Review

«Normal People»: Πόσο έτοιμος είσαι για το πιο δυνατό love story της μικρής οθόνης;

Από -

Αρκετές ρομαντικές, δραματικές ή ακόμα και κοινωνικές σειρές που καταπιάνονται με την πορεία μιας ιστορίας αγάπης μέσα στον χρόνο έρχονται με οδηγίες χρήσης: «Μην το δείτε εάν η ψυχολογία σας δεν είναι στα καλύτερά της» ή «δείτε το έχοντας χαρτομάντιλα/αλκοόλ/το τηλέφωνο της κολλητής ή του κολλητού δίπλα». Στο «Normal People» όμως, καμία προφύλαξη δεν θα σε γλιτώσει. Όσο αποστασιοποιημένα και αν παρακολουθήσεις την ιστορία της Μάριαν και του Κόνελ, η λειτουργία της ενσυναίσθησης στον οργανισμό σου εντέλει θα χτυπήσει κόκκινα.

Ίσως δακρύσεις, ίσως κλάψεις γοερά, σε καμία περίπτωση όμως δεν θα καταφέρεις να μείνεις ατάραχος. Ένα κύμα συναισθημάτων, ενορχηστρωμένο υποδειγματικά από τους δύο πρωταγωνιστές, θα σου κάνει κατά μέτωπο επίθεση και θα σε παρασύρει, ενώ στο τέλος μια γλυκόπικρη επίγευση θα σε κάνει να αισθανθείς ωραία που τελικά παρασύρθηκες, ακόμα και αν ταλαιπωρήθηκες από αυτήν την τρικυμία. Κάπως έτσι δεν λειτουργεί κι ο έρωτας άλλωστε;

Βασισμένο στο ομότιτλο βραβευμένο best seller της νεαρής Σάλι Ρούνεϊ, το «Normal People» του BBC3 και του Hulu ακολουθεί το θυελλώδες love story διαδοχικών χωρισμών και επανενώσεων της Μάριαν και του Κόνελ, δύο έφηβων συμμαθητών του τοπικού σχολείου μιας μικρής ιρλανδικής πόλης και στη συνέχεια φοιτητών πανεπιστημίου στο Δουβλίνο. Σε αντίθεση με τα περισσότερα νεαρά ζευγάρια που κατακλύζουν εδώ και χρόνια τις οθόνες, τίποτα το μυθοπλαστικά δακρύβρεχτο δεν ευθύνεται για τους χωρισμούς τους. Η σχέση τους δεν αναπτύσσεται σε καιρό πολέμου, κανείς τους δεν πάσχει από ανίατη ασθένεια, ούτε στο προσκήνιο βρίσκεται κάποιος επικριτικός γονέας ή ένας εκδικητικός πρώην.

Η Μάριαν (Ντέιζι Έντγκαρ Τζόουνς) και ο Κόνελ (Πολ Μέσκαρ) είναι απλώς normal people, κανονικοί άνθρωποι δηλαδή, δύο πέρα για πέρα αληθινοί χαρακτήρες που πρέπει να αντιμετωπίσουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Χωρίς να έχουν κάποιον μοιραίο εξωτερικό παράγοντα στον οποίο να μπορούν να καταλογίσουν το φταίξιμο, οι δυο τους, απόλυτα ρεαλιστές και ευφυείς, έχουν επίγνωση των πράξεών τους και συνεχώς υπεραναλύουν, αποδέχονται ή φοβούνται τις συνέπειές τους. Και, υποφέροντας μπροστά στη ματαιότητα των σκέψεών τους, φεύγουν συνεχώς, αλλά ποτέ δεν ξεφεύγουν. Και βασανίζονται πάλι, παλεύοντας να συνηθίσουν το δυσβάσταχτο «χώρια». Και επανεμφανίζονται ξανά και ξανά, δέσμιοι μιας αλληλοεξάρτησης που τρέφει αυτήν τη σπαρακτικά επίπονη διαδικασία που ορίζει όλη τους την ύπαρξη.

Η τηλεοπτική μεταφορά του «Normal People» ενθουσίασε τους φαν του βιβλίου, καθώς ο κινηματογραφικά έμπειρος Λένι Άμπραμσον (οσκαρική υποψηφιότητα για το «Δωμάτιο») και η τηλεοπτική Χέτι Μακ Ντόναλντ που μοιράζονται τη σκηνοθεσία των δώδεκα επεισοδίων ακολουθούν εξαίσια την ιστορία, γεμίζοντας ικανοποιητικά τα όποια χρονικά άλματα και χωρίς να εφευρίσκουν κάποιο τηλεοπτικό τέχνασμα για να εκβιάσουν συναισθήματα. Συνοδεία μιας εξαιρετικής μουσικής, το καλογραμμένο love story εκτυλίσσεται έχοντας στο επίκεντρο απλά και μόνο τους πρωταγωνιστές, οι οποίοι ενσαρκώνουν τους ρόλους τους με άνεση που θα ζήλευαν πρωτοκλασάτοι ηθοποιοί (ο Μέσκαρ αναλαμβάνει μόλις τον πρώτο του ρόλο στην TV) και ασύγκριτη φυσικότητα: από τα ηλεκτρισμένα βλέμματα και τα ανεπαίσθητα αγγίγματα μέχρι τους σιωπηλούς χωρισμούς και τις παθιασμένες σεξουαλικές σκηνές –οι οποίες μάλιστα γυρίστηκαν με τη βοήθεια intimacy coordinator, που διασφαλίζει την προστασία των ηθοποιών στο γύρισμα επίμαχων σκηνών–, το αποτέλεσμα είναι πραγματικά συγκλονιστικό.

Το «Normal People» έρχεται να κάνει τη διαφορά όντας σπουδαίο μέσα στην απλότητα και την «κανονικότητά» του, σε μια περίοδο που ο όρος αυτός αμφισβητείται και επανεξετάζεται και μας γυρνά ολοένα και περισσότερο στα βασικά και δεδομένα. Το απλό και το κανονικό δεν είναι ποτέ εύκολο, και ό,τι απαιτεί απο σένα, θα σε κάνει να το θυμάσαι για καιρό, όπως ένα love story.