Review

Όλοι οι λόγοι που κρατούν το «Queen’s Gambit» στην κορυφή του Netflix

Η Μπεθ Χάρμον, ένα 9χρονο ορφανό κορίτσι στο Κεντάκι των ‘50s ανακαλύπτει ότι έχει ένα μοναδικό ταλέντο στο σκάκι. Κι ενώ μεγαλώνει μαθαίνοντας να εξελίσσει τις σκακιστικές ικανότητές της ώστε να γίνει η πρώτη κορυφαία γυναίκα σκακίστρια σε έναν καθαρά ανδροκρατούμενο χώρο, παράλληλα προσπαθεί να ελέγξει και την χρόνια εξάρτησή της από τις ουσίες. Αυτή η ιστορία ενηλικίωσης που υπογραμμίζει ότι πολλές φορές η ευφυΐα δεν έρχεται χωρίς αντίτιμο είναι με λίγα λόγια η υπόθεση της μίνι σειράς του Netflix με τίτλο «The Queen’s Gambit». Κι ενώ η περιγραφή δεν μοιάζει με κάτι συναρπαστικά μεγάλο, ας δούμε όλα όσα κάνουν το ελληνιστί «Γκαμπί της Βασίλισσας» (ο τίτλος προέρχεται από σκακιστικό όρο) τεράστια επιτυχία αλλά και μία από τις σπουδαιότερες σειρές της χρονιάς.

Ξεκινάμε με την πρωταγωνίστρια, Άνια Τέιλορ-Τζόι. Και κάπου εδώ θα μπορούσαμε να βάλουμε τελεία και να ολοκληρώσουμε τη λίστα, καθώς η 24χρονη ηθοποιός είναι αδιαμφησβήτητα η απόλυτη βασίλισσα της σειράς. Τα τεράστια και εκφραστικά μάτια της και η σπάνια ελαφίσια ομορφιά της έχουν σίγουρα τον πρώτο λόγο, όμως όταν στο παιχνίδι μπαίνει η ερμηνεία της, όλα παίρνουν βαθύτερη διάσταση. Ως Μπεθ Χάρμον, το πρόσωπό της παραμένει ψυχρό και οι εκφράσεις της είναι λιγοστές είτε όταν κατατροπώνει πανηγυρικά αντιπάλους, είτε όταν ηττείται, ακόμα και όταν παραδίνεται στη δίνη που της προκαλούν τα αγαπημένα της ηρεμιστικά χάπια, αφού μαθαίνει από μικρή να καμουφλάρει αριστοτεχνικά τον εθισμό της ακόμα κι όταν έχει όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω της.

Στο μυαλό της Μπεθ, οι ουσίες και το σκάκι είναι έννοιες απόλυτα συνυφασμένες. Όσο εθισμό της προκάλεσαν οι «πράσινες βιταμίνες», δηλαδή τα ηρεμιστικά χάπια που αναγκαζόταν να παίρνει εκείνη και τα υπόλοιπα κορίτσια του ορφανοτροφείου όπου μεγάλωσε, τόσο εθισμένη είναι στο σκάκι. Με το που το ανακάλυψε στο υπόγειο του ορφανοτροφείου χάρη στον επιστάτη-δάσκαλό της, το σκάκι μπήκε στη ζωή της σαν ναρκωτικό και μονοπώλησε όσο τίποτα άλλο το ενδιαφέρον της, έχοντας πάντα μοναδικό στόχο τη νίκη.

Η αποστροφή που νιώθει η Μπεθ από μικρή ηλικία προς την σκακιστική ήττα, δηλαδή την αδυναμία πρόβλεψης της κίνησης του αντιπάλου, δεν είναι αποτέλεσμα εγωισμού ή μεγαλομανίας. Αντιθέτως, έχει βαθιές ρίζες στο ενοχικό παρελθόν της, καθώς αντικατοπτρίζει το άσβεστο τραύμα της σαν μια (άδικη) τιμωρία που έχει επιβάλλει η ίδια στον εαυτό της: ποτέ της δεν κατάφερε να «διαβάσει» και να εξηγήσει τις κινήσεις του απομακρυσμένου της πατέρα, ούτε και να προβλέψει τις πράξεις της δυσλειτουργικής μητέρας της που την οδήγησαν στην αυτοκτονία.

Στο σκάκι όμως, τα πάντα είναι διαφορετικά. Από μικρή ηλικία αποκτά την ικανότητα να γίνεται κυρίαρχος της σκακιέρας, γι’ αυτό και επιλέγει συνειδητά τα εξήντα τέσσερα αυτά ασπρόμαυρα τετράγωνα να γίνουν ο κόσμος της. Ένας ασφαλής κόσμος στον οποίο ελέγχει τα πάντα χάρη στο σπάνιο ταλέντο της και η ίδια φυσικά είναι μόνο νικήτρια, με οποιοδήποτε κόστος. Η Μπεθ θέλει απλά να είναι αήττητη, και το καταφέρνει. Γίνεται η πρώτη γκραν νταμ της σκακιστικής ιστορίας σε έναν καθαρά ανδροκρατούμενο χώρο, στα χρόνια μάλιστα του Ψυχρού Πολέμου όπου η επικράτησή της στην σκακιέρα μεταφράζεται ως μεγάλη πολιτική νίκη του έθνους της κόντρα στους ισχυρούς του είδους Σοβιετικούς.

Ας περάσουμε τώρα στον δεύτερο μεγάλο πρωταγωνιστή της σειράς, που δεν είναι άλλος από το ίδιο το σκάκι. Γίνεται να καταγραφεί με τηλεοπτικό ενδιαφέρον ένα εξ ορισμού ατομικό παιχνίδι/άθλημα, το οποίο λιγοστοί έχουν τις γνώσεις να (παρ)ακολουθήσουν; Το σκάκι δεν είναι μπάσκετ με την αδρεναλίνη να αυξομειώνεται λεπτό το λεπτό, ούτε και ποδόσφαιρο να περιμένεις με κομμένη την ανάσα το γκολ που θα σημάνει καμπανάκια πανηγυρισμού ή λύπης. Στο σκάκι, δύο καθισμένοι αντικριστά παίκτες κάνουν εναλλάξ από μία και μόνο κίνηση, με όλη τη δράση να τρέχει κρυμμένη στο μυαλό τους. Πώς περνάει λοιπόν αυτό στον θεατή, χωρίς να καταλήξει βαρετό;

Η απάντηση έρχεται από τον σκηνοθέτη Σκοτ Φρανκ: η μαγεία επιτυγχάνεται απλά και μόνο κινηματογραφώντας το σκάκι ως έχει, απλό μέσα στην πολυπλοκότητά του και μεγαλειώδες μέσα στην ευφυία του. Η σειρά δεν φοβάται να δώσει στο σκάκι τον χώρο που του αξίζει. Αμέτρητες παρτίδες (αρκετές από αυτές βασισμένες σε πραγματικούς αγώνες που έχουν αφήσει ιστορία) θα κινηματογραφηθούν αναλυτικά, πολλές φορές και σε πραγματικό χρόνο, ενώ σκακιστικές ορολογίες και περίτεχνες στρατηγικές θα αναφερθούν χωρίς την υποχρέωση να εξηγηθούν περαιτέρω για όποιον δεν κατάλαβε. Η σειρά δεν έρχεται για να σου μάθει σκάκι, αλλά για να σε σαγηνεύει με το μεγαλείο που τρέχει γύρω από αυτό.

Όπως είπαμε, εδώ η σκακιέρα αντιπροσωπεύει τον μοναδικό σίγουρο, ασφαλή και κατ’ επέκταση γνώριμο κόσμο της Μπεθ στον οποίο συνειδητά εγκλωβίζεται. Η σειρά όμως δίνει αριστουργηματικά στην ηρωίδα της τη λύτρωση που τόσο επιθυμεί, καθώς της συστήνει έναν πέρα για πέρα αληθινό μικρόκοσμο, βγαλμένο όμως μέσα από αυτά τα 64 τετράγωνα.

Έτσι, βλέπουμε το κατεξοχήν μοναχικό σκάκι να γίνεται ομαδική υπόθεση για χάρη της, να την «αγκαλιάζει», και την ίδια να γνωρίζει μια νέα καθημερινότητα όπου η σκακιέρα δεν είναι εμμονή αλλά αγνή απόλαυση και ελευθερία. Κι όλα αυτά σε επτά ωριαία επεισόδια, μια ολόσωστη επιλογή του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Σκοτ Φρανκ να παρουσιάσει το ομότιτλο μυθιστόρημα του Γουόλτερ Τέβις σε τέλεια αναλογία, με αρχή, μέση και τέλος που ούτε πλατιάζει ούτε και βιάζεται, βάζοντας το «Queen’s Gambit» στη λίστα με τα δημιουργήματα που αποδεικνύουν περίτρανα πως τα mini series αποτελούν το ιδανικό τηλεοπτικό φορμά.

Ειδική μνεία στον διευθυντή φωτογραφίας Στίβεν Μέιζλερ, που μαζί με τον Φρανκ (οι δυο τους έχουν ξανασυνεργαστεί στην επίσης μίνι σειρά «Godless», ένα καλογυρισμένο, βραβευμένο με Emmy αλλά και παραγνωρισμένο γουέστερν του Netflix) στήνει μια μαγευτική ατμόσφαιρα κάθε φόρα που επιλέγει να λούσει τα κάδρα του με αυτήν την πράσινη, εθιστική απόχρωση, ακολουθώντας τον ψυχισμό της Μπεθ. Αυτό το δίδυμο το σημειώνουμε, καθώς περιμένουμε να μας χαρίσει πολλά ακόμα mini (αλλά μεγάλα) τηλεοπτικά διαμάντια.