Κτήμα Μερκούρη: Ένας παράδεισος στην Ηλεία

Θάλεια Τσιχλάκη Θάλεια Τσιχλάκη ω(Φωτ) Βαγγέλης Πατεράκης ω(Φωτ) Βαγγέλης Πατεράκης Παρασκευή, 08 Νοεμβρίου 1996

Σε μια ατημέλητη αγρέπαυλη, με μυστηριακή ατμόσφαιρα, αναβιώνει ένα ιστορικό κρασί, με τις ρίζες του απλωμένες στον προηγούμενο αιώνα. Οι αδερφοί Κανελλακοπούλου επιστρέφουν στο Κτήμα και ξετυλίγουν, μέσα από το παλιομοδίτικο τσιγαρόχαρτο του περιτυλίγματος, ένα πρωτότυπο, «θερμό» κρασί.

Κτήμα Μερκούρη: Ένας παράδεισος στην Ηλεία

Ένας μαύρος θαλασσινός βράχος, σε σχήμα πουλιού, ριγμένος στη θάλασσα, έδωσε το όνομα στο χωριό: Κορακοχώρι. Μικροί, απάνεμοι όρμοι, πράσινες ακτές, λουσμένες στο φως του Ιονίου. Γαλήνη.



Τέτοιο τοπίο, που μάγεψε τον Θεόδωρο Μερκούρη, στα 1860, γεννώντας μέσα του την απόφαση να αγοράσει 500 στρέμματα γης και να εγκατασταθεί οριστικά στο χωριό με το παράξενο όνομα, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το Κατάκολο και την Ολυμπία.



Ποιος θα φανταζόταν ότι ο αντιμοναρχικός νεαρός, που είχε αναγκαστεί να καταφύγει στην Αίγυπτο, εξαιτίας της δράσης του στη Γορτυνία, θα γινόταν μια μέρα γαιοκτήμονας στην Ηλεία!



Και όμως, ο Θεόδωρος Μερκούρης, χτίζει μια αγρέπαυλη και τριγύρω της δημιουργεί μια πρότυπη γεωργική εκμετάλλευση. Στην αρχή, φυτεύει μόνο ελιές και κορινθιακή σταφίδα. Το 1870 φυτεύει και κρασοστάφυλα. Οι εμπορικές του σχέσεις με τη Β. Ιταλία καθοδηγούν μάλιστα σε επιλογή οιναμπέλου της ιταλικής ποικιλίας refosco. Φαίνεται δε πως το ρεφόσκο ευδοκίμησε στο κτήμα, αφού που οι ντόπιου το βάφτισαν «μερκούρι» ή «σταφιδομέρκουρο».



Στα 1930, ο γιος του Θεόδωρου, Λεωνίδας Μερκούρης, βλέποντας πως το κρασί του κτήματος, που εκείνη την εποχή πουλιόταν χύμα, σε βαρέλια, στην Τεργέστη είχε μεγάλη ζήτηση, δημιουργεί ένα σύγχρονο - για τα τότε δεδομένα - οινοποιείο, το οποίο λειτούργησε κανονικά, όπως και το ελαιοτριβείο, μέχρι το 1955.



Σήμερα, ακόμα βρίσκονται στον ίδιο χώρο και αποτελούν μνημεία της βιομηχανικής εξέλιξης της εποχής τους.



Δυστυχώς, ο πόλεμος και οι δυσκολίες των μεταπολεμικών χρόνων ανάγκασαν την τρίτη γενιά των Μερκούρηδων - που ήταν στην πλειοψηφία της γυναίκες - να εγκαταλείψουν την οινοποίηση. Έτσι, τα σταφύλια έφευγαν σχεδόν στο σύνολό τους πια για τις μεγάλες οινοπαραγωγικές εταιρείες της γειτονικής Πάτρας, ενώ όσο κρασί έβγαινε πια στο κτήμα, μόλις που επαρκούσε για το οικογενειακό τραπέζι.

Η αναβίωση
Εβδομήντα στρέμματα αμπελώνα δικαιώνουν την άποψη πως το Κτήμα Μερκούρη είναι ένα αληθινό «chateau», με την μπορντολέζικη άποψη.

Εβδομήντα στρέμματα αμπελώνα δικαιώνουν την άποψη πως το Κτήμα Μερκούρη είναι ένα αληθινό «chateau», με την μπορντολέζικη άποψη.

Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 80, οι δύο γιοι της εγγονής του Θεόδωρου Μερκούρη, Μαρίας, ο Βασίλης και ο Χρήστος Κανελλακόπουλος, αποφασίζουν, ο καθένας με τον τρόπο του, να επιστρέψουν στο κτήμα, εγκαταλείποντας τη ζωή της πόλης. Και ο μεν Βασίλης το κατάφερε ουσιαστικά, αφού εδώ και 13-14 χρόνια ζει πια με την οικογένειά του στο Κορακοχώρι. Ο δε Χρήστος κατόρθωσε το ακατόρθωτο: περνά τη μισή ζωή του ως στέλεχος Τραπέζης στην Αθήνα και την υπόλοιπη ως γεωπόνος του κτήματος ...

Όλα ξεκίνησαν σαν ένα «αστείο»: από μια φιάλη που οι Κανελλακόπουλοι έστειλαν, σαν δώρο, στο φίλο και πατριώτη τους Γεράσιμο Βασιλόπουλο, τον «πατέρα» των «Α-Β». Εκείνη την εποχή (1987) το «Κτήμα Μερκούρη» ήταν σπανιότερο και από του «πουλιού το γάλα», αφού εμφιαλωνόταν ακόμα σε οικιακό επίπεδο, για τους φίλους. Αυτή, η μια φιάλη, ήταν αρκετή, όμως, για να αποτελέσει την απαρχή ενός σπουδαίου κρασιού. Οι σύμβουλοι αγορών των «Α-Β» το υποστήριξαν αμέσως και επεδίωξαν να το βάλουν στη συλλογή τους. Έτσι, η εσοδεία του 1989 κυκλοφορεί για πρώτη φορά επισήμως στην αγορά, στην ευάριθμη ποσότητα των ... 1.500 φιαλών!

Η οικογένεια Μερκούρη - Κανελλακοπούλου γύρω από το τραπέζι και εικόνες από τους εσωτερικούς χώρους μιας έπαυλης που φέρνει έντονα σημάδια του χρόνου.

Η οικογένεια Μερκούρη - Κανελλακοπούλου γύρω από το τραπέζι και εικόνες από τους εσωτερικούς χώρους μιας έπαυλης που φέρνει έντονα σημάδια του χρόνου.

Τα τριάντα πέντε στρέμματα ρεφόσκο που είχαν απομείνει από τα πενήντα, τα οποία είχε φυτέψει κάποτε ο Μερκούρης, δεν επαρκούσαν πια. Γι αυτό, αρχίζει μια συστηματική προσπάθεια ανανέωσης και επέκτασης του παλαιού αμπελώνα. Φυτεύονται και νέες ποικιλίες, οι οποίες, με εξαίρεση τα κάποια στρέμματα μαυροδάφνης που χρησιμοποιείται για συνοινοποίηση με το ρεφόσκο στο «Κτήμα Μερκούρη», επιλέχθηκαν για να διερευνηθεί αν ευδοκιμούν στην περιοχή (αποδεικτικός αμπελώνας).

Σιγά σιγά, τα 35 στρέμματα γίνονται 70, ενώ, όπως φαίνεται, εκτός από το λάδι που εξακολουθεί να παράγεται και να τυποποιείται για μικρή κατανάλωση, οι υπόλοιπες καλλιέργειες - κυρίως οπωροφόρα - τείνουν να εγκαταλειφθούν. Δυστυχώς, κατά τη γνώμη μου, γιατί συνήθως λειτουργούν προστατευτικά για την ισορροπία του οικοσυστήματος του αμπελώνα.

Από τις γηγενείς ποικιλίες επιλέγονται ο αυγουστιάτης, το αγιωργήτικο και η τουρκοπούλα (ένας ερυθρός κλώνος του ροδίτη), ενώ από τις ξένες η grenache, η mourνedre, η sangiovese, η viognier, η rίbolla gialla, οι δύο cabernet, η merlot και οι δύο συγγενικές του ρεφόσκο, η ιταλική refosco dal penducolo rosso και η monteuse noire, γνωστή και ως ρεφόσκο Σαβοΐας, στο ονομασίας προέλευσης vin de Savoie.

Φέτος, μάλιστα, έγινε και μια προσπάθεια να οινοποιηθούν μόνα τους σταφύλια από τα νεαρά αυτά κλήματα της μαυροδάφνης, του ρεφόσκο (νταλ πεντούκολο ρόσο), των καμπερνέ φραν και σοβινιόν, της γκρενάς και του μερλό, εκ των οποίων, εντελώς υποκειμενικά σας λέω, εξαιρετικά δείγματα έδωσαν η μαυροδάφνη και το εν λόγω ρεφόσκο.

Βέβαια, επειδή πάντα υπάρχει και ο αντίλογος, πολλοί είναι εκείνοι που θα ισχυριστούν ότι το «Κτήμα Μερκούρη» είναι μια σπάνια περίπτωση για τα ελληνικά δεδομένα, καθώς διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις ενός πραγματικού chateau, κατά τα γαλλικά πρότυπα. Επομένως, ίσως, θα έπρεπε να επικεντρώσει τις προσπάθειές του στο ένα και μοναδικό κόκκινο κρασί του, αντί να διακινδυνεύσει ένα ακόμα προϊόν πριν ολοκληρώσει την «οικοδόμηση» του πρώτου.

Οι παρτιτούρες της πιανόλας περιμένουν στο ντουλάπι, για να αρχίσει η γιορτή

Οι παρτιτούρες της πιανόλας περιμένουν στο ντουλάπι, για να αρχίσει η γιορτή

Οι προσπάθειες ανασυγκρότησης του κτήματος δεν σταματούν στον αμπελώνα. Αν και τα παλαιά μηχανήματα διατηρήθηκαν, χάριν της ιστορίας, αντικαταστάθηκαν από νέα, σύγχρονης τεχνολογίας. Η δε οινοποίηση γίνεται υπό την επίβλεψη του οινολόγου-χημικού κ. Δημ. Διονυσόπουλου. Παράλληλα, δημιουργούνται υπόγειοι χώροι φύλαξης του κρασιού, αγοράζονται δρύινα, γαλλικά βαρέλια και διαμορφώνεται ο χώρος του οινοποιείου, έτσι ώστε να μπορεί να δεχθεί επισκέπτες.

Οι παλιές, χτιστές δεξαμενές μετατρέπονται σε αίθουσες γευσιγνωσίας, καθώς υπάρχει πάντα ο στόχος της πλήρους ένταξης του κτήματος στο πρόγραμμα των δρόμων του κρασιού της Πελοποννήσου. Οι ίδιοι οι Κανελλακόπουλοι είναι, άλλωστε, από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της ιδέας αυτής, στην περιοχή. Σκέφτηκαν μάλιστα να συμπεριλάβουν στο πρόγραμμα της επίσκεψης και τις εγκαταστάσεις του παλαιού, μηχανοκίνητου ελαιοτριβείου, ως τμήμα ενός μουσείου βιομηχανικής εξέλιξης των αρχών του αιώνα μας.

Φωτογραφία από το βιομηχανικό μουσείο του κτήματος.

Φωτογραφία από το βιομηχανικό μουσείο του κτήματος.

Αξίζει να πούμε ότι ανάμεσα στα τόσα παράξενα και αλλοτινά αντικείμενα που ίσως θα τραβήξουν την προσοχή του επισκέπτη - όπως ο κομψός «μπεζαχτάς», ένα υψίκορμο έπιπλο¬γραφείο λογιστή που βρέθηκε στο χώρο του οινοποιείου - μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαφημίσεις υπερωκεάνειων, κατάλοιπα του γραφείου ταξιδίων και μετανάστευσης, που διατηρούσε ο Λεωνίδας Μερκούρης, την ίδια εποχή που ενέπνευσε στον Ανδρέα Εμπειρίκο το «Μεγάλο Ανατολικό».

Η ζωή στο κτήμα
Η ζωή στο κτήμα

Γύρω στα 1990, ένας άλλος σπουδαίος και πρωτοπόρος οινοπαραγωγός της Πελοποννήσου, που σήμερα δυστυχώς δε βρίσκεται πια στη ζωή, μου είχε μιλήσει με ενθουσιασμό για το ρεφόσκο του Κτήματος Μερκούρη. Εκείνη η διήγηση με έκανε να ονειρεύομαι να γνωρίσω τον τόπο και τους ανθρώπους που «βγάζουν» αυτό το «βελούδινο», όπως μου το είχε περιγράψει, κρασί.

Τα χρόνια περνούσαν και οι δοκιμές επιβεβαίωναν πάντα αυτή την αρχική κρίση. Όμως, το μόνο που γνώριζα για τον τόπο, ήταν πως η οικογένεια Μερκούρη-Κανελλακόπουλου κατοικούσε στην όμορφη αγρέπαυλη, που έβλεπα στην αρντεκό ετικέτα του κρασιού.

Η κάβα παλαίωσης του κτήματος

Η κάβα παλαίωσης του κτήματος

Τώρα είμαι σίγουρη πως καμιά περιγραφή και καμιά διήγηση δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδώσει τις ονειρικές εικόνες και τη μυστηριακή ατμόσφαιρα εγκατάλειψης, που αποπνέει αυτό το σπίτι. Εικόνες, που μόνο στα υγρά τοπία του Ταρκόφσκι ή στα νωχελικά πλάνα του Βισκόντι είχα συναντήσει. Δεν ξέρω αν η γοητεία που άσκησε πάνω μου αυτό το κτίριο ερχόταν από τους σκοτεινούς τοίχους του - όπου το μόνο αληθινό χρώμα που διέκρινες ήταν η πατίνα του χρόνου - ή από το μελαγχολικό τρίξιμο των παμπάλαιων παραθυρόφυλλων στο άγγιγμα του ανέμου, ή ακόμα από τα αναμμένα κεριά που αντικατοπτρίζονταν, με φόντο το σούρουπο του Ιονίου, στον τεράστιο καθρέφτη, ή μήπως από τα τρυφερά βαλσάκια, σαν το «τσιριμπριμπίμ», που έπαιξε για χάρη μας ο Βασίλης Κανελλακόπουλος στο μηχανικό πιάνο (orgue de Barbarie).



Μπορεί να ήταν και η πρόκληση του μονίμως στρωμένου τραπεζιού, που ανανέωνε διαρκώς την υπόσχεση μιας γιορτής, και δήλωνε ότι η τέχνη του τραπεζιού, Ι art de la table, όπως τη λένε οι Γάλλοι, είναι τρόπος ζωής γι αυτούς τους ανθρώπους. Ακόμα θυμάμαι εκείνο το συναίσθημα απόλυτης ηρεμίας που ένιωσα καθισμένη στο μπαλκόνι, την ώρα που ο ήλιος χανόταν πίσω από το δάσος με τα κυπαρίσσια, στην απεραντοσύνη του Ιονίου, ενώ άκουγα τη θεία των αδερφών Κανελλακόπουλων, Καίτη Μερκούρη, να διηγείται ιστορίες από παρελθόντα ταξίδια.

Ένα παλιό κρασί από εποχές που το

Ένα παλιό κρασί από εποχές που το "Κτήμα Μερκούρη" εμφιαλωνόταν μόνο για τους φίλους.

Η ίδια αίσθηση γαλήνης κυριάρχησε και στο μεσημεριανό τραπέζι, όπου συγκεντρώθηκαν οι τρεις γενιές της οικογένειας. Όταν βιώνεται η τέχνη του τραπεζιού, γίνεται τέχνη της καθημερινότητας, εξηγεί τη γοητεία που ασκεί το σπίτι τους στους φιλοξενούμενους τους, τη γοητεία που ασκεί το κρασί τους στους λάτρες του.

Φέρνω στο νου μου τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπισε η κυρία Μαρία Κανελλακοπούλου τις ερωτήσεις μου για το μελισσόχορτο της σκάλας, που με μάγεψε περισσότερο από τα αλαζονικά παγώνια του κήπου. Τα λόγια της επιβεβαίωναν απόλυτα την ορθότητα της επιλογής των γιων της.

Τα κρασιά του «Κτήμα Μερκούρη ΑΕ»
Τα κρασιά του «Κτήμα Μερκούρη ΑΕ»

Κτήμα Μερκούρη 1993

Βαθυκόκκινο χρώμα. «Μύτη» ζεστών μπαχαρικών, με κυρίαρχα τα αρώματα της βανίλιας και του ξύλου. Ευχάριστες νότες λιωμένων, κόκκινων, μικρών φρούτων, δέρματος, κρέατος και καπνοσακούλας. Τελείωμα, όπου γίνονται αισθητά τα ποικιλιακά αρώματα της Μαυροδάφνης. Καλή δομή, ικανοποιητική διάρκεια και ευγενικές, «στρογγυλεμένες» τανίνες.



Κτήμα Μερκούρη 1994

Βαθύ ρουμπινί χρώμα. Έντονα αρώματα βανίλιας και κανέλας. Ευγενική παρουσία ξύλου και κόκ¬κινων φρούτων. Τανίνες που ζητούν χρόνο μόλις άρχισαν να τιθασσεύονται. Ευχάριστο γλυκό τελείωμα και καλή διάρκεια. Ίσως ζητά χρόνο για να μας αποκαλύψει πλήρως το χαρακτήρα του.



Φολόη 1995

Αχνοκίτρινο χρώμα. Πρωτογενή αρώματα ροδίτη, που εξελίσσονται σε λίγο σε άρωμα βρασμένου φινόκιο και γλυκάνισου, ενώ ξεχωρίζουν κάποιες νότες ξίσματος λεμονιού και λουίζας. Στο στόμα, αρκετά λιπαρό, αν και του λείπει κάπως το νεύρο.



Χρώμα / κατηγορία

Ποικιλίες

Το κρασί στο εξωτερικό

Το κρασί στην Ελλάδα

ΟΠΑΠ - ΠΟΠ - ΠΓΕ οίνοι

Παραγωγοί

Αναζήτηση με φίλτρα

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Αναζητήστε στο αρχείο του αθηνόραμαUmami δίνοντας μέρος του ονόματος