Review

Το «Mank» του Ντέιβιντ Φίντσερ είναι ένα ορμητικό όσο και σχηματικό biopic

Από -

Το 1971 η διάσημη Αμερικανίδα κριτικός Πολίν Καέλ έγραψε ένα άρθρο 15.000 λέξεων στο New Yorker το οποίο σόκαρε την κινηματογραφική κοινότητα. Με τίτλο «Raising Kane», περιέγραφε λεπτομερώς την περιπετειώδη δημιουργία του αριστουργηματικού «Πολίτη Κέιν», ο οποίος τόσο τότε όσο ακόμα και τώρα θεωρείται ίσως η σπουδαιότερη ταινία όλων των εποχών. Αναλύοντας εξονυχιστικά τα όσα προηγήθηκαν της πρεμιέρας του θρυλικού φιλμ την Πρωτομαγιά του 1941 στην Νέα Υόρκη, η Καέλ παίρνει σαφή θέση στην εκκρεμή διαμάχη για τη σεναριακή πατρότητα του «Κέιν», υποστηρίζοντας πως η ιδέα, η περίτεχνη δόμησή της, η πρωτοποριακή αφηγηματικά ανάπτυξή της και εντέλει το μοναδικό Όσκαρ της, αυτό του πρωτότυπου σεναρίου, ανήκουν όχι όπως οι περισσότεροι πιστεύουν κατά κύριο λόγο στον Όρσον Γουέλς, αλλά σχεδόν αποκλειστικά στο συνσεναριογράφο του Χέρμαν Μάνκιεβιτς. Άποψη που ξεκίνησε μια σειρά αντιπαραθέσεων γύρω από ένα… whodunit το οποίο δεν έχει απαντηθεί ξεκάθαρα μέχρι και σήμερα.

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος (αρχισυντάκτης στο Life) Τζακ Φίντσερ, πατέρας του διάσημου σκηνοθέτη Ντέιβιντ Φίντσερ, μελέτησε επισταμένα την ιστορία τού «Πολίτη Κέιν» και έγραψε τη δεκαετία του ’90 ένα σενάριο το οποίο εξιστορεί την ανάμιξη του Μάνκιεβιτς στην όλη ιστορία, υιοθετώντας απόλυτα τη θέση της Καέλ. Μετά το θάνατό του το 2003 ο Ντέιβιντ αποφάσισε να το μεταφέρει ο ίδιος στην οθόνη, δεχόμενος τη διακριτική, uncredited βοήθεια του βραβευμένου με Όσκαρ σεναριογράφου Έρικ Ροθ («Φόρεστ Γκαμπ», «Μόναχο», «Η Απίστευτη Ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον»), ο οποίος κράτησε ρόλο παραγωγού.

Είναι ένα από τα φετινά οσκαρικά χαρτιά του  Netflix το οποίο ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τα πιστοποιημένα γεγονότα, ξεκινώντας από το αυτοκινητικό ατύχημα του ευφυή, κυνικού, ετοιμόλογου όσο και αυτοκαταστροφικού Χέρμαν Μάνκιεβιτς, ο οποίος βρίσκεται τον Σεπτέμβριο του 1939 με πολλαπλό κάταγμα στο πόδι του και χωρίς δουλειά, λόγω του απρόβλεπτου, ασυνεπή χαρακτήρα του. Από το 1926, όταν και ξεκίνησε τη χολιγουντιανή του καριέρα ως μεσοτιτλίστας του βωβού, είχε εντυπωσιάσει τους πάντες με την κοφτερή πένα και τις εύστροφες ιδέες του, δουλεύοντας ως σεναριογράφος μεγάλων παραγωγών της MGM, άλλοτε επώνυμα («Dinner at Eight» του Τζορτζ Κιούκορ) και συχνότερα ανώνυμα («Ο Μάγος του Οζ»). Εκτιμώντας τον, αλλά γνωρίζοντας τα ριψοκίνδυνα ελαττώματά του, ο Γουέλς τον υποχρέωσε να απομονωθεί σε ένα ράντσο στη μέση της καλιφορνέζικης ερήμου, του προμήθευσε μια νοσοκόμα και μια δακτυλογράφο, ενώ έβαλε το θεατρικό συνεργάτη του και ηθοποιό Τζον Χάουζμαν (Όσκαρ β΄ ρόλου το 1973 για το «The Paper Chase») να τον φροντίζει και να τον προσέχει. Να τον κρατάει ξεμέθυστο δηλαδή, και συνεπή στην έγκαιρη ολοκλήρωση του πρότζεκτ.

Αυτό αφορούσε τη βιογραφία ενός αυτοδημιούργητου μεγιστάνα του Τύπου με πολιτικές φιλοδοξίες και ερωμένη μια νεαρή τραγουδίστρια, σαφώς εμπνευσμένη από τον Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ, επιχειρηματία, πανίσχυρο εκδότη και δυο φορές εκλεγμένο βουλευτή, αποτυχημένο υποψήφιο ως πρόεδρο της χώρας και δήμαρχο της Νέας Υόρκης. Ο Μάνκιεβιτς ήταν φίλος του Χερστ, με το «Mank» να επιστρέφει μέσω συνεχών φλας μπακ στο 1934, την εποχή που οι δυο τους συναντιόνταν στα πλατό και τις κοσμικές συγκεντρώσεις και τη χρονιά της μεγάλης εκλογικής μάχης για τη θέση του κυβερνήτη της Καλιφόρνιας ανάμεσα στον σοσιαλιστή συγγραφέα, υποψήφιο των Δημοκρατικών Άπτον Σινκλέρ και τον Ρεπουμπλικάνο αντικομουνιστή Φρανκ Μέριαμ. Σύσσωμο το συστημικό Χόλιγουντ, με πρωτεργάτες τους Χερστ και Λούι Μέγιερ, τον επικεφαλής της MGM, υποστήριξε φανατικά τον νικητή Μέριαμ, δίνοντας μια ακόμα αφορμή στους Φίντσερ, πατέρα και γιο, να σχολιάσουν καυστικά τη διαπλοκή των αμερικανικών εξουσιών και τον πολιτικό ρόλο του θεάματος, τόσο ως μπίζνες όσο και ως πολιτισμική λειτουργία.

Όπως και στο «Social Network», την πραγματική ιστορία μιας διαμάχης γύρω από τη δημιουργία και τη διαχείριση ενός (τεχνολογικού) «θαύματος», άμεσα δεμένου με τις έννοιες της εξουσίας και της επιτυχίας, έτσι κι εδώ ο Ντέιβιντ Φίντσερ ακολουθεί τη διαδρομή ενός outsider της επίσημης, λαμπερής εκδοχής όσον αφορά τη γέννηση ενός καλλιτεχνικού αριστουργήματος, για να ανακαλύψει τις ψυχολογικές αλήθειες και τα θεσμικά ψέματα που κινούν τον κόσμο. Γράφοντας την Ιστορία του – πως αλλιώς; -  πάντα από τη μεριά των νικητών, εκείνων δηλαδή που αξιοποίησαν ευκαιρίες, ισορροπίες, συγκυρίες και την ανθρωποφάγα δυνατότητα του αμερικανικού ονείρου. Ο ιδιόρρυθμος, μα πάντα πιστός στις αρχές του Μανκ μοιάζει για τον Φίντσερ με έναν ακόμα δονκιχωτικό (μια αναφορά που επανέρχεται διαρκώς στην ταινία) ντετέκτιβ βγαλμένο από αμοραλιστικό φιλμ νουάρ, ο οποίος αναζητά την αλήθεια μέσα από ένα σκοτεινό δαίδαλο προδοσιών και συνωμοσιών. Αναπόφευκτα θα συντριβεί. Για αυτό και οι ασπρόμαυρες εικόνες του φιλμ, φωτογραφημένες από τον κινηματογραφικά πρωτάρη Έρικ Μέσερσμιντ (του τηλεοπτικού «Mindhunter»), περισσότερο κι από μια νοσταλγική αναφορά στη χρυσή εποχή της Μέκκας του σινεμά είναι η εντυπωσιακά καλλιγραφική, μα βαθιά ανησυχητική αποτύπωση μιας απειλητικής, δυσοίωνης ατμόσφαιρας που περιβάλλει τον αποπροσανατολισμένο Μανκ, παρασύροντάς τον διαρκώς σε μια ενοχλητική, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά.

banner

Ο Φίντσερ οργανώνει το υλικό του με μέθοδο κι ακρίβεια (ακόμα και το… παλιομοδίτικο score των Τρεντ Ρέζνορ & Άτικους Ρος είναι ηχογραφημένο με όργανα εποχής), εμπλουτίζοντας για πρώτη φορά την αφηγηματική μαεστρία του με καυστικό, επιθετικό χιούμορ. Ο Γκάρι Όλντμαν, ως Μανκ, έχει πιάσει το πνεύμα και «ανεβοκατεβάζει» την ερμηνεία του πάντα στη σωστή νότα. Έτσι, τo «Mank» ξεκινά με εμπνευσμένο κωμικό οίστρο (τα φλας μπακ εισάγονται με απόσπασμα από τη σεναριακή τους περιγραφή) και συνεχίζει επιταχύνοντας, πολύ κοντά σε μια αλά αδελφοί Κοέν σάτιρα της κωμικοτραγικής πραγματικότητας των κινηματογραφικών παρασκηνίων - το «Μπάρτον Φινκ» συναντά το «Χαίρε Καίσαρ!». Οι ρομαντικές, συναισθηματικές ανάσες είναι εύρυθμες, με την παρουσία της ερωμένης του Χερστ ηθοποιού Μάριον Ντέιβις (η Αμάντα Σέιφριντ στο ρόλο της καριέρας της) να τονίζει εύστοχα, κι όσο πρέπει ανάλαφρα, την αδυναμία της χολιγουντιανής μηχανής να ανεχτεί οτιδήποτε ανθρωπίνως «ελαττωματικό», ειλικρινές κι αυθόρμητο.

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τη διαχείριση της πολιτικής διάστασης της ταινίας, η οποία επιμένει δυσανάλογα σε χρόνο και δραματική βαρύτητα, αγγίζοντας κατά στιγμές τα όρια του – αντιΤραμπ - διδακτισμού. Η επιθυμία του Φίντσερ να αντιπαραθέσει την πολιτική μονομαχία (Σινκλέρ εναντίον Μέριαμ) με την καλλιτεχνική αντιπαράθεση μένει μετέωρη, ο εύστροφος αυτοσαρκασμός του (η παραβολή της μαϊμούς του λατερνατζή) δεν συνάδει με την τάση του για καρικατουρίστικη υπερβολή (βλέπε Λουί Μέγιερ), με το μυθοπλαστικό χαρακτήρα τού Σέλι Μέτκαλφ (πραγματικός σκηνοθέτης των προπαγανδιστικών επικαίρων του Χερστ ήταν ο Φέλιξ Φιστ) να επιστρατεύεται για ένα αχρείαστο, μελοδραματικό ξέσπασμα. Ό,τι δηλαδή λειτουργεί ως διακριτική, υπόγεια, γι’ αυτό και απολύτως εύστοχη αναφορά στη δύναμη της εικόνας και την απατηλή λάμψη της επιτυχίας στο «Social Network» και το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε», για να μη θίξουμε καν το αλληγορικά αξεπέραστο «Fight Club», στο «Mank» επιβιώνει σαν σινεφίλ βιτριολικός σαρκασμός κι όχι σαν «τολμηρό» πολιτικοκοινωνικό σχόλιο. Γι’ αυτό και το φιλόδοξο biopic του εφευρετικά ανήσυχου Ντέιβιντ Φίντσερ λειτουργεί τελικά πολύ καλύτερα ως «πονηρά» πικρή κωμωδία παρά ως οσκαρική, μεγαλόσχημη ιστορική τοιχογραφία.

Βαθμολογία:

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Φίντσερ. Πρωταγωνιστούν: Γκάρι Όλντμαν, Αμάντα Σέιφριντ, Λίλι Κόλινς, Άρλις Χάουαρντ, Τομ Πέλφρι, Τιούπενς Μίντλτον, Τσαρλς Ντανς. Α/Μ. ΗΠΑ. 2020. Διάρκεια: 131΄. Προβολή: NETFLIX

Σχετικά Θέματα