Review

«The Eddy»: Το τζαζ στέκι του Netflix έχει την υπογραφή του Ντάμιεν Σαζέλ

Δεν είναι μυστικό πως ο Ντάμιεν Σαζέλ λατρεύει τη τζαζ. Εξάλλου την αγάπη του για το είδος εκδήλωσε με αποθεωτικό τρόπο στο βραβευμένο με 6 Όσκαρ «La La Land» (2016), χρυσό αγαλματίδιο σκηνοθεσίας για τον ίδιο, αφού προηγουμένως φανέρωσε τη σκληρή έως και αυταρχική πτυχή της τζαζ στο εν μέρει αυτοβιογραφικό «Χωρίς Μέτρο» (2014). Οι δύο ταινίες υπήρξαν λογική συνέχεια του ασπρόμαυρου «Guy and Madeline on a Park Bench», του τρυφερού lo-fi ντεμπούτου του Σαζέλ, στο οποίο κεντρικός ήρωας είναι ένας τρομπετίστας που προσπαθεί να κάνει καριέρα ως, τι άλλο, τζαζ μουσικός.

Αφού έκανε ένα σύντομο «ταξίδι» στα αστέρια με τον υποτιμημένο «Πρώτο Άνθρωπο» (2018), ο Αμερικανός δημιουργός επιστρέφει στα γνωστά λημέρια του και βάζει την υπογραφή στο «Eddy» για λογαριασμό του Netflix. Η πρώτη τηλεοπτική απόπειρα του Σαζέλ έκανε πρεμιέρα στο τμήμα Berlinale Series του φεστιβάλ Βερολίνου και το «α» βρέθηκε εκεί για να παρακολουθήσει τα πρώτα δύο από τα οκτώ συνολικά επεισόδια της μίνι σειράς.

Το «Eddy» δανείζεται τον τίτλο του από το τζαζ κλαμπ που έχει ανοίξει στην καρδιά του Παρισιού ο Έλιοτ (Αντρέ Χόλαντ), ένας πρώην μουσικός ο οποίος έχει επενδύσει τα πάντα στο μαγαζί γι' αυτό και θέλει πάση θυσία να πετύχει. Πολύτιμος συνεργάτης του ο Φαρίντ (Ταχάρ Ραχίμ), υπεύθυνος για τις πρακτικές δουλειές, την ώρα που ο Έλιοτ έχει περισσότερο υπό την ευθύνη του την καλλιτεχνική διεύθυνση του κλαμπ. Μία από τις δημιουργικές επιλογές του είναι η μπάντα της οποίας το μικρόφωνο κρατάει η Μάγια, στο ρόλο η δοκιμασμένη στο τραγούδι Τζοάνα Κούλιγκ («Ψυχρός Πόλεμος»), την οποία ο Έλιοτ πιέζει σαν άλλος Τζ. Κ. Σίμονς για να βελτιώνεται συνέχεια. Τη χειρότερη δυνατή στιγμή, όταν ο πανικός των υποχρεώσεων του μαγαζιού βρίσκεται στα ύψη, κάνει την εμφάνισή της η Τζούλι (Αμάντλα Στένμπεργκ), η έφηβη κόρη του Έλιοτ με την οποία έχουν ψυχρανθεί οι σχέσεις και πλέον απαιτεί την προσοχή του. Μέσα σε όλα, ένα επικίνδυνο μυστικό του Φαρίντ θα βγει εκτός ελέγχου με τις συνέπειες να προστίθενται στην ασφυκτική πίεση που βιώνει ο Έλιοτ.

Ο Σαζέλ κάθεται στην καρέκλα του σκηνοθέτη στα δύο εναρκτήρια επεισόδια, αναλαμβάνοντας την ευθύνη να θέσει το ύφος και την αφηγηματική κατεύθυνση του «Eddy», προτού πάρουν τη σκυτάλη οι Χούντα Μπενιαμίνα («Divines»), Λάιλα Μαράκτσι («Rock The Casbah») και ο Άλαν Πουλ, τηλεοπτικός σκηνοθέτης με μεγάλη εμπειρία («Six Feet Under») και παραγωγός ταινιών όπως το cult «Candyman» (1992). Αμέσως κάνει εντύπωση το γεγονός πως λείπει το απαστράπτον και αψεγάδιαστο στιλιζάρισμα με το οποίο είναι συνδεδεμένος ο Σαζέλ, το οποίο δίνει τη θέση του σε μια ατμόσφαιρα μίνιμαλ, με χειροπιαστό αφιλτράριστο ρεαλισμό ο οποίος ανά σημεία θυμίζει σινεμά βεριτέ ή μια indie παραγωγή. Φυσικά δε λείπει το νεύρο με το οποίο κινείται η κάμερα και συνδυάζεται με τα γρήγορα cuts στο μοντάζ, μια αγαπημένη τεχνική του Αμερικάνου την οποία έχει τελειοποιήσει. Έτσι η σειρά αποκτά αμέσως ένα τέμπο νευρώδες με κινητοποιό δύναμη την ερμηνεία του Χόλαντ, ο οποίος τροφοδοτεί με αμείωτη ένταση τη σειρά.

Ο θαυμάσιος ηθοποιός κρατά τα ηνία της δράσης, αυτό εξάλλου απαιτεί και ο ρόλος του, με τον Χόλαντ να σωματοποιεί το διχασμό που βιώνει ο ήρωας καθώς μοιράζεται μέσα του ανάμεσα στον παθιασμένο μουσικό και τον αποφασιστικό ιδιοκτήτη. Το κλίμα που δημιουργείται γύρω από τον Έλλιοτ, ένα σπιράλ βίας, αλκοόλ, έρωτα και υποκόσμου, δίνει στη σειρά μια αύρα αλλοτινής εποχής παρότι τοποθετείται στο σήμερα. Το κλαμπ βρίσκεται γύρω από κακόφημους δρόμους, ο κίνδυνος καιροφυλακτεί σε κάθε γωνία, έτσι περιμένει κανείς να εμφανιστούν μέσα από τις σκιές περίεργες φάτσες, βγαλμένες λες από ταινία του Μελβίλ.

Όταν δε φλερτάρει με την απειλή, το «Eddy» αναβλύζει από την αγάπη του Σαζέλ για την τζαζ και κυρίως τους μουσικούς της. Αφιερώνονται εκτενείς σεκάνς σε εκτελέσεις μουσικών κομματιών, οι οποίες δε συμβαίνουν απαραίτητα στη σκηνή του κλαμπ. Μια από τις ενδιαφέρουσες αφηγηματικές επιλογές του σκηνοθέτη είναι η απροσδόκητες διακοπές της βασικής πλοκής με παρεκβάσεις, οι οποίες μπορεί να οδηγούν σε αυτοσχέδια τζαμαρίσματα μεταξύ των χαρακτήρων ή στην ανάπτυξη μιας παράλληλης δράσης. Εκ πρώτης όψεως ίσως αυτή η απόφαση να μοιάζει με αδεξιότητα, μια δυσκολία του Σαζέλ να διαχειριστεί τα πολυάριθμα πρόσωπα της υπόθεσης. Στα αλήθεια όμως η σειρά μιμείται τη δομή ενός τζαζ κομματιού. Πάνω σε μια κοινή ραχοκοκαλιά και σαν άλλοι μουσικοί, οι χαρακτήρες ακολουθούν το δρόμο που ανοίγει ο κεντρικός ήρωας και διεκδικούν εναλλάξ τη θέση τους στο προσκήνιο της δράσης. Όπως σε ένα κομμάτι τα σόλο του πιάνου, του μπάσου, των ντραμς διαδέχονται το ένα το άλλο. Με μια δόση υπερβολής, θα λέγαμε πως αυτοσχεδιάζει. Έτσι εξηγείται, για παράδειγμα, πώς η Στένμπεργκ αποκτά ξαφνικά τον πρώτο λόγο στον αφηγηματικό χρόνο φαινομενικά από το πουθενά.

Υπάρχουν όμως και στιγμές όπου τα ψεγάδια του «Eddy» δεν κρύβονται. Η ατμόσφαιρα της σειράς μπορεί να γίνεται υποβλητική, ο κόσμος της όμως δεν πείθει πάντα πως είναι συνεκτικός. Ως προς αυτό δε βοηθά το χαλαρό δέσιμο του σεναρίου και ερμηνείες σαν κι εκείνη του Ραχίμ. Εδώ, ο αδιαμφισβήτητα ταλαντούχος ηθοποιός, προσπαθεί υπερβολικά να πείσει στο ρόλο ενός άνδρα που κινείται με άνεση μεταξύ σόου μπίζνες και παρανομίας. Το «Eddy» παρόλα αυτά δε συστήνεται ως μια τυπική σειρά, αλλά ως μια ωδή σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια.

Ο Σαζέλ κινείται σε δρόμους του Παρισιού που έχει ζήσει στο πετσί του. Δρασκελίζει σε περιοχές που έχει δει να αποθεώνονται στο σινεμά, πόσω δε μάλλον στη νουβέλ βαγκ. Ο Έλιοτ μπορεί να μην έχει την αγαθότητα ενός Αντουάν Ντουανέλ, όμως είναι εξίσου ονειροπόλος. Διαφορετικά, δε θα είχε στα χέρια του ένα κλαμπ αφιερωμένο σε ένα είδος που κανείς, στη σειρά, δε φαίνεται να ακούει πια. Σε αυτό το σημείο κρύβεται ο συνδετικός κρίκος του «Eddy» με το υπόλοιπο έργο του Αμερικάνου δημιουργού, καθώς οι χαρακτήρες που σκαρφίζεται παρασύρονται πάντα από την αδρεναλίνη του κυνηγιού των ονείρων τους. Κανένα κόστος δεν τους πτοεί, ενώ τα ρίσκα, τα λάθη και οι ήττες που θα έρθουν στο ενδιάμεσο, δεν έχουν καμία σημασία. Αρκεί που τόλμησαν, εν μέρει είδαν, να πραγματοποιούντα όσα τρελά είχαν φανταστεί.

Σχετικά Θέματα