banner
banner
banner

Σπάνιες ελληνικές ποικιλίες στο ποτήρι

Ας γνωρίσουμε ποικιλίες αμπελιού ξεχασμένες που επανήλθαν θριαμβευτικά στο προσκήνιο.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Να προσφέρουμε ένα ποτήρι Ροκανιάρη; Η μήπως να αρχίσουμε με μια τυπική σκλάβα, να συνεχίσουμε με ένα  αρωματικό τινακτορώγο και να κάνουμε χρωματική αλλά και γευστική αλλαγή με ένα μαύρο μεσενικόλα ή με μια δυναμική μαυροκουντούρα; Σας μπερδέψαμε; Αν όχι, σίγουρα προκαλέσαμε την περιέργεια σας…Πρόκειται για γηγενείς ελληνικές ποικιλίες που δίκαια έρχονται στο προσκήνιο και ακόμα πιο σωστά στο ποτήρι μας για τη διεύρυνση των οινικών εμπειριών μας… Ελάτε να τις γνωρίσουμε μαζί! 

Από το Chardonnay στην Κυδωνίτσα…

Αν ήθελα να περιγράψω την τωρινή οινική κατάσταση θα έλεγα ότι βρισκόμαστε σε μια αισιόδοξη φάση αρχικής ωρίμανσης. Αυτό, γιατί ποιοτικά είμαστε πιο σταθεροί, εμπορικά πιο κατασταλαγμένοι, εξαγωγικά όλο και πιο υποσχόμενοι, εσωτερικά πιο εξελικτικοί και καταναλωτικά πιο διαθέσιμοι για ψάξιμο και ενημέρωση. Τα wine bars, ο νέος τρόπος εξωστρέφειας των ελληνικών κρασιών ανθούν ραγδαία και οι παραγγελίες από τα ξένα αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Σε αυτό το υποσχόμενο οινικό τοπίο τον πρώτο ρόλο δεν έπαιξαν γνωστοί και μη εξαιρετέοι πρωταγωνιστές, όπως είναι το sauvignon, το merlot ή το φημισμένο chardonnay, αλλά κρυφοί αουτσάιντερ και ξεχασμένοι κομπάρσοι. Ντόπιοι επιλαχόντες, που είχαν ξεριζωθεί προς τιμήν των φημισμένων διεθνών ποικιλιών, που πήραν την θέση τους, ή ακόμα σε πολλές περιπτώσεις είχαν λησμονηθεί. Ο καιρός όμως έχει γυρίσματα και τα σίγουρα οινικά άλογα κούρσας κούρασαν τους απανταχού οινόφιλους ουρανίσκους. Δόθηκε έτσι το σύνθημα για νέες οινικές αναζητήσεις και εμπειρίες και εμείς εδώ σταθήκαμε τυχεροί. Η χώρα μας δεν έχει μόνο πλούσια αμπελουργική ιστορία, ευεργετικό κλιματολογικό περιβάλλον και terroir, έχει επιπλέον τις περισσότερες τοπικές ποικιλίες. Σε αυτές στράφηκαν οι Έλληνες παραγωγοί που ψυχανεμίστηκαν την νέα ανάγκη της αγοράς και τις έφεραν στο προσκήνιο. Εμείς μιλήσαμε με όλους  για να προσεγγίσουμε περισσότερο τις πιο παλιές ποικιλίες κρασιού που ξαναζούν τη νιότη τους και αποτελούν ένα κάλεσμα για σπάνιες γευσιγνωστικές στιγμές, πρωτόγνωρες και πρωτότυπες. Άλλωστε, ο καλός καιρός και η διάθεση προδιαθέτει για καλό κρασί.. Πάμε λοιπόν μέσα από ένα εγχώριο ταξίδι να γεμίσουμε τα ποτήρια μας με βιδιανό, παμίτι, μούχταρο και πολλά ακόμα και να περάσουμε καλά… 

banner
Ποικιλίες από την Θήβα, την Εύβοια, τον Τύρναβο, την Καρδίτσα, την Ξάνθη και τις Σέρρες…

Η αλλιώς μούχταρο, μαύρη κουντούρα, βραδυανό, λημνιώνα, μαύρος μεσενικόλας, παμίτι και κόνιαρος. Όλες αυτές οι ποικιλίες έχουν ένα κοινό, το βαθύ και ζωηρό ερυθρό χρώμα, μετά όμως έρχεται το άρωμα και η γεύση και εκεί κάθε μια έχει την προσωπικότητα της.  
Μούχταρο
Στην κοιλάδα των Μουσών ήταν φυτεμένο το μούχταρο, αλλά ο δύσκολος χαρακτήρας  και η μικρή παραγωγικότητα, ώθησε τους αμπελουργούς να το εγκαταλείψουν και να το αντικαταστήσουν με το εύκολο και παραγωγικό σαββατιανό. Η οικογένεια Ζαχαρία πριν από λίγα χρόνια επανέφερε το πάρεδρο, που είναι η μετάφραση του μούχταρου στα τουρκικά, δούλεψε μαζί του και κατάφερε να εκμαιεύσει όλες τις δυνατότητες του για εξαιρετικά κόκκινα κρασιά πληθωρικά στη μύτη και στο στόμα. Ο Νίκος Ζαχαρίας, μάλιστα, μας είπε ότι  muhteris σημαίνει φιλόδοξος και η φιλοδοξία τους για ένα στιβαρό, μοναδικό κρασί επιτεύχθηκε. Το μούχταρο ευωδιάζει βύσσινο, ιώδιο, μελάνι, καραμέλα, μόκα και δίνει κρασιά με καλές ταννίνες και αλκοόλη, έχει μεγάλη δυνατότητα παλαίωσης και μπορεί να δώσει εξίσου πλούσια ροζέ και γλυκά κρασιά. 
Μαύρη Κουντούρα 
Στην Κύμη Ευβοίας έδωσε ο Απόστολος Μούντριχας το προσωπικό του στοίχημα για την αναβίωση της ξεχασμένης τοπικής ποικιλίας μαύρη κουντούρα. Πρόκειται για έναν άλλο κλώνο της αιγαιοπελαγίτικης Μανδηλαριάς, αλλά με πιο μικρά σταφύλια, πιο σκούρο χρώμα, και πιο βελούδινες ταννίνες. Τα γραπτά ντοκουμέντα μιλούσαν για μια σπουδαία ποικιλία που ζήλευαν ακόμα και οι Γάλλοι έμποροι. Ο παραγωγός έψαξε πολλά χρόνια με τη βοήθεια ντόπιων και γεωπόνων μέχρι να ανακαλύψει ένα αμπελάκι ηλικίας 60 ετών. Ακολούθησαν πολλές πειραματικές οινοποιήσεις  και επιστημονική έρευνα από τον γεωπόνο Κωνσταντίνο Μπακασιέτα, ο οποίος έφτιαξε τα πρώτα νέα κλήματα από την ενδιαφέρουσα ελληνική ποικιλία. Η προσπάθεια όμως άξιζε, η μαύρη κουντούρα δημιουργεί στιβαρά κρασιά, αρμονικά και ελκυστικά που πλημμυρίζουν το στόμα από κόκκινα φρούτα και μπαχαρικά. 
Βραδυανό
Η οικογένεια Βρινιώτη άρχισε από το 1996 να ασχολείται με την ποικιλία βραδυανό  ψάχνοντας σε όλη τη Βόρεια Εύβοια να βρει φυτά. Το 1999 κατάφερε να καλλιεργήσει τα πρώτα 5 στρέμματα με αυτή τη σπάνια ποικιλία. Η ποικιλία βραδυανό ευδοκιμούσε σε όλη τη Βόρεια Εύβοια πριν το 1950 και ήταν ιδιαίτερα γνωστό το κρασί που προέκυπτε. Μετά τη φυλλοξήρα όμως, η ποικιλία σχεδόν εξαφανίστηκε, όπως άλλωστε και οι περισσότερες σπάνιες Ελληνικές ποικιλίες. Σήμερα είναι ανθεκτική στη ξηρασία, τα σταφύλια είναι πυκνόραγα με μέτριο μέγεθος και ερυθροϊώδους χρωματισμούς και σερβίρει κρασιά με καλό χρώμα, αρκετά αρωματικά ,υψηλόβαθμα με καλή οξύτητα και στρογγυλεμένες ταννίνες.
Λημνιώνα 
Καλλιεργούνταν πριν τη φυλλοξήρα παραδοσιακά στη Θεσσαλία (Καρδίτσα, Τρίκαλα, Τύρναβος), ανάμικτη με άλλες ποικιλίες, για την παραγωγή του κρασιού των χωρικών. Σχεδόν εξαφανισμένη, διασώθηκε από το Ινστιτούτο Αμπέλου και την τελευταία δεκαετία καλλιεργείται από τους οινοπαραγωγούς Τσιλιλή και Ζαφειράκη.
Η λημνιώνα είναι μια ποικιλία που δίνει εξαιρετικά αποτελέσματα όταν καλλιεργείται σε μικρές αποδόσεις σε ηπειρωτικά κλίματα με ζεστά καλοκαίρια, καθώς είναι πολύ όψιμη. Το ενδιαφέρον είναι ότι έχει φοβερή αντοχή στην ξηρασία και δεν έχει ανάγκη από νερό ακόμα και σε περίοδο καύσωνα.  Παράγει ερυθρούς και ροζέ οίνους με πλούσιες ανθοκυάνες και ζωντανό πορφυρό χρώμα το οποίο διατηρεί τη φρεσκάδα στο πέρασμα των χρόνων, χωρίς να «καφετίζει». Οι οίνοι έχουν πλούσιες αλλά πάντα μεταξένιες, φινετσάτες τανίνες, κομψό σώμα που δεν γίνεται λιπαρό και βαρύ και ισορροπημένη οξύτητα. Το εντυπωσιακό χαρακτηριστικό των οίνων από λημνιώνα είναι η έντονη εκφραστική μύτη με χαρακτηριστικά αρώματα κόκκινων φρούτων, όπως φράουλα, φραμπουάζ, κράνο και βύσσινο και αρώματα γλυκών μπαχαρικών, όπως μοσχοκάρυδο και γαρύφαλλο, ακόμα και όταν δεν έχει γίνει παλαίωση σε δρυ. 
Αν θα θέλαμε να τη «συγκρίνουμε» με διεθνείς ποικιλίες, θα μπορούσαμε να  πούμε ότι στο στόμα μοιάζει με τις ιταλικές ποικιλίες Sangiovese και Barbera και στη μύτη με τη γαλλική Pinot Noir.
Μαύρο Μεσενικόλα 
Ο Μεσενικόλας απέχει 22 χιλ. από την Καρδίτσα και είναι από τις περιοχές εκείνες  που σου κλέβουν την καρδιά και σου προκαλούν την απαραίτητη ηρεμία για να εκτιμήσεις τα κρασιά του τόπου. Το σημερινό όνομα του χωριού προέρχεται από κάποιον μεγάλο νοικοκύρη, που οι  Φράγκοι ονόμαζαν Μεσιέ-Νικολά. Ο ίδιος λέγεται πως έφερε την αμπελοκαλλιέγρεια στην περιοχή και συγκεκριμένα το «Μαύρο Μεσενικόλα», ποικιλία που δεν καλλιεργείται πουθενά αλλού στην Ελλάδα. Η ποικιλία αυτή μας δίνει το κρασί Π.Ο.Π. (Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης) «Μεσενικόλα», το οποίο σε εντυπωσιάζει από την στιγμή που θα το δεις στο ποτήρι και δεν σε απογοητεύει ούτε στην τελική επίγευσή του. Με την πασχαλιά, τη βιολέτα και τα εσπεριδοειδή, θυμίζει σχεδόν λευκό κρασί, αλλά η έκπληξη βρίσκεται στην τελική επίγευση ενός στιβαρού κόκκινου κρασιού με ευγενικές τανίνες.

Σπάνιες ελληνικές ποικιλίες στο ποτήρι

Παμίτι και  Κόνιαρο  
Ο παμίτης κατάγεται από την Θράκη και έχει το δικό του χαρακτήρα, γενναιόδωρο σε αρώματα κόκκινων φρούτων κυρίως φράουλας. Ταιριάζει με άλλες ερυθρές ποικιλίες αλλά και μόνος του στέκεται πολύ καλά ειδικά σε ευχάριστα ροζέ κρασιά. Ο κόνιαρος είναι μια ξεχασμένη ποικιλία του νομού Σερρών,  που αναβίωσε ο οινοποιός Νεραντζής Μητρόπουλος. Το ερυθρό σταφύλι έχει εντυπωσιακή τανική φλούδα και μεγάλη άγρια φύλλα. Έτσι, αντίστοιχα τα κρασιά που προκύπτουν είναι ιδιαίτερα ταννικά με μεγάλη δυνατότητα παλαίωσης.    
Οι προτάσεις μας: Φυσικά διαλέξαμε για σας τους καλύτερους αντιπροσώπους για να γνωρίσετε τις ποικιλίες στην πράξη αλλά και για να έχετε τους καλύτερους συνοδούς σε όλη την σαρακοστή και μετέπειτα στην λαμπρή. 
Μούχταρο κτήμα Μουσών: Βαθύ κόκκινο χρώμα για ένα κρασί με τονισμένη οξύτητα, απαλές ταννίνες και πολυπλοκότητα αρωμάτων. Στο τραπέζι ταιριάζει ιδανικά με το αρνί, τα λαδερά και τα σκληρά κίτρινα τυριά.

banner
Σπάνιες ελληνικές ποικιλίες στο ποτήρι

Μαύρη Κουντούρα κτήμα Αβαντίς: Οι εναλλαγές σε αυτό το κρασί είναι υπέροχες. Ξεκινάει με αρώματα φρούτων για να συνεχίσει με βοτανικές πινελιές και ευγενικές παρουσίες μπαχαρικών και να καταλήξει σε νύξεις από βανίλια και λιβάνι. Μην το σκεφτείτε πρέπει να την δοκιμάσετε με κατσικάκι που σιγοψήνεται στο φούρνο ή με πανσέτα ψημένη με δεντρολίβανο. 
Ίαμα ερυθρό, κτήμα Βρυνιώτη: Το βραδυανό φλερτάρει το Syrah και το πυκνό κόκκινο κρασί φλερτάρει με τις αισθήσεις μας. Δυνατό του χαρτί είναι η βιολέτα που αγκαλιάζει την βανίλια και τα μπαχαρικά και προσελκύει ελληνικά φαγητά, όπως μελιτζάνες, παπουτσάκι αλλά και πρωτότυπα ριζότο ή την κλασική παέγια θαλασσινών. 
Κτήμα Θεόπετρα, Τσιλιλή: Ένα ερυθρό που παρουσιάζει όλες τις χάρες της ποικιλίας Λημνιώνα  και είναι ότι πρέπει για κατσικίσιο ή αρνίσιο κρέας αλλά και για επιδόρπια σοκολάτας ή κόκκινων φρούτων. 

Σπάνιες ελληνικές ποικιλίες στο ποτήρι

Μεσενικόλα, Οινοποιείο Καραμήτρος: Σε αυτό το κρασί η Καρδιτσιώτικη ποικιλία συναντά το syrah και ο ευρωπαϊκός αέρας το βαθύ ελληνικό στοιχείο. Τα οργανοληπτικά του χαρακτηριστικά, φρούτα και μπαχαρικά, είναι άψογα με ένα σωστά ψημένο φιλέτο μοσχαριού. 
Άβδηρος ροζέ κτήμα Βουρβουκέλη: Το ελκυστικό τριανταφυλλί χρώμα είναι μόνο  η αρχή γι αυτό το κρασί από παμίτι. Μόλις το δοκιμάσεις νιώθεις ότι τρως φρέσκες φράουλες μαζί με φραγκοστάφυλα και φρούτα του δάσους. Κρατήστε αυτή την αίσθηση μαζί με κάποια δροσερή σαλάτα ή μια τάρτα με φρούτα. 
Κόνιαρος, Νεραντζή Μητρόπουλου: Τα πράγματα εδώ είναι πολύπλοκα. Η μύτη παίζει ανάμεσα στο δαμάσκηνο, το φραγκοστάφυλο, το κακάο, τα γλυκά μπαχαρικά και τα αποξηραμένα λουλούδια. Το στόμα στέκει στιβαρό, μεστό με καλή οξύτητα και αξιόλογη ταννική δομή. Φυσικά θα χρειαστείτε έναν ισοδύναμο γευστικό παρτενέρ δηλαδή ένα καλομαγειρεμένο μοσχάρι κατσαρόλας ή ένα αρωματικό αγριογούρουνο. 

Ποικιλίες από την Πελοπόννησο…

Για μαύρο Καλαβρυτινό, Ροκανιάρη, Σκλάβο, κυδωνίτσα και τινακτορώγο..

Μαύρο Καλαβρυτινό 
Μια δύσκολη ποικιλία συνιστώμενη για το νομό Αχαΐας. Πολλοί την εγκατέλειψαν γιατί έχει σοβαρά προβλήματα ωρίμανσης, αρκετά λεπτό φλοιό, είναι φτωχή σε ανθοκυάνες και έχει αρκετές και ατίθασες ταννίνες. Ο τετράμυθος αποφάσισε να ασχοληθεί σοβαρά μαζί της και να αναδείξει τις χάρες της, που δεν είναι και λίγες. Έχει ζωηρή οξύτητα, ικανοποιητική προς υψηλή αλκοόλη και όπως μας είπε και ο οινολόγος Παναγιώτης Παπαγιαννόπουλος έχει και μια ευχάριστη παραξενιά. Με το χρόνο το χρώμα της είναι πιο ζωντανό και έτσι αντί να δείχνει σημάδια γήρανσης αντίθετα εμφανίζει λαχταριστές νύξεις αρωματικής συμπύκνωσης. Τα φρέσκα κρασιά από Μαύρο Καλαβρυτινό είναι γεμάτα από κόκκινα φρούτα, όπως κεράσια ή βύσσινα όμως με την μορφή τάρτας ή τσισκέικ, ενώ αγκαλιάζονται από διακριτικές γήινες και ζωικές νότες. Στα ώριμα κρασιά η πολυπλοκότητα είναι πιο έντονη, αλλά ακόμα πιο εμφανές είναι το άρωμα από ώριμο κορόμηλο. Είτε τα φρέσκα είτε τα περασμένα από βαρέλι διαλέξετε και τα δύο είναι κρασιά γαστρονομίας και θα σας λύσουν τα χέρια στην κουζίνα. 

Ροκανιάρης και Σκλάβος
Ήρθε η ώρα αυτού του περίεργου τύπου, που προδιαθέτει με το άκουσμα του σε ροκ καταστάσεις. Είναι πράγματι δροσερός, ζωντανός και ζωηρός. Μαζί με το σκλάβο αποτελούν αποκλειστικότητα της Πελοποννήσου και πιο συγκεκριμένα της Αργολίδας. Καλλιεργούνται σε μια πλαγιά έξω από το Κρανίδι, στην περιοχή Βρέστεζα και σε υψόμετρο 250-300m. Μπορεί ο ροκανιάρης να έχει πιο free spirit όνομα αλλά ο σκλάβος στη πράξη  είναι πιο παραγωγικός. Στη μύτη, ο πρώτος χαρακτηρίζεται από τα εσπεριδοειδή, ενώ ο δεύτερος από τα βότανα. Στο στόμα και οι δυο είναι μαλακοί με ευχάριστη οξύτητα. 

Κυδωνίτσα 
Η  Κυδωνίτσα είναι μια παλιά γηγενής ποικιλία της Λακωνικής γης, η οποία κατά την περίοδο της Βυζαντινής ακμής ήταν ιδιαίτερα γνωστή , συμμετείχε δε με άλλες τοπικές ποικιλίες στη παραγωγή του φημισμένου οίνου Malvasia, ο οποίος  την περίοδο της Ενετοκρατίας από το λιμάνι της Μονεμβασιάς ταξίδευε σε όλο τον  κόσμο . Αργότερα, την περίοδο της τουρκοκρατίας για να περιοριστεί η οικονομική άνθηση της περιοχής απαγορεύτηκε η αμπελοκαλλιέργεια  και έτσι σταμάτησε να καλλιεργείται και η Κυδωνίτσα. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, μετά τις επίμονες και επίπονες προσπάθειες των αμπελουργών της περιοχής  ανακαλύφθηκε  εκ νέου και τα τελευταία χρόνια μετά από αρκετούς πειραματισμούς στην οινοποίησής άρχισε να ξανακαλλιεργείται. Οι μικρές στρεμματικές αποδόσεις, οι οποίες δεν ξεπερνούν συνήθως τα 800 κιλά το στρέμμα, ιδιαίτερα σε αμπέλια που καλλιεργούνται με βιολογική μέθοδο, συνηγορούν στην παραγωγή κρασιών με ιδιαίτερα  οργανοληπτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά. Σε όποιον αρέσει το Κυδώνι θα λατρέψει αυτή την ποικιλία. Άλλωστε από την έντονη παρουσία του πήρε το όνομα της. Τα προτερήματα της όμως δεν περιορίζονται μόνο στο κυδώνι, το γενικό αρωματικό δυναμικό, όπως και η οξύτητα είναι υψηλά, ενώ το στόμα είναι  λιπαρή και πληθωρική.  

Σπάνιες ελληνικές ποικιλίες στο ποτήρι

Τινακτορώγος
Δύσκολο να το συλλαβίσεις, πιο δύσκολο να το εντοπίσεις, αλλά πολύ εύκολο να το απολαύσεις.  Ο Τινακτορώγος ανήκει σε μια ομάδα πολύ σπάνιων ελληνικών ποικιλιών, που καλλιεργούνται σε μικρή έκταση, από λίγους οινοπαραγωγούς της περιοχής της Αρχαίας Ολυμπίας, αλλά με εντυπωσιακά αποτελέσματα υψηλής ποιότητας. Είναι μια  ποικιλία , η οποία δίνει λευκό κρασί, που οδηγεί στην εξερεύνηση πρωτόγνωρων οινικών εμπειριών. Το όνομα της έχει προέλθει από την ανθόρια που παρουσιάζει την εποχή της άνθισης. Υπολογίζεται ότι 10 έως 15 % της παραγωγής του το τινάζει εκείνη την εποχή. Η φύση δηλαδή κάνει έναν πρώιμο πράσινο τρύγο. Δεδομένης της σπανιότητας της ποικιλίας και των εξαιρετικών χαρακτηριστικών της ο Διονύσιος Μπριντζίκης αποφάσισε να πειραματιστεί και να δημιουργήσει ένα μοναδικό κρασί τυπικό της ποικιλίας και μαγευτικά ευωδιαστό από ροδάκινα και εσπεριδοειδή. 

Οι προτάσεις μας: 
Μαύρο Καλαβρυτινό, Τετράμυθος: Ένα ευχάριστο ερυθρό κρασί που το παγώνεις πριν το απολαύσεις στους 14 βαθμούς και το παντρεύεις με παλαμίδα ή τόνο πλακί στο φούρνο. Για πιο απαιτητικούς σερβίρεται με σούσι ή κόκκινο ψάρι και για πιστούς κρεατοφάγους με χοιρινό σουβλάκι. 
Ροκανιάρης και Σκλάβος, κτήμα Κοντοβράκη: Ο Ροκανιάρης στο ποτήρι εξελίσσεται προσφέροντας στη μύτη στιγμές με εσπεριδοειδή, ροδάκινα, βερίκοκα, νότες λουλουδιών και βανίλια. Στο στόμα είναι ελαφρύ και διεκδικεί την πρωτιά συντροφικότητας για τα μύδια, τα στρείδια και τις γυαλιστερές. Ο Σκλάβος πιο ήσυχος αφήνει τα βότανα να πρωταγωνιστήσουν και μαζί με την καλή οξύτητα να προσκαλέσουν στην παρέα τα τηγανητά καλαμαράκια και τις ψητές καραβίδες. 
Κυδωνίτσα, Κτήμα Θεοδωρακάκου: Λαμπερό λευκοκίτρινο, αποκαλύπτει σε πρώτο πλάνο το άγουρο κυδώνι, το αχλάδι και το κίτρο και σε δεύτερο τις νότες λεμονανθών, ακακίας, ευκαλύπτου και φτέρης. Στο στόμα η λεμονάτη οξύτητα απογειώνει πιάτα με τηγανητά ή ψητά ψάρια, οστρακοειδή και αλμυρά αλλαντικά. 

Σπάνιες ελληνικές ποικιλίες στο ποτήρι

Τινακτορώγος, κτήμα Μπριντζίκη: Μετά την ωρίμανση στις οινολάσπες το χρυσοπράσινο κρασί ευωδιάζει εξωτικά φρούτα, ροδάκινο, φλούδες πορτοκαλιού και βανίλια. Το βελούδινο στόμα του συμπληρώνει λευκά κρέατα με γλυκές ή αντίστοιχα λευκές σάλτσες. 

Σπάνιες ελληνικές ποικιλίες στο ποτήρι

Αυτές οι μυστηριώδεις άγνωστες (τώρα πια σαγηνευτικές γνωστές) θα σας χαρίσουν νέες συγκινήσεις και καινούριες ανακαλύψεις… Στην υγειά σας!!!


Από την Χρυσούλα Κυριακοπούλου



Χρώμα / κατηγορία

banner

Ποικιλίες

banner

Το κρασί στο εξωτερικό

Το κρασί στην Ελλάδα

banner

ΟΠΑΠ - ΠΟΠ - ΠΓΕ οίνοι

Παραγωγοί

banner

Αναζήτηση με φίλτρα

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Αναζητήστε στο αρχείο του αθηνόραμαUmami δίνοντας μέρος του ονόματος