Διαλέγοντας τα καλύτερα κρασιά του κόσμου

Διονύσης Κούκης Διονύσης Κούκης Αργύρης Τσακίρης Αργύρης Τσακίρης Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2005

Σχεδιάζουμε έναν αξιολογικό χάρτη του διεθνούς αμπελώνα, εντοπίζοντας χώρες και ποικιλίες που αξίζει να φτάσουν μέχρι το ποτήρι σας. Βασικές κατευθυντήριες, για να αξιολογήσετε και να επιλέξετε μια ετικέτα εισαγωγής.

Διαλέγοντας τα καλύτερα κρασιά του κόσμου

Η έκφραση «εισαγόμενο κρασί» θεωρητικά θα έπρεπε να είναι άγνωστη στην Ελλάδα. Με βάση την κατά κεφαλήν κατανάλωση, ο όγκος του «Δώρου του Διονύσου» που παράγουμε είναι τόσο μεγάλος, που φτάνει για να «απολαμβάνουμε υπεύθυνα» όλοι μας, αλλά και περισσεύει σε βαθμό που σημαντικές ποσότητες κάθε χρόνο αποστάζονται και μετατρέπονται σε οινόπνευμα. Παρ’ όλα αυτά, το «εισαγόμενο» είναι αισθητά παρόν τα τελευταία χρόνια και, το σημαντικότερο, έχει ήδη αρχίσει σε ορισμένες περιπτώσεις να «παρενοχλεί» το ελληνικό κρασί.

Για την ιστορία, το πρώτο εισαγόμενο κρασί που γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα ήταν (στα μέσα της δεκαετίας του ’70) το πορτογαλικό Mateus. Ροζέ (υπήρχε και σε λευκό), απλοϊκό και γλυκούτσικο, ήταν η επιτομή του αδιάφορου βιομηχανικού προϊόντος που γευστικά ωχριούσε συγκρινόμενο με την πλειονότητα των ροζέ κρασιών που παράγουμε σήμερα. Είχε όμως και ένα πλεονέκτημα: η απουσία «ιδιαίτερων» ελληνικών κρασιών και η ανάγκη του «φαίνεσθαι» μιας μερίδας καταναλωτών τού επέτρεπαν να φαντάζει σαν αποδεικτικό γνώσης, κοσμοπολιτισμού και διαφορετικού status. Την εποχή εκείνη (και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80), εκτός από κάποιες βουργουνδίες Patriarche που φιγουράριζαν όρθιες σε μεγαλομπακάλικα και κάποιες σαμπάνιες που υπέμεναν στωικά τα ζεστά καλοκαίρια στα ράφια ορισμένων κοσμικών μαγαζιών, δεν υπήρχαν ουσιαστικά αξιόλογα εισαγόμενα κρασιά.

Οι ελάχιστες φιάλες υψηλού prestige, που διακινούσαν μια-δυο επώνυμες και απευθυνόμενες σε ειδικό κοινό κάβες, περνούσαν απαρατήρητες έξω από τα όρια του Kolonaki district.

Με την εμφάνιση της νέας γενιάς Ελλήνων οινοποιών (Γεροβασιλείου, Παπαϊωάννου, Στροφιλιά κ.ά.) γύρω στο 1988, το ενδιαφέρον για το κρασί αυξάνεται κατακόρυφα. Δημιουργείται ένας πρώτος πυρήνας καταναλωτών που «θέλουν να μάθουν». Βελτιώνουν τον ουρανίσκο τους και αρχίζουν να έχουν απαιτήσεις. Σταδιακά το κρασί αποκτά χαρακτηριστικά που απηχούν παιδεία, γνώση και αναζήτηση γευστικής συγκίνησης. Στον αρχικό πυρήνα, ο οποίος συνεχώς διευρύνεται, προστίθενται καταναλωτές χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά με οικονομική επιφάνεια που τους επιτρέπει να επιλέγουν το «καλό». Η φιάλη –εκτός από τον ευφραντικό χαρακτήρα του περιεχομένου της– αποκτά πλέον και μια διάσταση συμβόλου, που καταξιώνει τον οικοδεσπότη στα μάτια των συνδαιτυμόνων του. Το νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται επιτρέπει σε μια σειρά από εταιρείες να κάνουν τις πρώτες σοβαρές προσπάθειες εισαγωγής κρασιών. Η κίνηση αυτή, λογική στο πλαίσιο των νέων συνθηκών, ικανοποιεί ένα νέο τύπο καταναλωτή, που κάνει αισθητή την παρουσία του, τουλάχιστον στην Αθήνα, εξελίσσεται με το πέρασμα του χρόνου και οδηγεί στη σημερινή εικόνα, η οποία περιγράφεται ως εξής: Εταιρείες με σοβαρές προσβάσεις στη διεθνή αγορά κρασιού, στελεχικό δυναμικό με γνώσεις και δυνατότητες σωστών και αιτιολογημένων επιλογών, έχουν οδηγήσει στην ύπαρξη μιας μεγάλης γκάμας ετικετών που διατίθενται στην ελληνική αγορά. Εκφράζουν επαρκώς το δυναμικό του διεθνούς αμπελώνα και, με κάποιες εξαιρέσεις, σκιαγραφούν επιτυχώς το ποιοτικό τουλάχιστον κομμάτι και τη γεωγραφία του.

Ο Έλληνας καταναλωτής και το εισαγόμενο κρασί

α. Η τιμή

Ο τρόπος με τον οποίο ο σύγχρονος Έλληνας καταναλωτής αντιμετωπίζει το εισαγόμενο κρασί επηρεάζεται από δύο παραμέτρους. Οι ίδιες παράμετροι επιδρούν καταλυτικά και προσδιορίζουν το ενδιαφέρον και τις δυνατότητες απορρόφησης από την αγορά συγκεκριμένων κατηγοριών κρασιού. Αυτές είναι η τιμή και οι γνώσεις που έχει ο καταναλωτής.


Ας χωρίσουμε το κρασί με βάση την τιμή πώλησής του στο ράφι σε τρεις μεγάλες ομάδες: Φθηνό (έως 7 ευρώ), μεσαίο (από 7 ευρώ έως 20 ευρώ) και ακριβό (από 20 ευρώ και άνω).

Η πρώτη κατηγορία (έως 7 ευρώ) περιλαμβάνει γενικώς κρασιά τα οποία δεν απευθύνονται σε «ψαγμένους» καταναλωτές. Ποιοτικώς τα περισσότερα συνήθως υστερούν ή, μετά πάσης βεβαιότητος, δεν υπερτερούν σε σχέση με επώνυμα ελληνικά κρασιά, μάρκας ή και μικρών παραγωγών. Ταυτόχρονα, η αδυναμία κατανόησης των αναγραφόμενων στην ετικέτα λειτουργεί αποτρεπτικά (άγνοια γλώσσας και έλλειψη γνώσεων) για μεγάλη μερίδα καταναλωτών. Αυτό το οποίο απομένει είναι κατά κύριο λόγο η διάθεσή τους, με τη βοήθεια του οινοχόου ή του σερβιτόρου, από εστιατόρια τα οποία μέσω αυτής της πρότασης «διαφοροποιούνται» από τον ανταγωνισμό. Την ίδια στιγμή όμως κερδίζουν περισσότερα, καθώς ο συντελεστής πολλαπλασιασμού της τιμής είναι σαφώς μεγαλύτερος απ’ ό,τι για ένα ίδιας τιμής ελληνικό κρασί.

Μια άλλη εκδοχή είναι η πώλησή τους μέσω των σουπερμάρκετ σε καταναλωτές που αναζητούν μεν το status της ξένης ετικέτας, αδυνατούν όμως να πληρώσουν ανάλογα το περιεχόμενο. Επιπλέον δεν έχουν τις γνώσεις (ούτε οι ίδιοι ούτε και οι συνδαιτυμόνες τους), ώστε να ενοχληθούν από την υπολειπόμενη ποιότητα.

Η δεύτερη κατηγορία (7-20 ευρώ) είναι αυτή που παρενοχλεί ουσιαστικά το ποιοτικό ελληνικό κρασί και εγκυμονεί κινδύνους, για τους οποίους οι Έλληνες παραγωγοί θα έχουν κατά κύριο λόγο την ευθύνη. Περιλαμβάνει ένα σημαντικό αριθμό κρασιών από τη Γαλλία – με το κύρος που προσδίδει σε αυτά η προέλευσή τους. Συνήθως είναι κρασιά από το γαλλικό νότο (Προβηγκία, Ρουσιγιόν) και από δευτερεύουσες υποζώνες μεγάλων περιοχών. Μπορεί να είναι αξιόπιστα κρασιά μάρκας ή και κρασιά αμπελοοινικών εκμεταλλεύσεων, εμφιαλωμένα επιτόπου.

Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει όμως (συχνά με καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής) και κρασιά από την Ιταλία, την Ισπανία, τη Χιλή, την Αυστραλία, την Καλιφόρνια και δευτερευόντως από τη Νότια Αφρική και τη Νέα Ζηλανδία. Κάνοντας μια συνολική εκτίμηση, μπορούμε να πούμε ότι τα κρασιά αυτής της κατηγορίας απευθύνονται σε ένα κοινό που, εκτός από την οικονομική ευχέρεια, έχει και γνώσεις. Μπορεί να διαβάσει την ετικέτα (γλώσσα), να κατανοήσει τα γραφόμενα (γνώσεις) και ταυτόχρονα να δοκιμάσει κάτι καινούριο (έχει ήδη σχετική εμπειρία πάνω στον ελληνικό αμπελώνα και τους κυρίους εκπροσώπους του), που θα τον συγκινήσει. Στην αναζήτησή του υποβοηθείται σημαντικά από τις εκτενείς λίστες –από εξήντα έως και εξακόσιες εισαγόμενες ετικέτες– που σήμερα μπορούμε να συναντήσουμε στην αφρόκρεμα της αθηναϊκής εστίασης. Με την καθοδήγηση ενός σομελιέ, μπορεί εύκολα να οδηγηθεί σε ικανοποιητικές και ενδιαφέρουσες γευστικά επιλογές. Το ίδιο ισχύει και για αγορές από την κάβα, ειδικά αν αυτή διαθέτει ενημερωμένο πωλητή. Ποιοτικά το ελληνικό κρασί είναι παρόν σε αυτήν την γκάμα τιμών. Όμως οι επιλογές που δίνει είναι σαφώς μικρότερες, συγκρινόμενες με τις σχεδόν αστείρευτες δυνατότητες προτάσεων που μπορεί να κάνει ο διεθνής αμπελώνας και να αξιοποιήσει ένας έμπειρος εισαγωγέας, καβίστας ή σομελιέ. Επιπλέον, σε αυτό το επίπεδο αρχίζει να είναι εμφανής η αδυναμία του ελληνικού κρασιού στη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην τιμή, την ποιότητα και το glamour της προέλευσης. Το τελευταίο δεν έχει αρχίσει να γίνεται αισθητό στην ελληνική αγορά, είναι όμως θέμα χρόνου. Οι συνθήκες που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση, ο πολλαπλασιασμός των εισαγόμενων ετικετών και η βέβαιη εμπλοκή πολυεθνικών στο «παιχνίδι» του κρασιού, κάνουν εύκολη την πρόβλεψη.

Η τρίτη κατηγορία (πάνω από 20 ευρώ) παίζει στην ουσία «εν ου παικτοίς». Οι Έλληνες παραγωγοί, τουλάχιστον για το ορατό μέλλον, δεν φαίνεται να πληρούν τις προϋποθέσεις για κρασιά αυτού του ποιοτικού επιπέδου. Αυτό γίνεται απόλυτα εμφανές από το επίπεδο των 30 ευρώ και πάνω. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις και οι πιθανές ανατροπές που οφείλονται σε πέντε-έξι ελληνικές ετικέτες (ελλειμματικές ούτως ή άλλως) δεν αλλάζουν την εικόνα. Τα κρασιά αυτά απευθύνονται σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο κοινό connoisseurs, στην κατανάλωση κατά τη διάρκεια γευμάτων υψηλού κύρους και χρησιμεύουν για δώρα sign, με ανάλογους αποδέκτες. Η υποστήριξή τους απαιτεί, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, εξειδικευμένο επαγγελματία και φυσικά αποδέκτη με την απαραίτητη οικονομική δυνατότητα. Παρά τη μικρή διασπορά τους όμως και τη δυσκολία πώλησης, προσφέρουν μεγάλη υπηρεσία στο εισαγόμενο κρασί. Απασχολούν τα ΜΜΕ, συντηρούν το «μύθο» και δίνουν προστιθέμενη αξία στα κρασιά των μικρότερων κατηγοριών. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτή την γκάμα ανήκουν κρασιά που, εκτός αν κάποιος είναι τελείως άσχετος με το θέμα, αξίζει να δοκιμαστούν έστω μία φορά.

β. Οι γνώσεις

Αλσατία

Αλσατία

Είναι αναμφισβήτητο, και φαίνεται και από τα προλεχθέντα, ότι με εξαίρεση μια μικρή χούφτα καταναλωτών (δυο-τρεις χιλιάδες άτομα σε όλη την Ελλάδα), το εισαγόμενο κρασί αποτελεί, λίγο-πολύ, terra incognita για τους υπόλοιπους. Η προσέγγισή του απαιτεί μελέτη (δύσκολο) ή τη συμβουλή από το προσωπικό μιας σοβαρής κάβας ή τη συμπαράσταση ενός σομελιέ. Είναι βέβαιο, παρ’ όλα αυτά, ότι η δοκιμή του αξίζει τον κόπο. Χρειάζεται όμως προσοχή. Τόσο από αυτόν που το προτείνει όσο από αυτόν που το αγοράζει ή το βάζει στο τραπέζι του.



Σε ό,τι έχει σχέση με τον πρώτο, καλό θα είναι να μη χρησιμοποιεί τον δεύτερο για ασκήσεις επαγγελματικής δεξιότητας και πειθούς. Οφείλει να προτείνει ανάλογα με τις γνώσεις και το επίπεδο οργανοληπτικής κατανόησης του πελάτη. Οφείλει επίσης να γνωρίζει ότι το κρασί (και το εισαγόμενο) κερδίζει φίλους μέσα από την εξοικείωση και τη μετά γνώσεως προσέγγισή του. Και αυτή επιτυγχάνεται κατ’ αρχάς με το ελληνικό κρασί.



Σε ό,τι έχει σχέση με την επιλογή κρασιού, υπάρχουν ορισμένοι κανόνες, των οποίων η τήρηση μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη για την ευχαρίστηση και το πορτοφόλι.



1. Αν οι γνώσεις είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες για το κρασί, ψηφίστε ελληνικά. Το εισαγόμενο μάλλον δεν θα σας προσφέρει τίποτα περισσότερο. Ίσως και να σας απογοητεύσει.

2. Αν, παρ’ όλα αυτά, έχετε την περιέργεια, εμπιστευτείτε μια πολύ σοβαρή κάβα ή ένα εστιατόριο με ικανοποιητική λίστα και επαγγελματία οινοχόο. Εξηγηθείτε για το επίπεδο των γνώσεών σας και ορίστε την τιμή που αξίζει η περιέργειά σας.

3. Για ένα σχετικά ακριβό κρασί είναι προτιμότερη η λύση της δοκιμής στο σπίτι ένα βράδυ ή μια Κυριακή που θα έχετε φροντίσει για ένα φαγητό με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δικαιολογούν ένα καλό κρασί. Θα σας κοστίσει πολύ φθηνότερα και αν τυχόν η δοκιμή σάς αφήσει ασυγκίνητους, η τιμή δεν θα σας «τσουρουφλίσει».

4. Φροντίστε οι συνδαιτυμόνες σας να έχουν την ίδια με εσάς περιέργεια και στοιχειώδες τουλάχιστον ενδιαφέρον για τη γευστική ποιότητα. Διαφορετικά, τα σχόλιά τους θα «τσαλακώσουν» τόσο τη στιγμή όσο και το ηθικό σας.

5. Ποτέ μην ντρέπεστε να πείτε «δεν γνωρίζω». Ζητήστε εξηγήσεις. Αν δεν σας ικανοποιούν ή σας φαίνονται κινέζικα, προτιμήστε κάτι που ξέρετε και αφήστε το για μια άλλη φορά.

6. Η περιέργεια... μήτηρ μαθήσεως. Απλώς στη συγκεκριμένη περίπτωση κοστίζει λίγο ακριβά.

7. Η λαϊκή ρήση «Η Ελλάδα βγάζει τα καλύτερα κρασιά του κόσμου» ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα έχει.

Ο διεθνής αμπελώνας και η Ελλάδα: Οι κυριότεροι εκπρόσωποι

Γαλλία

Chateau Margaux

Chateau Margaux


Όλοι θεωρούν υποχρέωσή τους να επενδύουν σε σίγουρα οινικά χαρτιά, όπως τα γαλλικά. Κορυφαίο ανάμεσα σε αυτά είναι βεβαίως η σαμπάνια. Ίσως να είναι και το πιο παλιό εισαγόμενο κρασί στη χώρα μας, χωρίς μάλιστα αντίπαλο ακόμα και σήμερα, τουλάχιστον σε αυτό το επίπεδο ποιότητας. Είναι τέτοια η δύναμη πυρός του καμπανίτη οίνου, που καμία άλλη χώρα, εκτός ίσως της Ισπανίας (cava), δεν έχει διανοηθεί να δημιουργήσει κάτι αντίστοιχο. Στη νοτιοανατολική Γαλλία, στο Μπορντό, τα ερυθρά κρασιά της αριστερής όχθης του ποταμού Gironde (Pauillac, Saint Estephe, Margaux και Saint Julien) θεωρείται ότι αποτελούν τον ορισμό του κόκκινου κρασιού και σημείο αναφοράς για όλα τα υπόλοιπα. Χάρη στη μεγάλη περιεκτικότητα σε Cabernet Sauvignon, είναι πολύ στυφά στη νιότη τους, αλλά καθώς παλαιώνουν μαλακώνουν και γίνονται πιο σύνθετα αρωματικά.

Στη δεξιά όχθη του ποταμού (Saint Emilion) καλλιεργείται περισσότερο το Merlot, που ωριμάζει πιο εύκολα. Τόσο εκεί όσο και στο Pomerol, το Merlot δίνει μερικά από τα πιο σπάνια και ακριβά κρασιά του κόσμου. Πιο κοντά στην πόλη του Μπορντό, κυρίως στο Pessac Leognan αλλά και στην ευρύτερη περιοχή Graves, το Sauvignon Blanc μαζί με το Semillon δίνουν πλούσια λευκά κρασιά υψηλής ποιότητας και με δυνατότητα εξέλιξης, ιδίως αν έχουν περάσει από βαρέλι, ενώ τα ερυθρά έχουν αντίστοιχο χαρακτήρα με αυτόν των κρασιών της αριστερής όχθης. Τέλος, στην ίδια περιοχή τα γλυκά κρασιά του Sauternes, από σταφύλια που έχουν προσβληθεί από ευγενή σήψη, είναι μοναδικά στον κόσμο.

Στο κέντρο σχεδόν της Γαλλίας (στον Λίγηρα), το Sauvignon Blanc, με έντονη και αναγνωρίσιμη αρωματικά ένταση, έχει γίνει πρότυπο για πολλές περιοχές του κόσμου. Εξίσου διάσημη με το Μπορντό, η Βουργουνδία, είναι η κοιτίδα του σύγχρονου Chardonnay, που ξεκίνησε από εδώ για να κατακτήσει όλον τον κόσμο. Η περιοχή εξακολουθεί και σήμερα να δίνει πολλά κορυφαία κρασιά. Το Chablis, η βορινότερη περιοχή της Βουργουνδίας, δίνει λευκά κρασιά με χαρακτηριστική έντονη οξύτητα, που ξενίζει τους ασυνήθιστους ουρανίσκους. Γενικά, ορισμένα από τα λευκά της Βουργουνδίας χαρακτηρίζονται από υποδειγματική ισορροπία δύναμης και κομψότητας και θεωρούνται δίκαια κορυφαία λευκά κρασιά στον κόσμο. Σε ό,τι έχει σχέση με το χρώμα του αίματος (στο πιο ανοιχτό), το Pinot Noir εξακολουθεί να διατηρεί το φέουδό του στη Βουργουνδία, δίνοντας τον ορισμό της κομψότητας στο ερυθρό κρασί.

Δίπλα στη Βουργουνδία, στο Βeaujolais, παράγονται ορισμένα ελαφριά κόκκινα από την ποικιλία Gamay. Άλλωστε το Beaujolais Nouveau είναι πολύ γνωστό και αγαπητό στην Ελλάδα. Εξαιρετικές είναι και οι επιδόσεις κατά μήκος του Ροδανού ποταμού. Τα κρασιά του Άνω Ροδανού είναι από τα πιο ενδιαφέροντα της Γαλλίας και έχουν δείξει στον κόσμο τις δυνατότητες του Syrah. Στα λευκά, το Viognier είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αλλά και λιγότερο διαδεδομένες ποικιλίες σταφυλιού. Τα κρασιά του Κάτω Ροδανού έχουν υψηλότερη περιεκτικότητα σε αλκοόλη, και οι ταννίνες του Syrah στρογγυλεύουν με το πάντρεμά τους με το Grenache και το Carignan. Εξαιρετικές επιδόσεις έχουν και οι λευκές ποικιλίες Roussanne και Marsanne σε πλούσια λευκά κρασιά. Κορυφαία θέση στο γαλλικό αμπελώνα κατέχει επίσης αυτός της Αλσατίας. Αρωματικός (GewHrztraminer), ατσάλινος (Riesling), αλλά και χαριτωμένος (Tokay, Sylvaner, Pinot Gris), υπόσχεται συγκινήσεις κυρίως σε όσους αγαπούν τα αρωματικά κρασιά ή τον αντίποδα μιας αριστοκρατικής αυστηρότητας. Και δυο λόγια για το θερμό μεσογειακό γαλλικό αμπελώνα: έχει ξεκινήσει να παράγει κρασιά με ενδιαφέρον και επιχειρεί να πάρει μερίδιο αγοράς από αυτά του Νέου Κόσμου.

Ιταλία

Δύο είναι οι κορυφαίες ζώνες στην Ιταλία. Το Piemonte (Nebbiolo, Barolo και Barbaresco) δίνει κρασιά βαθύχρωμα, με ισχυρές ταννίνες, που θυμίζουν κάπως τη Γαλλία του Ch#teauneuf du Pape. Δύσκολα και απαιτητικά, θέλουν χρόνο, αλλά αν κάποιος έχει υπομονή, σίγουρα δεν θα χάσει. Δίπλα τους ένα σπινθηροβόλο αρωματικό και με μόλις 6% αλκοόλ κρασί (Moscato d’Asti) είναι βέβαιο ότι δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο.

Σκληρός ανταγωνιστής σε φήμη και ποιότητα, η Τοσκάνη στηρίζεται στην κομψότητα και το χαρακτήρα του Sangiovese. Πληθωρικό και με τονισμένη οξύτητα, δίνει σπουδαία κρασιά, είτε ως Chianti είτε ως Brunello di Montalcino. Κορυφαία έκφραση του τοπικού αμπελώνα είναι και τα επονομαζόμενα Super Τuscans από Cabernet Sauvignon και Merlot κυρίως.

Μην παραλείψετε ακόμα τα κρασιά από το Friuli (σύνορα με Σλοβενία) ή το Trentino-Alto Adige στην περιοχή των Άλπεων, βόρεια της Βενετίας. Λευκά διαμάντια (κατά κύριο λόγο) από χαρισματικές ποικιλίες και παραγωγοί με διεθνές κύρος μπορούν να σας χαρίσουν ιδιαίτερες στιγμές απόλαυσης. Σημαντικά είναι ακόμα και τα κρασιά της Καμπανίας (Νάπολη), αλλά και της Σικελίας, που τα τελευταία χρόνια συνδυάζει με μεγάλη επιτυχία τη μεσογειακή ζεστασιά με την ποιότητα.

Ισπανία

Κάβες παλαίωσης Sherry

Κάβες παλαίωσης Sherry

Τρεις είναι κατά βάσιν οι περιοχές που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην Ελλάδα. Στην περιοχή της Βαρκελόνης, η ζώνη του Penedes διακρίνεται για λευκά και κόκκινα κρασιά από διεθνείς κυρίως ποικιλίες, αν και αφήνει χώρο στην παράδοση. Πιο γνωστή στους Έλληνες οινόφιλους είναι η ζώνη της Rioja και τα κόκκινα κρασιά της από Trempranillo. Εξαιρετικά ποιοτική είναι και η περιοχή της Ribeira del Duero βόρεια της Μαδρίτης. Εδώ το Tempranillo συνδιαλέγεται συχνά με Cabernet Sauvignon και δίνει ορισμένα μεγαλειώδη κρασιά, δυστυχώς ακριβά. Και φυσικά, μην ξεχνάτε τον ισπανικό νότο και το καλύτερο ap,ritif πριν από ένα καλό δείπνο: X,r,s ή Sherry, όπως και να το πείτε, ένα ποτηράκι είναι υπέροχο.

Πορτογαλία

Με κύρια, αν όχι σχεδόν μοναδική παρουσία, τη ζώνη του Porto, δίνει μαθήματα στον τομέα των επιδόρπιων κρασιών.

Καλιφόρνια

Αν και οι αμπελουργικές περιοχές στις ΗΠΑ κάθε άλλο παρά περιορίζονται στην Καλιφόρνια, η συγκεκριμένη περιοχή σχεδόν ταυτίζεται για τους λιγότερο μυημένους με το βορειοαμερικάνικο αμπελώνα. Προμαχώνας και οχυρό των έντονα ώριμων κρασιών με αισθητή γλυκύτητα, έντονο φρούτο και μεγάλη αντοχή στο βαρέλι, έχει ή την περιφρόνηση ή την αγάπη των καταναλωτών. Το πρώτο είναι ίσως λίγο υπερβολικό, αλλά δίνει το στίγμα του ιδιαίτερου χαρακτήρα των κρασιών της. Chardonnay, Merlot, Cabernet Sauvignon, αλλά και Zinfandel Pinot Noir Riesling και Sauvignon δίνουν κρασιά ορισμένα από τα οποία είναι περισσότερο και από σπουδαία.

Χιλή

Chardonnay, Sauvignon, Merlot, Cabernet Sauvignon αλλά και Carmenere είναι τα ατού ενός σύγχρονου, πλέον, αμπελώνα με πολυεθνικές παρουσίες. Το αποτέλεσμα είναι ενδιαφέροντα κρασιά κυρίως σε σχέση ποιότητας/τιμής, αλλά και ορισμένες κορυφαίες ετικέτες.

Αυστραλία

Εξελίσσεται σταδιακά σε απειλητικό αντίπαλο για τις παραδοσιακές δυνάμεις του κρασιού. Μέσα σε δεκαέξι χρόνια οι εξαγωγές της από 8000 τόνους έφτασαν τους 300.000 τόνους (400 εκατομμύρια φιάλες περίπου). Η γκάμα των κρασιών της ξεκινάει από τα φθηνά και «εύκολα» στην κατανάλωση και καταλήγει σε ετικέτες που συγκαταλέγονται επάξια ανάμεσα στις κορυφαίες παγκόσμια. Με σημαία το Shiraz, το Chardonnay, το Semillon και το Merlot, χειρίζεται με επιτυχία το σύνολο σχεδόν των διεθνών ποικιλιών και αυξάνει συνεχώς την επιρροή της στη διεθνή αγορά.

Νότια Αφρική

Μεγάλο «αστέρι» του νεοκοσμίτικου κρασιού, είδε τη δύναμή της να καταρρέει εξαιτίας της απομόνωσης που προκάλεσε η πολιτική του apart-heid. Εδώ και δέκα περίπου χρόνια σταδιακά η χώρα επανέρχεται στο προσκήνιο και το νοτιοαφρικάνικο κρασί, απίστευτα πλούσιο σε διαφορετικά στιλ και με εξαίρετες ποιοτικές επιδόσεις, ξαναβρίσκει το δρόμο του. Με εθνική ποικιλία το Pinotage (διασταύρωση Pinot Noir και Cinsault), αλλά και αξιόλογα κρασιά από Chenin Blanc, Sauvignon, Shiraz και Cabernet Sauvignon, διεκδικεί με απαιτήσεις θέση στο τραπέζι του Έλληνα.



Χρώμα / κατηγορία

Ποικιλίες

Το κρασί στο εξωτερικό

Το κρασί στην Ελλάδα

ΟΠΑΠ - ΠΟΠ - ΠΓΕ οίνοι

Παραγωγοί

Αναζήτηση με φίλτρα

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Αναζητήστε στο αρχείο του αθηνόραμαUmami δίνοντας μέρος του ονόματος