Συνέντευξη

Μυρτώ Κοντοβά: «Αισθάνομαι πάντα γυναίκα σ’ έναν κόσμο αντρών»

Από -

Βασισμένη εν μέρει σε αληθινή ιστορία και εν πολλοίς σε αληθινές κουβέντες που, κατά τα κοντοβακικά πρότυπα, η δημιουργός του «Σχεδόν Ενήλικες» υπέκλεπτε από περαστικούς στο δρόμο και θαμώνες στα διπλανά τραπεζάκια των αγαπημένων της καφέ, η Μυρτώ Κοντοβά επέστρεψε φέτος στην τηλεόραση με μια εβδομαδιαία σειρά που, αν μη τι άλλο, έφερε πάλι μια ανάσα φρεσκάδας στους δέκτες μας.

Σε ένα τοπίο μπουκωμένο από δραματικές σειρές που χρειάζονται βδομάδες επεισοδίων για να αλλάξουν σελίδα στο σενάριο, και μια συνθήκη όπου ακόμη και τα μαγειρικά σόου εκφυλίζονται σε όλο και πιο σκληρά ριάλιτι επιβίωσης κάθε χρονιά, η Κοντοβά μας επαναφέρει σ’ έναν τόπο αν όχι ανεξερεύνητο, σίγουρα κάπως απάτητο τελευταία. Έναν τόπο όπου άνθρωποι του σήμερα κινούνται σε ένα πλαίσιο του σήμερα, αντιμετωπίζοντας σκοτούρες του σήμερα, με κρεμασμένα πάνω τους τα παράσημα και τις πληγές του χθες. Μια σειρά με καθημερινούς τύπους σε μια καθημερινή, ομορφάσχημη Αθήνα που, ζαλισμένοι ακόμη απ’ την αντάρα της περασμένης δεκαετίας, προσπαθούν να εδραιώσουν τα πατήματά τους και να διαφυλάξουν όσα μπορούν από την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους, με τις μάσκες της πανδημίας κρεμασμένες σα φυλαχτό κάτω από το πηγούνι τους.

«Κυκλοφορώ πολύ στην πόλη», μου λέει όταν καταφέρνω να την στριμώξω στο τηλέφωνο ένα απόγευμα Σαββάτου, «και δανείζομαι πολύ απ’ τις ζωές των άλλων». Αυτές τις ζωές ζωντανεύει στην οθόνη η ιστορία του «Σχεδόν Ενήλικες» που, με πρωταγωνιστές τους Θεοδώρα Τζήμου, Γιάννη Στάγκογλου, Μάκη Παπαδημητρίου και Γιώργο Παπαγεωργίου, προβάλει το τελευταίο της επεισόδιο την Πέμπτη 25 Μαρτίου στο MEGA. Κι είναι σαν, μ’ έναν τρόπο αβίαστο και εντελώς φυσικό, μέσα στην τηλεόρασή σου να συνεχίζεται εκείνη η κουβέντα που είχες πιάσει να κάνουν δυο φιλενάδες κατεβαίνοντας την Ερμού, ή να βρίσκεσαι στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής του executive που έπινε τον freddo του δίπλα σου, σε ένα καφέ στην Αιόλου.

«Αυτό που με ενδιαφέρει πάντα, αυτό που προσπαθώ να κάνω με τα σενάριά μου, είναι η ιδέα του να ενωθεί, με κάποιο τρόπο, ο έξω κόσμος με τον μέσα – όχι απαραίτητα επειδή κάνω δουλειές στις οποίες παίζει σημαντικό ρόλο η πόλη, αλλά να έρθει μέσα η γλώσσα, οι συνήθειες, η αμεσότητα, η φαντασία που υπάρχει εκεί έξω», εξηγεί, μιλώντας για τον πυρήνα της ιστορίας της, στην οποία μια παρέα αθεράπευτα κολλητών 40άρηδων προσπαθεί να τα φέρει βόλτα με δουλειές που είτε δεν χωνεύει, είτε απλά δεν έχει, την ώρα που φοβίες κι ανασφάλειες επιτίθενται από παντού. Και σαν αυτό να μην είναι αρκετό, ένας Δον Ζουάν – βασισμένος σε… υπαρκτό κουμάσι – φορτώνει την κεντρική ηρωίδα με αμύθητα χρέη στην Εφορία και ένα μάτσο μπράβους στο κατόπι της, παρασέρνοντας τους πάντες σε ατμόσφαιρα αλήτικου αστικού νουάρ με κωμικά κρεσέντο.

«Αυτό που με ενδιαφέρει πάντα, αυτό που προσπαθώ να κάνω με τα σενάριά μου, είναι η ιδέα του να ενωθεί, με κάποιο τρόπο, ο έξω κόσμος με τον μέσα. Αυτό με γοητεύει στην τηλεόραση: η δυνατότητα που σου δίνει να μπουκάρεις στο σαλόνι του άλλου, στο σπίτι του, στην καθημερινότητά του με το που θα πατήσει το κουμπί».

Η ζωηράδα της γλώσσας, όπως και η ζωτική σημασία του χιούμορ («είχα τις κεραίες μου σε εγρήγορση για να μη βγει μιζέρια», τονίζει), είναι εμφατικά παρόντα στο «Σχεδόν Ενήλικες», όπως είναι και ένα ακόμη από τα θεμελιώδη συστατικά του μυθοπλαστικού σύμπαντος της Κοντοβά: η φιλία, η οικειότητα, η εγγύτητα. Ή, όπως το λέει η ίδια, η «κοντινότητα»: «Πιστεύω πως η κοντινότητα πραγματικά είναι ένα όχημα για να πάει ο κόσμος παρακάτω – κι όχι η εξιδανικευμένη εκδοχή της, αλλά η κοντινότητα με όλα τα στραβά που εμπεριέχει: την ένταση, την πίεση, την καταπίεση, τα νεύρα και τις φωνές και όλα όσα μπορούν να προκύψουν από την τριβή των ανθρώπων».

Οι γλαφυροί χαρακτήρες, οι κοφτεροί διάλογοι κι οι εκρηκτικές δυναμικές, ωστόσο, δεν φαίνεται να ήταν αρκετά για να φέρουν την σημαντικότερη ίσως κοντινότητα που χρειάζεται μια τηλεοπτική σειρά: αυτήν του κοινού. «Κοίταξε ωραία θα ήταν να κάνει 50% και 30% τηλεθέαση, αυτό που δεν ξέρω είναι αν εγώ θα το γούσταρα περισσότερο. Το ίδιο τη γουστάρω τη δουλειά είτε κάνει 5% είτε 25%. Αυτό που λέω πάντα, για ό,τι συμβαίνει στην τηλεόραση και τον όποιο χώρο έχει για τέτοιου είδους δουλειές, είναι ότι πιστεύω πραγματικά πως ο κόσμος εκπαιδεύεται και το κάθε τι έχει τον χρόνο του. Με αυτήν την έννοια, λοιπόν, εδώ θα είναι αυτή δουλειά, ώστε όποιος θέλει, όταν θέλει, να τη βρει». Δεν είναι δύσκολο: όλα τα επεισόδια της σειράς είναι διαθέσιμα για on demand θέαση στο site του MEGA και, όσο στραβά κι αν της βγαίνουν κάποια από τα ρίσκα που παίρνει, είναι μια σειρά που αξίζει τη θέση της στο παλμαρέ της ελληνικής αφήγησης – αν μη τι άλλο, για την αναπολογητική της διαφορετικότητα.

«Βλέπεις ότι πολλοί φίλοι μας λένε ότι η τηλεόραση δεν έχει κάποια θέση στο σπίτι τους, ούτε καν ως έπιπλο. Βλέπουμε δε και τα ηλικιακά κοινά να είναι αυτά που είναι, κι όλο αυτό με κάνει να λέω “κάτσε ρε παιδί μου, όχι, μπορεί να υπάρχει κι άλλη τηλεόραση”. Ακόμη κι αν δεν έχουμε τα budget των ξένων παραγωγών που βλέπουμε και θαυμάζουμε, μπορούμε να κάνουμε μια άλλη τηλεόραση. Δεν μπορεί να είναι μόνο δράμα, κωμωδία και Survivor, υπάρχει πολύ ψωμί ανάμεσα, και η κωμική περιπέτεια, που κάνουμε με το “Σχεδόν Ενήλικες”, είναι ένα μόνο δείγμα».

«Το τηλεοπτικό μέλλον δεν μπορούμε να το ξέρουμε, μπορούμε όμως να το αφουγκραστούμε. Είναι λοιπόν προτιμότερο για μένα να επιμείνουμε σε μια τηλεόραση προδιαγραφών, αντί να βάλουμε νερό στο κρασί μας για να μοιάσουμε σε κάτι που θα ενταχτεί σώνει και ντε στη ροή μιας γενικότερης τηλεοπτικής εικόνας».

Πέρα από το ύφος και την στόχευση, αν υπάρχει μία ειδοποιός διαφορά στη φετινή δουλειά της Κοντοβά, είναι η συχνότητα της εμφάνισής της: το «Σχεδόν Ενήλικες» του MEGA και το «Έρωτας με Διαφορά» του STAR είναι τα μοναδικά τηλεοπτικά προϊόντα που δεν έχουν σχεδόν καθημερινή παρουσία σε ένα τηλεοπτικό σκηνικό παραδομένο στις μονοκαλλιέργειες, κι αυτό είναι πιθανά κάτι που στοίχισε. Είναι όμως η καθημερινή παρουσία μονόδρομος για την τηλεοπτική επιτυχία; Κι αν ναι, την αφορά; «Το τηλεοπτικό μέλλον δεν μπορούμε να το ξέρουμε, μπορούμε όμως να το αφουγκραστούμε. Είναι λοιπόν προτιμότερο για μένα να επιμείνουμε σε μια τηλεόραση προδιαγραφών, αντί να βάλουμε νερό στο κρασί μας για να μοιάσουμε σε κάτι που είναι φιλικό προς τον χρήστη τη δεδομένη περίοδο, και να ενταχτεί σώνει και ντε στη ροή μιας γενικότερης τηλεοπτικής εικόνας. Που μπορεί να το χαζεύει κάνοντας βόλτες μέσα στο σπίτι, να το αφήσει δυο-τρεις μέρες και να το συναντήσει ξανά την άλλη βδομάδα, ακριβώς εκεί που το είχε αφήσει. Δεν είμαι αυτής της λογικής».

Όσην ώρα μιλάμε, η οθόνη του κινητού φωτίζει από ειδοποιήσεις σχετικές με την πραγματικότητα των ημερών, που προσπαθεί να εισβάλει στην κουβέντα μας: ο Λιγνάδης προφυλακιστέος, ο Φιλιππίδης στα εξώδικα, ο Λιβαθινός στο μάτι του κυκλώνα, η κοινωνία στα χαρακώματα. Πώς είναι να κάνει κανείς τηλεόραση σε μια περίοδο που συμβαίνουν όλα αυτά; Πώς μεταφράζονται στην οθόνη; «Έλεγα χθες ότι όλα αυτά που γράφουμε, που βλέπουμε και διαβάζουμε, είναι τόσο πασέ μπροστά σε αυτά που συμβαίνουν, σε όλο αυτό που ζούμε: ένα τεράστιο σκάνδαλο που συνταράσει μια ολόκληρη κοινωνία, μέσα σε έναν πλανήτη που βάλλεται από έναν δολοφονικό ιό. Το φαντάζεσαι αυτό σε ένα βιβλίο ή μια ταινία; Ποιος θα το πίστευε; Αν πήγαινα να το πασάρω ως σενάριο, θα με πέταγαν έξω με τις κλοτσιές!», σημειώνει γελώντας.

«Για να προσγειωθούμε πάντως λίγο», συνεχίζει, «φαντάζομαι πως νιώθω όπως οι περισσότεροι άνθρωποι: Σοκ και αμηχανία, αρχικά, τώρα όμως και η ανησυχία αν το ποτάμι αυτό που έχει απελευθερωθεί, θα έχει δύναμη αρκετή ώστε να φανερώσει όλα όσα πρέπει». Πολύ γρήγορα, άλλωστε, με τον τρόπο που τα media χειρίστηκαν την κατάσταση, φαίνεται σαν οι πιο λεπτές εκφάνσεις του θέματος να παραμερίστηκαν βιαστικά: το εργασιακό bullying, οι σεξιστικών βάσεων ευνοιοκρατίες, η δυσπιστία απέναντι στο θύμα, η διάχυτη κουλτούρα αποδοχής και αποσιώπησης καταστάσεων…

«Αυτό σαφέστατα έχει να κάνει με το αχόρταγο ενδιαφέρον μας για το “τι νέο έγινε σήμερα”», υπογραμμίζει, «όμως το δάσος έχει πολύ δέντρο μέσα: αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε ψηλά αυτή τη στιγμή, είναι το δικαίωμα των ανθρώπων να υπάρχουν και να είναι όπως είναι, χωρίς αυτό να θεωρείται λόγος για οποιουδήποτε είδους κακοποίηση, είτε είναι λεκτική, είτε σωματική, είτε οτιδήποτε άλλο».

«Αισθάνομαι πάντα γυναίκα σ’ έναν κόσμο αντρών», απαντά απνευστί, όταν την ρωτάω πώς είναι για μια γυναίκα να κινείται, να λειτουργεί και να δημιουργεί στον ανταγωνιστικό χώρο των media και δη της τηλεόρασης. «Μου έχει τύχει πολλές φορές, ως νεαρή δημοσιογράφος ιδίως, να συγκρούομαι και μετά να το μετανιώνω, νιώθοντας όχι σεξουαλική παρενόχληση ίσως, αλλά σίγουρα αυτόν τον σεξιστικό διαχωρισμό που λέει “έλα μωρέ, η ευαισθητούλα”, για παράδειγμα. Η κοινωνία μας είναι απόλυτα πατριαρχική, φυσικά και το αισθάνομαι και δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, ενώ μου προκύπτει συνεχώς το ερώτημα για το ποιος είναι ο τρόπος να επιβιώνεις μέσα σ’ αυτό. Θυμάμαι πάρα πολύ έντονα ένα περιστατικό, όταν ήμουν 20 ετών, που έτυχε να συγκρουστώ με άνθρωπο αρκετά γνωστό και αρκετά μεγαλύτερό μου, ο οποίος με αντιμετώπιζε έτσι: σαν μικρό, ξανθό δημοσιογραφάκι. Ήμασταν στην κουζίνα ραδιοφωνικού σταθμού κι ήρθε στο μέρος φωνάζοντας ότι είμαι τσογλάνι, έτοιμος να με χαστουκίσει. Κρατούσα ένα καμινέτο κι ήμουν βέβαιη, βέβαιη όμως, ότι αν τολμούσε να με ακουμπήσει, δεν με ένοιαζε πού θα έφτανα».

Είναι, δε, πάντα ένα ερώτημα το πού κανείς θέτει το όριο ανάμεσα στην αναισθητοποίηση σ’ αυτά που βλέπουμε και την υπερευαισθησία σ’ αυτά που βιώνουμε, ιδίως όταν, καλώς ή καλώς, στη ζωή γενικότερα και την εργασιακή συνθήκη ειδικότερα, το μπινελίκι κι η ζοχάδα πάντα είχαν θέση. «Και πάντα θα έχουν, όταν μιλάς για ανθρώπινες συμπεριφορές, έτσι είναι. Και βέβαια μπαίνεις σε σκέψεις όπως αυτή ακριβώς: εγώ, άραγε, έχω ξεπεράσει το όριο; Και πιο είναι τελικά το όριο αυτό;

Είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση, όμως δεν έχει καθόλου σημασία, γιατί ξεπερνιέται ή όχι το όριο, η απειλητική αίσθηση βίας που εμπεριέχει η προσβολή και η άσκηση εξουσίας, έχει πάντα την ίδια σιχαμένη γεύση. Τώρα, αν το ‘χω κάνει εγώ; Ελπίζω πως όχι. Όμως μην ξεχνάμε ότι είμαστε μάρτυρες γεγονότων που ξεπερνούν όλα τα όρια. Όταν συζητάμε για βιασμούς, όπως φέρονται να έχουν πράξει κάποιοι, νομίζω ότι εκεί μπαίνει τελεία και παύλα. Δεν χωράει κουβέντα εκεί, πρόκειται για εγκλήματα».

ΤΟΠΟ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ!