banner
banner
banner

Mr. Gin & Mrs. Vodka

Μεγάλη ιστορία…

Δημήτρης Λίτινας Δημήτρης Λίτινας Πέμπτη, 18 Μαΐου 2006

Η ιστορία του τζιν και της βότκας, πέρα από το απόλυτο success story της παγκόσμιας ποτοποιίας, αποκαλύπτει γιατί κάθε μπάρα ανά την υφήλιο γίνεται shaken… όσο και stirred, χάρη στο τζιν, και γιατί ένα στα τέσσερα ποτά που καταναλώνονται είναι ή περιέχει βότκα.

Mr. Gin & Mrs. Vodka

Μια φορά και έναν καιρό ήταν δύο πολύ φτωχά ποτά. Ένα αγοράκι που το έλεγαν Τζιν και ένα κοριτσάκι που το έλεγαν βότκα. Το αγοράκι γεννήθηκε στην Ολλανδία, αλλά γρήγορα βρέθηκε στην Αγγλία. Ήταν πολύ δύσκολα χρόνια.

Ο 17ος αιώνας κόντευε να τελειώσει, φτώχεια πολλή και η Αγγλία έκανε πόλεμο με τη Γαλλία. Ο βασιλιάς της Αγγλίας Γουλιέλμος Γ΄ απαγόρευσε τις εισαγωγές όλων των γαλλικών προϊόντων στην Αγγλία, κυρίως του brandy. Οπότε, οι φτωχοί Άγγλοι βρήκαν παρηγοριά στο φτωχό αγοράκι μας, το τζιν.

Ο μπαμπάς του ήταν το ταπεινό καλαμπόκι, και ο καλός βασιλιάς το έκανε ακόμη φθηνότερο μειώνοντας πολύ τους φόρους. έτσι, όποιος ήθελε μπορούσε να κάνει το δικό του τζιν. Όλοι οι κατατρεγμένοι είχαν ένα όνομα όλη την ημέρα στο στόμα τους: Τζιν, Τζιν, Τζιν. Μέχρι το 1720 οι φτωχογειτονιές του Λονδίνου είχαν πνιγεί στο φθηνό τζιν. Οι επιτήδειοι χρησιμοποιούσαν διάφορα επικίνδυνα για την υγεία συστατικά για να δώσουν κάποια γεύση στο άθλιο προϊόν που έφτιαχναν. Οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν μεθυσμένοι όλη μέρα, οι γυναίκες γεννούσαν προβληματικά παιδιά από τη «νόσο του τζιν». Ο καλός βασιλιάς, λοιπόν, αποφάσισε να βάλει στη φυλακή το κακό τζιν, ανεβάζοντας πάρα πολύ τους φόρους και κάνοντάς το πολύ ακριβό. Αυτό δεν αποθάρρυνε τους αλητήριους που συνέχισαν να παράγουν τζιν με αμφίβολης προέλευσης οινόπνευμα, ακόμα πιο επικίνδυνο για την υγεία. Όλος ο 18ος αιώνας πέρασε με τους καλούς και τους κακούς να μοιράζονται ήττες και νίκες. Το τζιν είχε γίνει πλέον ο βασιλιάς του αγγλικού υποκόσμου. Το 19ο αιώνα έγινε πάλι μια προσπάθεια να απελευθερώσουν το τζιν, μειώνοντας τους φόρους, αλλά σε δεύτερο γύρο μαχών για τη μείωση του αλκοολισμού. Το σίγουρο είναι ότι για δύο αιώνες το τζιν, ξεδιψούσε φτωχά λαρύγγια που δεν μπορούσαν να αγοράσουν ουίσκι, brandy, ρούμι, κρασί ή port.

Χωρίς να χρειάζεται παλαίωση ή κάποια ακριβή πρώτη ύλη, ήταν το ποτό του λαού που «πίνει για να ξεχνά τον πόνο». Το κοριτσάκι μας, η Βότκα, γεννήθηκε στις παγωμένες στέπες της ανατολικής Ευρώπης. Η Πολωνία και η Ρωσία τσακώνονται για το πού ακριβώς. Οι Πολωνοί τη φωνάζουν wodka, ενώ οι Ρώσοι vodka (μικρό νερό), αλλά με όποιο όνομα και να τη φωνάξετε, εκείνη θα γυρίσει. Για το πότε υπάρχουν διάφορες εκδοχές, όπως για κάθε γυναίκα, άλλωστε. Άλλοι λένε το 12ο αιώνα, άλλοι το 15ο αιώνα. Πάντως, το πρώτο γραπτό κείμενο που την αναφέρει είναι του 1405 στην Πολωνία, όπου οινόπνευμα φτιαγμένο από δημητριακά και αρωματισμένο με διάφορα βότανα και μπαχαρικά το χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο.
Στην ιστορία της φτωχής μας κορασίδας βρέθηκε επίσης κάποιος καλός βασιλιάς. Ο Πολωνός βασιλιάς Jan Olbracht, που το 1546 πέρασε ένα νόμο επιτρέποντας στον κάθε πολίτη να παρασκευάζει τη δική του βότκα. Άντε πάλι η ίδια ιστορία με το τζιν...

Έρρεε η βότκα σε όλα τα σοκάκια της Πολωνίας. Μαμά της, η σίκαλη. Όταν όμως ο Αυτοκράτορας της Αυστρίας έκανε στους Πολωνούς δώρο την… πατάτα, εκείνοι βρήκαν ανάδοχη μαμά για να φτιάχνουν βότκα. Στη Ρωσία, η ιστορία μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα είναι λίγο πολύ ίδια: Σχεδόν κάθε σπίτι έφτιαχνε τη δική του βότκα. Όλοι την ήθελαν για παρέα τις παγωμένες νύχτες του μακριού ρώσικου χειμώνα. Και το κορίτσι μας, δηλαδή, δεν ήταν και των αυστηρότερων ηθικών αρχών... Αυτά μέχρι το 1780, όταν ο Τσάρος αποφάσισε να ασχοληθεί ο ίδιος με τη διαπαιδαγώγηση της νέας. Ανέθεσε λοιπόν στον χημικό Theodore Lowitz να φτιάξει μια συνταγή για τη βότκα που να είναι πιο ασφαλής για την υγεία. Εκείνος κατέληξε στην πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα να φιλτράρει το προϊόν της απόσταξης μέσα από κάρβουνο. Έτσι, απομακρύνονται πολλές από τις επικίνδυνες ακαθαρσίες, δίνοντας στο ποτό μια πιο μαλακή και ισορροπημένη γεύση. Πέρασε και ο 19ος αιώνας, με τη βότκα να είναι λίγο ασφαλέστερη ποιοτικά, αλλά και πάλι να ξεδιψάει τον πολύ κόσμο που δεν είχε δυνατότητα για κάτι καλύτερο, όπως ο Τσάρος που έπινε σαμπάνια Crystal.

banner

Με αυτά και με άλλα, φτάσαμε στον 20ό αιώνα. Οι πρώτες δεκαετίες του σημαδεύτηκαν από δύο σημαντικά γεγονότα. Για το τζιν ήταν η Ποτοαπαγόρευση στην Αμερική και για τη βότκα η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία. Με την Ποτοαπαγόρευση, τα λαμπρά μυαλά που τη σκέφτηκαν πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο.

Ο κόσμος άρχισε να πίνει σαν τρελός και το τζιν που ήταν πολύ εύκολο να φτιαχτεί, ήταν πρώτο σε πωλήσεις. Τεράστιες ποσότητες ενός θανατηφόρου συνδυασμού, βιομηχανικού οινοπνεύματος, γλυκερίνης και αιθέριων ελαίων κέδρου, πουλιόνταν σαν τζιν. Μόνο μέσα στο 1924, 4000 άνθρωποι πέθαναν από την κατανάλωση κακού οινοπνεύματος. Το αποτέλεσμα της Ποτοαπαγόρευσης ήταν ο κόσμος να καταλάβει ότι έπρεπε να πληρώσει κάτι παραπάνω για να πιει κάτι καλό και ασφαλές. Ταυτόχρονα, γνωστοί Άγγλοι παραγωγοί τζιν, όπως Gordon’s και Tanqueray, αποφάσισαν να επεκτείνουν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες και στην Αμερική, για να καταπολεμήσουν την εγχώρια παραγωγή που είχε ανδρωθεί κατά την Ποτοαπαγόρευση.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση είχε ως αποτέλεσμα πολλοί Ρώσοι να εγκαταλείψουν τη χώρα, ανάμεσά τους και ο Vladimir Smirnov, ο οποίος κατέληξε στο Παρίσι. Εκεί συνάντησε τον Rudolph Kunett, έμπορο σίκαλης. Μαζί έφτιαξαν την εταιρεία Ste Pierre Smirnoff Fils, εξ ης η βότκα Smirnoff.

Ήταν η πρώτη φορά που τα δύο παιδιά συναντήθηκαν. Μέχρι τη δεκαετία του ’50 το τζιν ήταν ο αρχηγός. Στα τέλη αυτής της δεκαετίας, όμως, και στη δεκαετία του ’60 κυρίως, η βότκα έκανε πολύ αισθητή την παρουσία της. Αντικατέστησε το τζιν ακόμη και στο Dry Martini, με την παρότρυνση του θρυλικού James Bond, που έπινε το Martini του με Smirnoff, δημιουργώντας έτσι το Vodkatini.

Από τότε μέχρι και σήμερα, τα δύο παιδιά συναγωνίζονται για το ποιο θα είναι το καλύτερο. Το τζιν γίνεται όλο και πιο πολύπλοκο αρωματικά, με την προσθήκη όλο και περισσότερων και όλο και καλύτερων αρωματικών συστατικών.Πάνω από 120 διαφορετικά βότανα και μυρωδικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή του τζιν και κάθε τζιν που σέβεται τον εαυτό του περιέχει από οκτώ έως είκοσι από αυτά. Εκτός του κέδρου, που είναι το πιο βασικό, χρησιμοποιούνται ακόμη ο κορίανδρος, η αγγελική, η γλυκόριζα, η κανέλα, το γαρίφαλο, αλλά και οι φλούδες πορτοκαλιών και λεμονιών, τα πικραμύγδαλα, και άλλα.

Η βότκα γίνεται όλο και πιο καθαρή, ισορροπημένη, μαλακή, βελούδινη. Γι’ αυτό χρησιμοποιούνται πολλαπλές αποστάξεις, διάφορα φίλτρα και πολύ καλής ποιότητας πρώτες ύλες. Εμφανίστηκαν πολλές καλές βότκες από διάφορες χώρες όπως η Σουηδία, η Δανία, η Γαλλία, η Γερμανία και άλλες. Μετά την κατάρρευση μάλιστα της Σοβιετικής Ένωσης, πολλοί Δυτικοί επενδυτές ασχολήθηκαν με τη βότκα στη Ρωσία και σε άλλα κράτη της πρώην ΕΣΣΔ. Ο ανταγωνισμός μεγάλωνε, ο κόσμος ήθελε συνέχεια κάτι το διαφορετικό και τότε, το 1996, εμφανίστηκαν στην Αμερική οι πολωνέζικες βότκες Chopin και Belvedere.

Δημιουργήθηκε μια νέα αγορά. Η αγορά των luxury vodkas. Βότκες πολύ πιο ακριβές, πιο ελιτίστικες, ήρθαν να καλύψουν την ανάγκη του κόσμου για καθημερινή πολυτέλεια. Περίεργα μπουκάλια, περίεργα ονόματα, συνταγές που έφταναν πολλούς αιώνες πίσω, στις συνταγές των τσάρων. Βότκες που κάποτε φτιάχνονταν μόνο για τους αξιωματούχους του Κρεμλίνου. Ένας τεράστιος νέος κόσμος. Το φτωχό κοριτσάκι του 16ου αιώνα έχει γίνει πια σωστή βασίλισσα. Το αμερικάνικο όνειρο σε όλο του το μεγαλείο. Η βότκα, από ποτό των φτωχών Πολωνών και Ρώσων, έγινε το ποτό της ελίτ τού σήμερα: ένδειξη κουλτούρας και –ανάλογα με το label– πλούτου. Νέα brands, νέες ιδέες. Βότκες από γαλλικά σταφύλια, όπως η Ciroc. βότκες που φτιάχνονται με συνδυασμό συνεχούς και κλασματικής απόσταξης, όπως η Level. Η εκπληκτική εξέλιξη της βότκας δεν μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο τον κόσμο του τζιν.

Η αρχή έγινε τη δεκαετία του ’80 με το Bombay Sapphire. έπειτα άρχισαν να εμφανίζονται ή να επανεμφανίζονται διάφορα τζιν, στοχεύοντας και αυτά στη ζηλευτή κατηγορία των super premium προϊόντων. Σημαιοφόρος, το Tanqueray Ten, το μόνο τζιν που χρησιμοποιεί φρέσκα μυρωδικά. Το όνομά του το οφείλει στον αποστακτήρα Νο. 10, που είναι και ο μοναδικός που χρησιμοποιείται για την παραγωγή του. Επανεμφανίστηκε το Plymouth, που αποτελεί κατηγορία από μόνο του, μια και είναι κάτι σαν ΟΠΑΠ. Άλλα super premium τζιν είναι το καταπληκτικό Hendrick’s της William Grants, το Martin Miller’s, το Gloag’s, το Greenall’s, κ. ά. Το πρώην φτωχόπαιδο έγινε βασιλιάς των σαλονιών. Η ιστορία του τζιν, όσο και της βότκας, είναι η απόλυτη ιστορία εξέλιξης ενός προϊόντος. Από ποτά του λαού, έγιναν σοφιστικέ, ποιοτικά ποτά με άπειρες δυνατότητες για χιλιάδες κοκτέιλ. Χωρίς να έχουν κάποιο σέξι χρώμα και χωρίς να έχουν τα «πιασάρικα» αρώματα της βανίλιας, του βούτυρου, του καπνού ή της σοκολάτας, που έχουν ποτά τα οποία έχουν περάσει από ξύλινα βαρέλια, το τζιν και η βότκα είναι πλέον σημαίες του καλού γούστου. Χωρίς να έχουν το εύκολο προσόν της παλαίωσης ή της συγκεκριμένης χρονιάς (vintage), μας έχουν κάνει να ψάχνουμε τα αρώματά τους και τις διαφορές τους. Να προσπαθούμε να φτιάξουμε όλο και πιο επιτυχημένα κοκτέιλ με αυτά.



Ποτά

banner

Cocktails

Αναζήτηση με φίλτρα

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Αναζητήστε στο αρχείο του αθηνόραμαUmami δίνοντας μέρος του ονόματος