Review

Στο «Undoing» οι πλούσιοι άντρες δεν έχουν ψυχή

Τα 11 βραβεία Emmy μιλούν από μόνα τους. Τόσα έχει στην κατοχή του ο Ντέιβιντ Ε. Κέλι, ένας από τους σημαντικότερους showrunners της αμερικανικής τηλεόρασης, ο οποίος συνιστά από μόνος του ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία της μικρής οθόνης.

«L.A. Law», «The Practice», «Boston Legal» και με πιο πρόσφατο το σουξέ «Big Little Lies», ο Κέλι έχει στο όνομά του διαδοχικές σειρές – ορόσημα με κοινό παρονομαστή το δράμα, ιδιαίτερα το δικαστικό, το φλερτ με τη σαπουνόπερα και τα αιματηρά μυστικά των ευκατάστατων συμπολιτών μας. Εκείνοι βρίσκονται συνήθως στο επίκεντρο της γραφής του, όπως συμβαίνει και στο «Undoing». Η μίνι σειρά για λογαριασμό του HBO, σμίγει σε έξι επεισόδια μυστήριο, απροσδόκητες εκπλήξεις, ταξικά σχόλια και νομικά παρελκόμενα, τα οποία πλαισιώνουν οι ερμηνείες υψηλού επιπέδου και μια παλαιάς κοπής δεξιοτεχνική τηλεοπτική γραφή.

Νικόλ Κίντμαν και Χιου Γκραντ ενσαρκώνουν ένα ευτυχισμένα παντρεμένο ζευγάρι της καλής κοινωνίας, με ζωές άσπιλες όπως τα ρούχα που φορούν και το χαμόγελο στο πρόσωπό τους. Οι ρωγμές που νομοτελειακά εμφανίζονται στη σχέση τους, οφείλονται στην υπόθεση δολοφονίας μιας γοητευτικής νεαρής μητέρας, της οποίας ο γιος εκτός του ότι ανακαλύπτει το πτώμα, φοιτά στο ίδιο (λουσάτο) ιδιωτικό σχολείο με το παιδί των Κίντμαν – Γκραντ. Οι δυο τους παρότι ταραγμένοι από το νέο δεν ανησυχούν, ώσπου η αστυνομία γράφει τα ονόματά τους στη λίστα των υπόπτων.

Το μετρονομημένο μέχρι κεραίας σενάριο του Κέλι σε συνδυασμό με την εμπειρία της Σουζάνε Μπίερ («Μετά το Γάμο», «Ίσως, Αύριο»), η οποία κρατά τη σκηνοθεσία σε όλα τα επεισόδια, να αποκρύπτει σε κοινή αφηγηματική θέα τις επερχόμενες ανατροπές, δημιουργούν μια θελκτική και άκρως υποβλητική ατμόσφαιρα που δε στηρίζεται σε αναμενόμενα cliffhangers. Καθώς η καθαυτό πλοκή δε ξεφεύγει γενναία από τα τυπικά whodunit, εκείνο που κάνει το «Undoing» να ξεχωρίζει είναι ο τρόπος που εξελίσσεται σε μια μοντέρνα μάχη των φύλων με όρους χαμηλότονου μελοδράματος.

Όταν οι αποκαλύψεις της υπόθεσης αυξάνονται, φέρνοντας σε σύγκρουση τους χαρακτήρες των Κίντμαν – Γκραντ, κλυδωνίζεται η μέχρι πρότινος αδιάτρητη εμπιστοσύνη μεταξύ τους. Εδώ εντοπίζεται η πρώτη θεματική τομή της σειράς, που αφορά τη δύναμη της κυρίαρχης εικόνας που θρέφουμε για τον Άλλο. Πόσο εύκολα μεταβάλλεται το βλέμμα μας απέναντι σε κάποιον που από τη πρώτη στιγμή δείχνει αψεγάδιαστος; Γιατί έναν τέτοιο ρόλο ενσαρκώνει ο Γκραντ, ένα συνεσταλμένο, στοργικό σύζυγο με χιούμορ ο οποίος κάνει μια δουλειά που είναι αδύνατο να μισήσεις – είναι ογκολόγος παιδίατρος!

Εξ ου και το τρομερό ενδιαφέρον που γεννά ο χαρακτήρας της Κίντμαν. Οι μεταβολές που βιώνει σε συνδυασμό με τις ραγδαίες συναισθηματικές διακυμάνσεις, σε μια άλλη σειρά θα την καθιστούσαν τραγική, ίσως κι εύθραυστη, φιγούρα. Εδώ, αντιθέτως, την οπλίζουν με αποφασιστικότητα όχι για να εκδικηθεί αλλά για να προστατέψει την αξιοπρέπειά της κι έπειτα το γιο της. Οι αληθινές προθέσεις της μάλιστα καλύπτονται επιδέξια στην αφήγηση, αποφεύγοντας την κλισέ συμπεριφορά μιας «συζύγου σε απόγνωση», την ώρα που ανά στιγμές εκδηλώνει μια πηγαία σεξουαλική επιθυμία, η οποία υπογραμμίζει τον έλεγχο που ασκεί ως προσωπικότητα.

Διότι το «Undoing» αδιόρατα αναδεικνύει τα πολλαπλά στίγματα και τους πολύπλευρους κοινωνικούς ρόλους που φέρουν οι γυναικείοι χαρακτήρες. Την ίδια στιγμή είναι εν δυνάμει ή πραγματικά θύματα,  μητέρες – σύζυγοι, αμείλικτες επαγγελματίες (σπουδαίες στις ερμηνείες τους ως δικηγόροι οι Νόμα Ντουμεζουένι και Σόφι Γκράμπολ), άσπονδες φίλες και υποκείμενα πόθου. Παράλληλα, μεταξύ τους σχηματίζεται μια αφανής επικοινωνία. Στη σειρά, οι γυναίκες ουδέποτε αμφιβάλλουν για το φύλο του δολοφόνου. Όχι μόνο γιατί αυτή η ιστορία επαναλαμβάνεται στο διηνεκές, αλλά γιατί όλες τους μοιράζονται κοινές εμπειρίες στις οποίες έχουν νιώσει ξαφνικά να απειλούνται από ένα φαινομενικά άκακο άντρα.

Στον αντίποδα οι άρρενες του «Undoing» βουβαίνουν απέναντι στην αυτοκαταστροφή τους, η οποία απορρέει από τη ψευδαίσθηση πως με τα λόγια μπορούν να ξεφύγουν από οποιαδήποτε κατάσταση. Προσθέστε σ’ αυτό και γερές δόσεις αυτοπεποίθησης, όπως επίσης φόβου, ενοχών και ποικίλων συμπλεγμάτων. Οι Κέλι και Μπίερ τα εξερευνούν διακριτικά, θίγοντάς τα όσο χρειάζεται για να εμπλουτιστεί η πλοκή, ακόμα κι αν υπάρχουν στιγμές που γίνονται παραπάνω επεξηγηματικοί αναφορικά με το χαρακτήρα του Γκραντ. Έχουν τους λόγους τους βέβαια, καθώς ο Βρετανός ενσαρκώνει το αρσενικό αρχέτυπο του οικογενειάρχη όπως είπαμε παραπάνω, που καταφεύγει στον πανικό όταν συνειδητοποιεί την επικείμενη ολοσχερή καταστροφή.

Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το «Undoing» κερδίζει το στοίχημά του όχι γιατί ως θεατές συμπονούμε τους ήρωες, κάθε άλλο. Μιλάμε για χαρακτήρες υπερβολικά πλούσιους, που εάν δεν έκαναν μερικά… εγκληματικά λάθη, θα ξελασπώνονταν από τον καλύτερο δικηγόρο που θα αγόραζε η τσέπη τους. Εκείνο που πετυχαίνει η σειρά είναι να τοποθετήσει το κοινό στο κόσμο της. Παρακολουθούμε την εκδίκαση όπως οι φαντασιακοί τηλεθεατές της δίκης, έχουμε όλες τις πληροφορίες στη διάθεσή μας και παίρνουμε μέρος στη νομική διαδικασία. Κι αυτό, ειδικά ο Κέλι, ξέρει πώς να το κάνει συναρπαστικό.

Έπειτα, η σειρά δεν επιδιώκει κάποια απαραίτητη πρωτοτυπία, όσο να εκμοντερνίσει μια δοκιμασμένη αφηγηματική συνταγή, κάτι που καταφέρνει με περισσή άνεση. Γιατί δεν είναι μόνο τρόπος που συστήνει την πραγματική χειραφέτηση μιας ηρωίδας που εκ προοιμίου δεν την είχε ανάγκη, αλλά και πώς τοποθετείται απέναντι στο σύγχρονο status quo που επιμένει να αντιλαμβάνεται με όρους προκατάληψης τους «αποκάτω» (η μοιραία γυναίκα είναι μια νοτιοαμερικάνα της εργατικής τάξης). Θίγει, ακόμα, την παγιωμένη κουλτούρα βιασμού που θέλει εξορισμού τους καλόβουλους άντρες έξω από τη λίστα των πιθανών εγκληματιών, και αντιμετωπίζει τα θύματα ως γυναίκες «που προκαλούν». Εν τέλει το «Undoing» λειτουργεί στην εντέλεια ως ένα νοηματικά πλήρες και ψυχαγωγικό δράμα, αλλά και ως μια υπενθύμιση του πόσο εύκολα εξαϋλώνεται μια δεδομένη εμπιστοσύνη.