσάνταλης, με εξαιρετική επιτυχία στα κρασιά που παράγει. Τα τελευταία χρόνια στους οργανοληπτικούς χαρακτήρες των κρασιών της ζώνης έχει γίνει δυσδιάκριτο το τυπικό στοιχείο της παρουσίας του Ξινόμαυρου και η εικόνα παραπέμπει σε πιο κοσμοπολίτικους χαρακτήρες. Νησίδα στη ζώνη (με δικαίωμα στην ονομασία Τ.Ο. Κρανιάς) αποτελεί το Κτήμα Κατσαρού: εξαιρετικών προδιαγραφών αμπελοοινική εκμετάλλευση, που παράγει δύο κρασιά (λευκό/κόκκινο) από διεθνείς ποικιλίες.

Θεσσαλία

Η ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας (εξαιρουμένης της Ραψάνης) χαρακτηρίζεται από τρεις αμπελουργικές ζώνες. Η Αγχίαλος (Σαββατιανό-Ροδίτης) στην παραλία του Παγασητικού παρουσιάζει μικρό ενδιαφέρον με απλά, ευχάριστα λευκά κρασιά από έναν αμπελώνα 4000 στρεμμάτων. Στο Νομό Λάρισας η ζώνη του Τύρναβου, με 30.000 στρέμματα και κυρίαρχες ποικιλίες το Μοσχάτο Αμβούργου και το Ροδίτη, παράγει κρασιά εξίσου ευχάριστα, με έντονες τις μοσχάτες αναφορές της ποικιλίας, τα οποία στοχεύουν κυρίως στην καθημερινή κατανάλωση. Το Μαύρο Μεσενικόλα προσδίδει ενδιαφέρον στην αμπελουργική ζώνη του Νομού Καρδίτσας, και μάλιστα συζητήθηκε αρκετά πριν από μερικά χρόνια, όταν νομοθετήθηκε η παραγωγή οίνων Ο.Π.Α.Π. από την ποικιλία. Η ζώνη μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται ακόμα στα πρώτα της βήματα και είναι νωρίς για να κριθεί. Ορισμένες ενδιαφέρουσες εκμεταλλεύσεις και οινοποιεία της Θεσσαλίας είναι:

• ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ ΝΤΟΥΓΚΟΣ (2410 620621)
• ΚΤΗΜΑ ΚΑΡΙΠΙΔΗ (2410 981087)
• ΤΣΙΛΙΛΗΣ (24310 85885)
• ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ ΚΑΡΑΜΗΤΡΟΥ (24410 95250)
• ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΤΥΡΝΑΒΟΥ (24920 22002)

Αττική

Η αμπελουργική ζώνη της Αττικής βρίσκεται σε σαφή υποχώρηση λόγω της οικοπεδοποίησης και της αλλαγής χρήσης γης. Με κύρια ποικιλία το Σαββατιανό και νησίδες καλλιέργειας ορισμένων διεθνών ποικιλιών, δίνει συχνά ενδιαφέροντα κρασιά. Δεν μπορεί όμως να γίνει πρόβλεψη για το μέλλον, με εξαίρεση τις περιοχές που βρίσκονται μακριά από την Αθήνα, όπως π.χ. το ενδιαφέρον Κτήμα Εύχαρις.

• ΣΕΜΕΛΗ (210 6218119)
• ΚΤΗΜΑ ΕΥΧΑΡΙΣ (22960 90346, 210 6990106)
• ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΓΕΩΡΓΑ (210 6633345)
• ΚΤΗΜΑ ΜΑΤΣΑ (210 6605200)
• ΚΑΤΩΓΙ & ΣΤΡΟΦΙΛΙΑ (210 6778244)
• ΜΕΓΑΠΑΝΟΣ (210 6038038)

Εύβοια

Η Εύβοια μοιράζει το εν αφθονία Σαββατιανό της σε τρεις κύριες αμπελουργικές ζώνες, από βορρά προς νότο: το μικρό αμπελώνα της περιοχής Γιάλτρων στη Βόρεια Εύβοια, τον αμπελώνα του Ληλαντίου πεδίου στο κέντρο και τις γύρω ημιορεινές περιοχές, και τον αμπελώνα της νότιας Εύβοιας, κυρίως στην περιοχή της Καρύστου. Με εξαίρεση κάποιες μικρές εκμεταλλεύσεις με αξιόλογα δείγματα δουλειάς, η υπόλοιπη ζώνη δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

• ΚΤΗΜΑ ΑΒΑΝΤΙΣ (22210 55350)
• ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ ΛΥΚΟΣ (22290 68400, 68222)
• ΜΙΚΡΟ ΚΤΗΜΑ ΤΣΑΛΑ (22210 92420)
• ΚΤΗΜΑ ΜΟΝΤΟΦΩΛΙ (210 5278601)

Αχαϊα

Σημαντική αμπελουργική ζώνη τόσο για ξηρά όσο και για επιδόρπια κρασιά. Θεωρείται όχι άδικα η ζώνη με τον καλύτερο Ροδίτη στην Ελλάδα (Ο.Π.Α.Π.), ενώ και το δυναμικό της στη Μαυροδάφνη.(Ο.Π.Ε.) και το Μοσχάτο (Ο.Π.Ε. Ρίου και Πατρών) είναι αξιοσημείωτο. Μεγάλη σε έκταση (40.000 στρέμμ.), με ποικιλία εδαφολογικών και κλιματολογικών συνθηκών και υψόμετρα από 100 έως 800 μ., προσφέρεται για παραγωγή κρασιών με διαφορετικούς χαρακτήρες και ενδιαφέρουσα οργανοληπτική συμπεριφορά. Δυστυχώς πάσχει από έλλειψη σοβαρών αμπελοοινικών εκμεταλλεύσεων, που θα μπορούσαν να την αναδείξουν.

• ΟΙΝΟΦΟΡΟΣ (26910 29415)
• ΑΜΠΕΛΩΝΕΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ (2610 525459)
• ΟΙΝΟΠΟΙΙΑ ΠΑΡΠΑΡΟΥΣΗ (2610 438676)

Πώς αξιολογούμε μια αμπελουργική περιοχή

Σήμερα που οι παραδοσιακές αμπελουργικές ζώνες της Ελλάδας έχουν επαρκώς οριοθετηθεί και καινούριες περιοχές εμφανίζονται, προβάλλοντας αξιώσεις, προκύπτει εκ νέου ένα ζήτημα αξιολόγησης και εκτίμησης των δυνατοτήτων του ελληνικού αμπελώνα.

Για να αξιολογηθεί μια περιοχή, πρέπει απαραιτήτως να δίνει κρασιά με την επωνυμία της. Έτσι, ως αυτονόητο κριτήριο αξιολόγησης κάθε αμπελουργικής ζώνης μπορεί να θεωρηθεί το ποσοστό των εμφιαλωμένων κρασιών με την ένδειξη της περιοχής, σε σχέση με το χύμα, αλλά και το κρασί που ανώνυμα προστίθεται σε εμπορικά blends.

Λιγότερο ίσως αυτονόητο για πολλούς είναι το κριτήριο της ιδιοκτησιακής σχέσης του οινοποιού με τον αμπελώνα. Όσοι δεν είναι ήδη πεπεισμένοι ότι χωρίς ιδιόκτητο αμπέλι δεν γίνεται κρασί υψηλής ποιότητας, ας το δεχτούν ως αξίωμα ή ας προστρέξουν στην παγκόσμια οινική εμπειρία, όπου λιγοστές εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Έτσι, ως δεύτερο κριτήριο ποιότητας των κρασιών μιας περιοχής μπορούμε να ορίσουμε το ποσοστό των κρασιών που εμφιαλώνονται από τους ιδιοκτήτες αμπελιών: όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό αυτό, τόσο πιο αναπτυγμένη εμφανίζεται η περιοχή.

Τα δύο αυτά κριτήρια συμ-πληρώνονται από το κριτήριο της τιμής. Τόσο η μέση τιμή πώλησης των εμφιαλωμένων κρασιών μιας αμπελουργικής ζώνης, όσο και η τιμή που επιτυγχάνουν τα καλύτερα από αυτά, υποδεικνύουν κατά τεκμήριο το δυναμικό ποιότητας κάθε περιοχής.

Πλαγιές Αιγιαλείας

Ο οινολόγος Άγγελος Ρούβαλης, ιδρυτής και συνιδιοκτήτης, με τα Ελληνικά Κελλάρια Οίνων, της εταιρείας Οινοφόρος που παράγει κρασιά από αμπέλια σκαρφαλωμένα στην ορεινή Ζήρεια, βλέπει ότι οι μεταβολές του οινικού χάρτη της Ελλάδας θα πρέπει να τολμήσουν να αγγίξουν θέματα-ταμπού, όπως η διατήρηση των ονομασιών προέλευσης στα αρχικά τους όρια. Έτσι, είναι απόλυτα βέβαιος ότι η Ονομασία Προέλευσης Πάτρα των δυτικών, πεδινών αμπελιών πρέπει να πάρει βελούδινο διαζύγιο από τις ανατολικές ορεινές της περιοχές που εμφανίζουν τελείως διαφορετική δυναμική και στιλ κρασιών. Στις πλαγιές του Παναχαϊκού όρους και του Χελμού, περιοχή με τη γενικότερη ένδειξη Πλαγιές Αιγιαλείας, έχουν πλέον αναπτυχθεί οινοποιίες (ανάμεσά τους και ο Οινοφόρος) με αμπέλια μικρών στρεμματικών αποδόσεων τα οποία, ελέω υψομέτρου κι ενός πολύ πιο δροσερού κλίματος, χάρη στο βορινό προσανατολισμό τους με θέα στον Κορινθιακό, παράγουν κρασιά από την ποικιλία Ροδίτης όσο και από άλλες, ελληνικές και διεθνείς, ποικιλίες που ξεχωρίζουν ποιοτικά από τα απλά κρασιά των πεδινών περιοχών της Πάτρας.



Χρώμα / κατηγορία

banner

Ποικιλίες

banner

Το κρασί στο εξωτερικό

Το κρασί στην Ελλάδα

banner

ΟΠΑΠ - ΠΟΠ - ΠΓΕ οίνοι

Παραγωγοί

banner

Αναζήτηση με φίλτρα

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Αναζητήστε στο αρχείο του αθηνόραμαUmami δίνοντας μέρος του ονόματος