Bαγγέλης Γεροβασιλείου

Ο κοσμοπολίτης του κρασιού

Θάλεια Τσιχλάκη Θάλεια Τσιχλάκη ω(Φωτ) Παύλος Τσοκούνογλου ω(Φωτ) Παύλος Τσοκούνογλου Δευτέρα, 01 Σεπτεμβρίου 2008

Ήταν πάντα χαρά μου να συναντώ τον Βαγγέλη Γεροβασιλείου. Είναι τόσο ελκυστικό αυτό το κράμα του κοσμογυρισμένου, αλλά πάντα σεμνού άντρα, του γαλλο-σπουδασμένου οινολόγου και της μακεδονίτικης λεβεντιάς και γαλαντομίας...

Bαγγέλης Γεροβασιλείου

Ήρθε να με υποδεχτεί στο αεροδρόμιο Μακεδονία και όπως τον είδα να με καλημερίζει έτσι μαυρισμένος, πάντα σε φόρμα και με το χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπο του, μου ήρθαν ξανά στο νου οι δεκάδες φορές που συναντηθήκαμε, πάλι σε επαγγελματικό πλαίσιο, στο παρελθόν. Τις περισσότερες στο φιλόξενο Κτήμα του, στην Επανομή, αλλά και παλιότερα, στο Porto Carras, όταν ήταν ο επικεφαλής οινολόγος. Θυμήθηκα τις φορές που φάγαμε μαζί στη Θεσσαλονίκη με τη γυναίκα του, τη Σόνια, ή ακόμα κι εκείνα τα βράδια που περάσαμε με ελληνικές παρέες, σε εστιατόρια στο Μπορντό, στο πλαίσιο της Vinexpo.

Μέχρι να φτάσουμε στο κτήμα, ο Βαγγέλης είχε ξετυλίξει το νήμα που θα με οδηγούσε πίσω, στο ξεκίνημα της εξαιρετικής του πορείας. Στις διηγήσεις του παρεμβάλλονταν και απαντήσεις στις πιο προσωπικές μου ερωτήσεις. Απαντήσεις που αφορούσαν τις επερχόμενες διακοπές με τη Σόνια και τα δύο από τα τρία του παιδιά που μεγάλωσαν πια και σκοπεύουν να αναλάβουν, μετά τις σπουδές τους, επαγγελματικές ευθύνες στο Κτήμα. Η Μαριάνθη στο Μουσείο κι ο Αργύρης στον αμπελουργικό τομέα.

Τον ρωτώ για τα αγαπημένα του μέρη στη Θεσσαλονίκη. «Παρότι ζω στο χωριό μου, τα φοιτητικά μου χρόνια τα πέρασα στη Θεσσαλονίκη. Τώρα λατρεύω τον απογευματινό περίπατο στην παλιά παραλία. Διατηρεί τη ρομαντική πλευρά της παλιάς Θεσσαλονίκης, η οποία φοβάμαι πως θα χαθεί αν γίνει η υπόγεια διάβαση που συζητάνε». Δεν αντιστέκομαι στο κλασικό ερώτημα: Θεσσαλονίκη vs Αθήνα. «Και οι δύο πόλεις είναι μοναδικές, τη Θεσσαλονίκη όμως την αγαπώ. Η ζωή που έχω επιλέξει, να ζω στην Επανομή και να επισκέπτομαι τη Θεσσαλονίκη όταν εγώ το επιθυμώ, με κάνει να τη βρίσκω ακόμη ομορφότερη απ’ ό,τι είναι». Τα βασικά της προβλήματα; Πώς θα μπορούσαν να επιλυθούν; «Δεν μου αρέσει η ηττοπαθής νοοτροπία των Θεσσαλονικέων έναντι των Αθηναίων, όταν οι ίδιοι δεν κάνουν τίποτα σε επίπεδο δημοτικής και νομαρχιακής εξουσίας. Χάθηκε μια λαμπρή ευκαιρία να είχαμε Δήμαρχο τον Γιάννη Μπουτάρη».

Η συζήτηση κυλάει προς τις αγαπημένες του πόλεις. «Στην Ελλάδα μού αρέσει να επισκέπτομαι το Ναύπλιο και την Καβάλα. Στο εξωτερικό ξεχωρίζω τη Βαρκελώνη, την Πετρούπολη, το Μιλάνο, το Παρίσι, την Κωνσταντινούπολη και το Ρίο. Οι δύο τελευταίες είναι –κατά τη γνώμη μου– οι ομορφότερες πόλεις του κόσμου».

Στο Κτήμα, παρατηρώ τους χαμηλούς λόφους με τις απαλές καμπύλες, το όμορφο, πετρόχτιστο οινοποιείο, με τις ήπιες αρχιτεκτονικές γραμμές και με τις κεραμοσκεπές του, που μοιάζει από μακριά σαν ένα μεγάλο σπίτι και εναρμονίζεται απόλυτα με το γύρω αγροτικό τοπίο. Κοιτάζω τον ορίζοντα. Από παντού άνοιγμα. Λες και το «μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι» να μην είναι αρκετό όριο.

Τι σημαίνει για σένα πραγματικά «καλή ζωή», ρωτώ. «Μεγάλωσα με αρκετές στερήσεις σε μια κλασική γεωργική οικογένεια στην επαρχία. Κάποτε νόμιζα ότι ‘‘καλή ζωή’’ ήταν μόνο τα απαραίτητα. Τώρα εκτιμώ ότι η καλή ζωή είναι κάτι το υποκειμενικό και εξαρτάται από πολλές παραμέτρους. Προσωπικά πιστεύω ότι η πραγματικά καλή ζωή είναι να είσαι χαρούμενος με αυτά που έχεις, αλλά και να έχεις τη δυνατότητα να γνωρίζεις συνεχώς καινούρια πράγματα».

Bαγγέλης Γεροβασιλείου

Επισημαίνω ότι η τρέλα της εποχής είναι το design. «Η αισθητική είναι έμφυτη, αλλά συγχρόνως μπορεί να καλλιεργηθεί. Το design για το design δεν μ’ ενδιαφέρει. Θαυμάζω φυσικά τη φαντασία πολλών δημιουργών, όμως για μένα το design αποκτάει αξία όταν συνδυάζεται και ισορροπεί με την ποιότητα και την πρακτική. Στο κρασί, το design χωρίς περιεχόμενο δεν έχει νόημα».

Καθώς ακολουθούμε με το τζιπ τον αγροτικό χωματόδρομο που κάνει το γύρο των αμπελώνων του Κτήματος, ο Βαγγέλης μού εξηγεί πώς αναβίωσε τους οικογενειακούς αμπελώνες το 1981 που γύρισε από το Μπορντό, επιλέγοντας κυρίως λευκές ποικιλίες, με παρότρυνση του Βασίλη Λογοθέτη, καθηγητή του στην αμπελουργία. Τότε δούλευε παράλληλα ως μόνιμος οινολόγος στο Πόρτο Καρράς, όπου τον είχε συστήσει το ιερό τέρας της οινολογίας, ο καθηγητής του Εμίλ Πενό, ο οποίος υπήρξε σύμβουλος του Γιάννη Καρρά.

Και ενώ το κτήμα της Επανομής μεγάλωνε με τα χρόνια, κάποιες ποικιλίες προστέθηκαν και κάποιες αφαιρέθηκαν, για να φτάσει στα 480 περίπου στρέμματα που είναι σήμερα και να διαμορφωθεί η οριστική του εικόνα με τη φύτευση γηγενών ποικιλιών, όπως η Μαλαγουζιά, το Ασύρτικο, το Μαυροτράγανο, το Μαυρούδι και το Λημνιό και διεθνών, όπως το Sauvignon Blanc, το Viognier και το Chardonnay, καθώς και των ερυθρών Merlot και Syrah. Με γυρίζει πίσω σε εποχές όπου η χρήση καινούριων δρύινων βαρελιών ή οι κλιματιζόμενες κάβες θεωρούνταν καινοτομία. Περιγράφει όμως και πώς αντιδρούσε ο κόσμος, χαρακτηρίζοντας τα λευκά κρασιά «ξινά», αν είχαν λίγο πιο υψηλή οξύτητα, ή τα κόκκινα «στυφά», αν ήταν έστω και λίγο ταννικά. Του αναγνωρίζω ότι κατά κάποιον τρόπο επέβαλε νέες γεύσεις. Προέρχεται από τη δυναμική ομάδα των οινοπαραγωγών που παρουσίασε τα πρώτα ποιοτικά ελληνικά κρασιά, δημιουργώντας νέα γευστικά κριτήρια στους καταναλωτές.

Του ζητώ να μου πει ποιες ήταν οι εξελίξεις στο χώρο της οινολογίας ή της αμπελουργίας που θεωρεί ότι επηρέασαν ή πρόκειται να επηρεάσουν στο μέλλον την ποιότητα του κρασιού. «Η τεχνική του skin contact (τεχνική που παρατείνει την επαφή του μούστου με τα στέμφυλα στη λευκή οινοποίηση και οδηγεί στην παραγωγή πιο αρωματικών κρασιών, με περισσότερο σώμα και ικανότητα μακρύτερης παλαίωσης), η μικρο-οξυγόνωση, οι οινοποιητικές αντιλήψεις που μας ήρθαν από τις χώρες του Νέου Κόσμου, όπως τα chips, τα ρινίσματα δρυός που προσθέτουν στη δεξαμενή, σε κρασιά λαϊκής κατεύθυνσης, για να τους δώσουν άρωμα, χωρίς τα να περάσουν από βαρέλι και φυσικά οι κλιματολογικές αλλαγές των τελευταίων χρόνων, αλλά και αυτές που αναμένονται».

Τον θυμάμαι να δίνει πάντα μεγάλη έμφαση στη δουλειά που γίνεται στο αμπέλι. Το βλέπω ακόμα γύρω μου, το αποκαλύπτουν οι αμπελώνες του. «Πιστεύω στο terroir και στην ποικιλία. Αυτά τα δύο στοιχεία διαμορφώνουν την ταυτότητα του κρασιού. Στη χώρα μας, ακόμα και σήμερα, αυτό που λείπει είναι η αμπελουργική έρευνα με βάση τις ποικιλίες και το μικροκλίμα, ανά περιοχή».

Θεωρώντας ότι ο αμπελώνας της Επανομής έχει φτάσει στο ιδανικό του μέγεθος, αναζητά νέες συνεργασίες. Αρχικά στο Παγγαίο, με το Βασίλη Τσακτσαρλή, στο Κτήμα Βιβλία Χώρα και πριν από τρία χρόνια πάλι με το Τακτσαρλή, αλλά και με τον εισαγωγέα κρασιού Τάκη Σολδάτο, στο οινοποιείο Escapades, στο Stellenbosch της Νότιας Αφρικής. «Με το σκεπτικό αυτό θέλησα να αναζητήσω αλλού την πρόκληση και έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μου με τον Βασίλη, τον οποίο εκτιμούσα ανέκαθεν και ως νέο και ταλαντούχο οινολόγο και ως άνθρωπο.

Έτσι απέφυγα να επεκταθώ σε μέγεθος και μου δόθηκαν οι ευκαιρίες να ασχοληθώ σε διαφορετικά εδάφη και να κάνω διαφορετικές οινοποιήσεις». «Και να αλλάξεις κάποιες ιδέες σου», λέω γελώντας, καθώς θυμάμαι πως ο Γεροβασιλείου δήλωνε κάποτε πως δεν τον ενδιαφέρουν τα ροζέ κρασιά και τώρα βρέθηκε με ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ροζέ (Βιβλία Χώρα) στο πορτφόλιό του. «Κι ακόμα το λέω, όμως δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι ο Βασίλης κάνει σπουδαία δουλειά στα ροζέ κρασιά. Αυτό μου επέτρεψε, εξάλλου, να διαφοροποιήσω αρκετά τις απόψεις μου. Σύντομα μάλιστα θα ακούσεις και για ένα δεύτερο ροζέ, το οποίο είναι ένα βήμα παραπάνω».

Θέλω να μάθω ποιοι λόγοι τον οδήγησαν στη Νότιο Αφρική. «Κατ’ αρχάς, για να είμαι ειλικρινής μαζί σου, θα σου πω ότι, αν θέλεις να επεκταθείς σε ποσότητα, αλλά και να βγεις στις αγορές του εξωτερικού, διαπραγματεύεσαι πιο εύκολα όταν έχεις να προτείνεις στους αγοραστές της διεθνούς αγοράς νοτιοαφρικάνικα κρασιά που είναι ήδη γνωστά, προσθέτοντας στη συνέχεια και κάποια ελληνικά. Και σε επίρρωση αυτών που σου λέω, τον Ιούνιο η Μαλαγουζιά του Κτήματος πήρε την υψηλότερη βαθμολογία στα best buys του περιοδικού Wine & Spirit και κανείς δεν μου τηλεφώνησε ακόμα από το εξωτερικό για να μου ζητήσει κρασί, ενώ έχουν ήδη εξαντληθεί τα αποθέματα οινοπαραγωγών άλλων χωρών που διακρίθηκαν και με χαμηλότερες βαθμολογίες. Από την άλλη, για μένα ο τόσο διαφορετικός από κλιματολογικής άποψης αμπελώνας ήταν μια πρόκληση. Γνωρίζοντας κάποια κρασιά που σου αρέσουν, πας κι εσύ από δίπλα να δοκιμάσεις τα κότσια σου. Δούλεψα με νέες ποικιλίες και αντιμετώπισα διαφορετικές, πιο αντίξοες, συνθήκες».

Στα λόγια του είναι φανερή η απαισιοδοξία για το μέλλον του ελληνικού κρασιού στο εξωτερικό, παρά τις οργανωμένες, σήμερα πια, προωθητικές προσπάθειες. «Νομίζω ότι παλεύουμε ακόμα με την κακοδαιμονία που μας ακολουθούσε από παλιά. Ύστερα, οι τιμές μας δεν είναι ανταγωνιστικές, το ποιοτικό κρασί έχει κόστος. Είμαστε μικρή και άγνωστη, οινολογικά, χώρα. Η εικόνα μας είναι συγκεχυμένη. Δεν έχει παρουσιαστεί μια πολύ σοβαρή ποιοτικά και σταθερή μάζα ελληνικού κρασιού στο εξωτερικό. Χρειάζεται, λοιπόν, να βγουν μεγάλα ονόματα και να τραβήξουν και τους υπόλοιπους, όπως έκαναν ο Γκάγια και ο Αντινόρι για την Ιταλία. Αυτό είναι δύσκολο

Στο οινοποιείο


Έχουμε φτάσει σχεδόν στη μέση του αμπελώνα, στο πιο ψηλό του σημείο δεσπόζει το οινοποιείο. Προχωράμε στο εσωτερικό του. Καθώς περιδιαβαίνουμε τις αίθουσες με τα εκατοντάδες βαρέλια, θυμάμαι ότι ανήκε πάντα σε αυτούς που πρωτο-έδωσαν έμφαση στην ποιότητα του βαρελιού και τους άρεσε να πειραματίζονται συνεχώς, για να βρουν εκείνους τους συνδυασμούς που επιτρέπουν στο κρασί να εκφράζει τους ποικιλιακούς του χαρακτήρες παρόλη την επαφή του με τη δρυ.

Καθώς γνωρίζω πόσο τον προβάλλει ο ξένος Τύπος –κυρίως ο αμερικανικός–, τον ρωτώ πόσο τον επηρέασαν τα γευστικά κριτήρια των Αγγλοσαξόνων, οι οποίοι προτιμούν την πιο έντονη αίσθηση δρυός στο κρασί, σε αντίθεση με τους Δυτικοευρωπαίους που έχουν συνηθίσει να δίνουν προτεραιότητα στις γεύσεις του terroir. Πόσο άλλαξαν, κατά τη γνώμη του, τα κριτήρια μας και προς τα πού πάνε; «Πιστεύω ότι αυτή η πολυφωνία έχει διευρύνει τους ορίζοντες μας.

Μου αρέσει, όταν ταξιδεύω, να γνωρίζω καινούρια κρασιά. Σαφώς το αμερικάνικο γούστο επηρέασε πολύ κόσμο, αλλά εγώ στο είπα εξαρχής. Πιστεύω στην ποικιλία και στην έκφραση του terroir. Αυτά είναι τα γνωρίσματα που κάνουν σήμερα πια τα σπουδαία κρασιά να ξεχωρίζουν. Και, μιλώντας για ποικιλίες, θα σου πω ότι από το εξωτερικό τα κρασιά που με εντυπωσίασαν περισσότερο είναι τα Pinot Noir της Νέας Ζηλανδίας, πιο άγνωστα από τα διάσημα Sauvignon της. Πιστεύω ότι θα είναι η νέα ανερχόμενη δύναμη».

Η συζήτηση γυρνάει στην κοσμοπολίτικη ταυτότητα των κρασιών του. Τον ρωτάω αν σχετίζεται και με την αγάπη του για τα ταξίδια, με τα εστιατόρια που επισκέπτεται, διαμορφώνοντας γευστική άποψη για τις κουζίνες των μεγάλων ονομάτων της διεθνούς γαστρονομικής σκηνής; Ζητώ την άποψη του σχετικά με τον αν πρόκειται να επηρεάσει το ρεύμα της μοριακής γαστρονομίας, όπου τα πολλά και πολύπλοκα πιάτα δυσκολεύουν την αρμονία κρασιού και φαγητού. «Ας τα πάρω από την αρχή.

Σαφώς όσο ταξιδεύεις και γνωρίζεις νέα πράγματα και νέες γεύσεις διευρύνονται οι ορίζοντες σου. Αποκτάς μέτρο σύγκρισης. Δεν θα έλεγα ότι με έχει επηρεάσει η μοριακή γαστρονομία στη διαμόρφωση της εικόνας των κρασιών μου, παρότι οι νέες αυτές γεύσεις και οι διακυμάνσεις της υφής δημιούργησαν νέες ‘‘ανάγκες’’ για τους οινοχόους. Όμως, όταν δοκιμάζω ένα πιάτο, σκέφτομαι συχνά με ποιο κρασί μου θα είναι ταιριαστό και έχω κατά νου τους πιθανούς συνδυασμούς κάθε φορά που βγαίνει η νέα εσοδεία. Θυμάμαι κι ένα ευτράπελο, στο εστιατόριο La Pergola του Hilton στη Ρώμη, όπου πήγα με το Γιώργο Ολύμπιο πριν από πέντε χρόνια. Παραγγείλαμε το πρώτο πιάτο, σούπα με αυγά ορτυκιού.

Κι έρχεται το πιάτο μόνο μ’ ένα σκέτο αυγουλάκι ορτυκιού, χωρίς τη σούπα! Θυμάμαι το πρόσωπο του chef Heinz Peck όταν τον καλέσαμε να μας αναλύσει το πιάτο… Όταν είδε το μικροσκοπικό αυγό μέσα στο τεράστιο πιάτο, άρχισε να παραμιλά, να ζητάει συγνώμη και να χοροπηδάει για το λάθος του! Μετά αποσυντονίστηκε και η κουζίνα και άρχισε να κάνει το ένα λάθος μετά το άλλο. Το αποκορύφωμα ήταν όταν ο sommelier μάς σερβίρισε κατά λάθος το κρασί Chardonnay του Gaja ζεστό. Εντέλει, ο Peck μάς ζητούσε συγγνώμη μέχρι την έξοδο του ξενοδοχείου. Συμπτωματικά, το La Pergola την ίδια χρονιά έχασε το ένα από τα 3 αστέρια Μichelin, το οποίο ξαναπήρε πρόσφατα».

Η ζωή του οινοποιού
Η ζωή του οινοποιού

«Μου αρέσει το καλό φαγητό, το απολαμβάνω. Γνώρισα και αγάπησα πολλά καλά γνωστά και άγνωστα εστιατόρια, κυρίως από φίλους πολυταξιδεμένους, με ανησυχίες γαστρονομικές και πολιτισμικές. Έμαθα ότι για να εκτιμήσεις ένα καλό φαγητό, όπως κι ένα καλό κρασί, χρειάζονται πολύ περισσότερες γνώσεις απ’ ό,τι κάποιος νομίζει, αλλά και ένα υψηλό επίπεδο παιδείας. Έχω και ο ίδιος μια καλή προσωπική κάβα και απολαμβάνω να ανοίγω σπουδαία κρασιά στο τραπέζι μου. Διοργανώνω συχνά γεύματα με φίλους, για τα οποία άλλοτε μαγειρεύει η Σόνια, άλλοτε καλούμε κάποιον σεφ και συνδυάζουμε το φαγητό του με αυτά τα κρασιά». Ζητώ να μου πει περισσότερα.

«Γνωρίζω πλέον πολλούς μεγάλους chefs, οι οποίοι με βοήθησαν με τις εμπειρίες τους να βελτιωθώ και στη δική μου δουλειά. Καταλαβαίνεις ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο και ότι, όπως στο κρασί, η ποιότητα των πρώτων υλών, η κουλτούρα και το ταλέντο, σε συνδυασμό με επίμονη δουλειά, καταξιώνουν έναν μεγάλο chef. Πολλοί απ’ αυτούς έρχονται και μαγειρεύουν στην επαγγελματική κουζίνα του Κτήματος για τους φίλους μας, όπως ο Άρης Ασλάνογλου, ο Νίκος Κατσάνης, ο Λεωνίδας Καρέτσος και ο Βασίλης Τασιόπουλος –αυτόν το μήνα θα έρθει ο Μπαξεβάνης– από την Ελλάδα, και ο Romolo Giordano, o Heinz Winckler, o Dominique Perrot κ.ά. από το εξωτερικό.

Πέρα από το γεγονός ότι το φαγητό είναι μια σημαντική απόλαυση, είναι απαραίτητο να παρακολουθούμε την εξέλιξη των γευστικών αντιλήψεων. Να γνωρίζουμε τις γεύσεις και να παρατηρούμε πώς συμπεριφέρεται το κρασί με το φαγητό στο τραπέζι και αν σχετίζεται με αυτό. Για παράδειγμα, όταν πρωτοβγήκε το Viognier, φίλοι και δημοσιογράφοι που το δοκίμαζαν μου έλεγαν ότι ήταν ένα εξαιρετικό κρασί. Ήταν όμως ένα no food wine, κι εγώ σχεδιάζω τα κρασιά μου για να καταναλώνονται στο τραπέζι. Όταν το αντιλήφθηκα, χρειάστηκε να το αλλάξω, ώστε να δένει με κάποια φαγητά. Σήμερα το προτείνω για λαχανικά, σπαράγγια, λευκές σάλτσες. Κάποιες φορές χρειάζεται να κατανοείς και τις γεύσεις του φαγητού, για να φτιάξεις καλό κρασί.

Ταξιδεύοντας, ενθουσιάστηκα με αρκετά εστιατόρια, αλλά θα αναφέρω αυτά που μου αρέσουν πιο πολύ. Ο Bras στη Γαλλία, το Le Louis XV στο Μονακό, το Le Calandre, η Enoteca Pinchiorri, ο Cracco Peck και το La Pergola στην Ιταλία, ο Arzak και το Εl Bulli στην Ισπανία, το Le Quartier FranMais, τα The Fat Duck και Nobu-London, το Zuma, το Hakkasan στην Αγγλία και το Caf, Pushkin στη Ρωσία».

Το μουσείο
Το μουσείο

Έχουμε ήδη φτάσει στο τμήμα του μουσείου. Είναι φανερό ότι το έχει σχεδιάσει μουσειολόγος, με σύγχρονες αντιλήψεις και χωρίς παρέμβαση κανενός, οφείλω να τονίσω. Παντού υπάρχει συνοχή, δεν βλέπεις τίποτα να πλεονάζει, καμία φλυαρία. Ακολουθείται μια λογική που σου επιτρέπει να δεις ένα ένα τα αντικείμενα, την εξαιρετική συλλογή 1.800 ανοιχτηριών κρασιού, τις σπάνιες φιάλες, τα οινοποιητικά μηχανήματα εποχής. Πρέπει να μάθω πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία, πότε τον κατέλαβε το μικρόβιο του συλλέκτη.

«Αγόρασα το πρώτο μου ανοιχτήρι το 1976 και συν τω χρόνω η συλλογή μεγάλωσε. Η ιδέα του μουσείου ξεκίνησε όταν αποφασίσαμε να ανοίξουμε σε επισκέπτες το οινοποιείο, στο πλαίσιο του προγράμματος των Δρόμων του Κρασιού της Μακεδονίας. Παρά τη θητεία μου, εξακολουθώ να στηρίζω την ιδέα του οινικού τουρισμού. Ξέρεις πως, μαζί με τον Γιάννη Μπουτάρη, υπήρξαμε οι πρωτεργάτες της και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της. Πιστεύω ότι έγινε σπουδαία δουλειά όλα αυτά τα χρόνια και ότι οι Δρόμοι του Κρασιού οδήγησαν πράγματι τον κόσμο πιο κοντά στο κρασί».

Η συζήτησή μας, βέβαια, δεν τελείωσε ούτε έτσι απότομα ούτε με αυτές τις φράσεις. Άλλωστε, όσο οι άνθρωποι παραμένουν τόσο δημιουργικοί, ο διάλογος είναι πάντα ανοιχτός μαζί τους. Το βράδυ θα φάμε όλοι μαζί και πάλι, στο «Β», στον κήπο του Βυζαντινού Μουσείου.

Κοιτάζω γύρω θαυμάζοντας το εξαιρετικό μουσείο. Οι επιστήμονες που το έχουν στήσει, έκαναν σπουδαία δουλειά. Κάποτε ο Βαγγέλης θα πρέπει να ξεναγήσει τους αναγνώστες μας εδώ. Του αποσπώ την υπόσχεση. Ενώ βγαίνουμε, κοιτάζω το πανέμορφο φωτιστικό από λαιμούς πράσινων μπουκαλιών κρασιού, το οποίο διακοσμεί την τραπεζαρία του οινοποιείου. Του το χάρισε ο οινόφιλος φίλος του και δεδηλωμένος ομοτράπεζός του –στις γκουρμέ ξεναγήσεις του ανά τον κόσμο– Γιώργος Ολύμπιος. Το βρήκα τόσο ταιριαστό.



Χρώμα / κατηγορία

Ποικιλίες

Το κρασί στο εξωτερικό

Το κρασί στην Ελλάδα

ΟΠΑΠ - ΠΟΠ - ΠΓΕ οίνοι

Παραγωγοί

Αναζήτηση με φίλτρα

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Αναζητήστε στο αρχείο του αθηνόραμαUmami δίνοντας μέρος του ονόματος