Review

«Παγίδα στο Διαδίκτυο»: Είδαμε το πιο σοκαριστικό και απολιτίκ ντοκιμαντέρ της χρονιάς

Από -

Πίσω στις αρχές των '10s, αρκετοί αναγνώστες θα θυμούνται το reality «Catfish» του MTV. Η σειρά εξελίχθηκε σε μια από τις διασημότερες του κατά τα άλλα μουσικού καναλιού, το οποίο είχε λανσαριστεί εκ νέου στους ελληνικούς τηλεοπτικούς δέκτες από το 2008, εμβαθύνοντας σε ένα φρέσκο ακόμα φαινόμενο του ίντερνετ: την επικοινωνία μέσω social media και τους κινδύνους που συνοδεύουν τη διαδικτυακή ανωνυμία. Πιο συγκεκριμένα, το πώς ο οποιοσδήποτε μπορεί να παριστάνει τον οποιονδήποτε, συνάπτοντας κάλπικες εξ αποστάσεως σχέσεις, με πιθανό απώτερο σκοπό την εκμετάλλευση για προσωπικό όφελος. Η πρακτική που αποκαλείται «catfish» δηλαδή. Το modus operandi της σειράς ήταν να εντοπίζει άτομα που υποψιάζονταν πως ένα πρόσωπο με το οποίο συνομιλούν διαδικτυακά τους εξαπατά, η παραγωγή να εντοπίζει το εν λόγω υποκείμενο και όλοι μαζί να ανακαλύπτουν on camera την πραγματική ταυτότητά του.

banner

Όσα (πενιχρά) οφέλη είχε στη φαρέτρα του το «Catfish», όπως για παράδειγμα τις περιπτώσεις ανθρώπων που είχαν ερωτευτεί και παρέμειναν μαζί παρά τη φανέρωση της πλάνης, χάνονταν στην παντελή απουσία στοιχειώδους πολιτικής ενσυναίσθησης (η πλειοψηφία των υποθέσεων αφορούσε μέλη της φτωχής αμερικανικής εργατικής τάξης) και στην υιοθέτηση ενός κουτσομπολίστικου ύφους ζηλεύοντας, μάλλον, τα υστερικά ξεσπάσματα του «Cheaters», μιας άλλης θρυλικής (sic) reality σειράς. Στη δεκαετία που μεσολάβησε της πρεμιέρας του «Catfish», το ίντερνετ μαζί με την επιρροή των social media γιγαντώθηκαν, οι ζωές μας βρίσκονται πλέον εν πολλοίς online και παράλληλα, τα σκοτεινά σημεία του διαδικτύου αυξήθηκαν και έγιναν ακόμα πιο ζοφερά. Σε κάποια από αυτά έρχεται να ρίξει φως το τσέχικο ντοκιμαντέρ «Παγίδα στο Διαδίκτυο» (Βιτ Κλουσάκ & Μπαρμπόρα Χαλούποβα), το οποίο έχει περισσότερα κοινά με το reality του MTV από όσα θα ήθελε.

Η ταινία ξεκινά με την παράθεση σοκαριστικών στατιστικών στοιχείων• το 60% των παιδιών στην Τσεχία χρησιμοποιεί το ίντερνετ δίχως περιορισμούς ή επιτήρηση από τους γονείς τους, ένα στα δύο συνομιλεί με αγνώστους και κατ' επέκταση το 41% των ανήλικων έχει λάβει πορνογραφικό υλικό από κάποιον άλλο. Επιπλέον, το 1/5 των παιδιών θα σκεφτόταν την πιθανότητα μιας συνάντησης πρόσωπο με πρόσωπο με άτομο με το οποίο κάνουν chat. Τα παραπάνω νούμερα σκιαγραφούν το θεωρητικό πλαίσιο της αφήγησης, η οποία βέβαια ξεκινά με ένα λογικό άλμα. Η παρουσίαση των στατιστικών γίνεται με τρόπο που υπαινίσσεται αυθαίρετα πως η ελεύθερη χρήση του ίντερνετ από ανηλίκους οδηγεί αναπόφευκτα σε συναναστροφή με δυνητικά κακοποιητικό άτομο. Παρόλα αυτά, από τη συγκεκριμένη αφόρμηση εκκινεί η σκέψη των σκηνοθετών, οι οποίοι σκαρφίζονται ένα παράτολμο πείραμα για να αναδείξουν ένα αρρωστημένο ευρύτατα διαδεδομένο φαινόμενο στην Τσεχία.

Από το εσωτερικό ενός στούντιο, όπου η ομάδα παραγωγής έχει κατασκευάσει τρία σκηνικά που αντιστοιχούν σε ψεύτικα μικρά κορίτσια τα οποία υποδύονται ενήλικες ηθοποιοί, καθημερινά επί 12 ώρες οι συμμετέχουσες «μένουν» εκεί. Καθώς κινηματογραφούνται διαρκώς, το μόνο που έχουν να κάνουν οι πρωταγωνίστριες είναι να διατηρούν ψεύτικα προφίλ στα social media και να συνομιλούν με όποιον επικοινωνήσει μαζί τους. Στόχος του εγχειρήματος είναι να πιαστούν στα πράσα όσοι προσεγγίζουν τα «κοριτσάκια» για κάτι παραπάνω από αθώο chatting. Ελάχιστος χρόνος περνάει από τη στιγμή που οι λογαριασμοί βρίσκονται online και συμβαίνει το πρώτο «χτύπημα». Ένας μεσήλικας στέλνει ένα εξαιρετικά άσεμνο μήνυμα σε μία από τις ηρωίδες, η οποία ωστόσο οφείλει να απαντήσει για να τον πιάσουν. Πολύ γρήγορα τα μηνύματα οδηγούν σε βιντεοκλήση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο άντρας προχωρά σε μια αποτρόπαιη πράξη μπροστά στα μάτια της «ανήλικης».

banner

Αυτή είναι μία από τις δεκάδες γραφικές σκηνές που κατακλύζουν το ντοκιμαντέρ και σφίγγουν το στομάχι, παρά τα ειδικά εφέ που καλύπτουν πρόσωπα και επίμαχα σημεία στα πλάνα. Οι σκηνοθέτες επενδύουν στο σοκ για να αποδείξουν το βασικό (και μόνο) επιχείρημά τους, πως είναι εγκληματικά εύκολο να έρθει κάποιος σε επαφή με παιδιά ώστε να τα εκμεταλλευτεί σεξουαλικά. Για το λόγο αυτό, το μοτίβο των σκληρών εικόνων επαναλαμβάνεται σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, με τη λογική πως ο θεατής πρόκειται να ευαισθητοποιηθεί εάν ταρακουνηθεί συθέμελα η συνείδησή του. Στην πράξη, όμως, αυτή η ιδέα εκπυρσοκροτεί. Οι δημιουργοί απεικονίζουν με εμμονή διαδοχικές τραυματικές εμπειρίες στις οποίες υποβάλλονται οι ηθοποιοί, υποβαθμίζοντας έτσι την ουσία της κατεύθυνσής τους και ταυτόχρονα δίνοντας στο περιεχόμενο διαστάσεις exploitation. Όσο εξελίσσεται η αφήγηση, οι ηρωίδες έρχονται σε επαφή με όλο και χειρότερους κακοποιητές, οι οποίοι αντίστοιχα επιδίδονται σε ενέργειες που ξεπερνούν όποια νοσηρή φαντασία.

Παράλληλα καθίσταται σαφές πως από την προσέγγιση των Κλουσάκ και Χαλούποβα απουσιάζει τόσο η πολιτική ματιά πάνω σε όσα κινηματογραφούν όσο και το στοιχειώδες ενδιαφέρον για την προστασία των ηθοποιών από όσα βιώνουν. Η άνεση με την οποία προσεγγίζουν οι άντρες τα ανήλικα και η παντελής έλλειψη άγχους εκ μέρους τους για τυχόν συνέπειες, είναι ενδεικτική του κλίματος στο οποίο έχει επιτραπεί να ευδοκιμήσει αυτού του είδους η συμπεριφορά. Η πρόδηλη ανοχή σε ενέργειες σεξουαλικής βίας είναι απόρροια μιας βαθιά ριζωμένης πατριαρχικής κοσμοθεώρησης στην κοινωνία, η οποία φυσικά δεν περιορίζεται στην τσέχικη που αφορά την ταινία• αρκεί να θυμηθούμε όσα περιστατικά αποκαλύφθηκαν τους τελευταίους μήνες γύρω από το ελληνικό #MeToo, τα οποία για χρόνια λάμβαναν χώρα απρόσκοπτα. Επιπλέον, άθελά του το ντοκιμαντέρ αποδομεί το αφήγημα που θέλει τα φαινόμενα σεξουαλικών κακοποιήσεων να διαπράττονται αποκλειστικά από άντρες που βρίσκονται σε θέσεις ισχύος. Εάν κανείς προσέξει την ταινία, θα δει πως με εξαίρεση ένα άτομο που εργαζόταν σε κατασκήνωση, όλοι οι υπόλοιποι είναι άντρες της διπλανής πόρτας, καθωσπρέπει υποκείμενα που χρειάζονται απλώς πρόσβαση στο διαδίκτυο για να ικανοποιήσουν τις φριχτές ορέξεις τους ανεμπόδιστα. Τίποτα από αυτά, ωστόσο, δεν έχει σημασία για τους σκηνοθέτες, οι οποίοι περιορίζονται στη γενναιόδωρη απεικόνιση μιαρών πράξεων στα όρια της φετιχοποίησης, ρίχνοντας παράλληλα το φταίξιμο για την ύπαρξή τους γενικώς και αορίστως «στο ίντερνετ».

Έπειτα, είναι αδύνατο να προσπεραστεί το γεγονός πως εργαλειοποιείται κυνικά το τραύμα το οποίο έχουν ήδη υποστεί οι γυναίκες που συμμετέχουν στην ταινία. Όπως οι ίδιες ομολογούν στην κάμερα, κατά τη διάρκεια του κάστινγκ - προτού δηλαδή επιλεχθούν ακόμα, όταν ήταν παιδιά είχαν υποστεί κατ' εξακολούθηση ψυχολογική βία και σεξουαλικές παρενοχλήσεις online. Κάτι τέτοιο φαίνεται να συνιστά... προτέρημα για τους σκηνοθέτες, οι οποίοι προσλαμβάνουν τις ηθοποιούς για να ζήσουν πρακτικά από την αρχή το τραύμα τους. Ακόμα και το βίωμά τους αντιμετωπίζεται με αύρα εξωτισμού, αφού οι πρωταγωνίστριες περιγράφουν όσα τους συνέβησαν εν είδη ανάπτυξης χαρακτήρα, μόνο και μόνο για να το δούμε όλοι ύστερα να (ξανα)συμβαίνει. Είναι δε αξιοθαύμαστο πως η παραγωγή έχει στην «ομάδα επιτήρησής» της σεξολόγο και ψυχολόγο, αλλά δεν τους δίνεται ούτε ο ελάχιστος χρόνος για να βοηθήσουν τις πρωταγωνίστριες να διαχειριστούν τη συναισθηματική φθορά που αδιαμφισβήτητα νιώθουν.

Μιας και αναφέρθηκαν οι επιστήμονες που συμμετέχουν στην παραγωγή, να σημειωθεί πως ανάμεσά τους βρίσκεται ένας νομικός, ενώ οι συντελεστές είναι σε επικοινωνία με τις Αρχές για παν ενδεχόμενο. Δημιουργείται, έτσι, η αίσθηση πως όλη αυτή η πληγωτική διαδικασία για ηθοποιούς και θεατές θα καταλήξει σε μια τύποις απόδοση δικαιοσύνης, μια τέλος πάντων κατάληξη που να δικαιολογεί επαρκώς όσα έχουν διαδραματιστεί. Φευ, το φινάλε του ντοκιμαντέρ είναι και το πιο εξοργιστικό, όταν α λα «Catfish» συνεργείο, πρωταγωνίστριες και οπερατέρ κάνουν παρέμβαση στο σπίτι ενός άντρα που παρακολουθούσαν. Εκεί η αντίδραση τους περιορίζεται σε παιδιάστικες απορίες του στιλ «γιατί το κάνεις αυτό;», με αποκορύφωμα την επιτυχία του αποδεδειγμένα κακοποιητή να πάρει τον αέρα των παρευρισκομένων. Αποδεικνύεται, λοιπόν και με αυτόν τον τρόπο, πως το μόνο που επιδιώκει η «Παγίδα στο Διαδίκτυο» είναι η δημιουργία μιας ατμόσφαιρας ηθικού πανικού, χωρίς κανένα αντιπρόταγμα απέναντι σε άντρες που επιδίδονται σε σεξουαλική βία και καμία διάθεση να βρεθούν οι δίοδοι που θα οδηγήσουν επιτέλους στην εξάλειψη αυτών των επαίσχυντων φαινομένων.

Βαθμολογία:

Σκηνοθεσία: Βιτ Κλουσάκ & Μπαρμπόρα Χαλούποβα. Τσεχία, Σλοβακία. 2020. Διάρκεια: 100΄. Προβολή: CINOBO.

Σχετικά Θέματα