Συνέντευξη

Μιλήσαμε με τον Βαρδή Μαρινάκη, τον σκηνοθέτη πίσω από τον «Σιωπηλό Δρόμο»

Από -

Ένα σχολικό λεωφορείο, εννέα μαθητές, μία καλοστημένη ομαδική απαγωγή κι ένας «Σιωπηλός Δρόμος» που κάνει θόρυβο. Η νέα δραματική σειρά μυστηρίου του Mega έκανε πρεμιέρα ενθουσιάζοντας κοινό και κριτικούς, βάζοντας και πάλι το μεγάλο κανάλι στο παιχνίδι της τηλεθέασης. Η εντυπωσιακή ομάδα συντελεστών μπροστά και πίσω από τις κάμερες (στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βλέπουμε τους Πηνελόπη Τσιλίκα, Δημήτρη Λάλο, Χρήστο Λούλη, Ανθή Ευστρατιάδου, Αντώνη Καφετζόπουλο, Γιάννο Περλέγκα, Βίκυ Παπαδοπούλου κ.ά.) φαίνεται πως έχει βρει τη χρυσή συνταγή που επαναφέρει στην ελληνική τηλεόραση συστατικά που λείπουν εδώ και χρόνια: ισορροπώντας μαεστρικά το δράμα με το αστυνομικό μυστήριο και την τηλεοπτική αφήγηση με την κινηματογραφική ματιά, δεν είναι δύσκολο να πει κανείς ότι μιλάμε για τη σειρά της χρονιάς.

Ο Βαρδής Μαρινάκης, σκηνοθέτης των φεστιβαλικών και άκρως ατμοσφαιρικών ταινιών «Ζίζοτεκ» (Φεστιβάλ Κάρλοβι Βάρι, βραβείο φωτογραφίας Ίρις 2020) και «Μαύρο Λιβάδι» (δεύτερο βραβείο καλύτερης ταινίας και βραβείο γυναικείας ερμηνείας στη Σεβίλλη, πρώτο βραβείο στο Toronto LGBT, βραβείο φωτογραφίας Ίρις 2010), περνά με τον «Σιωπηλό Δρόμο» για πρώτη φορά στη μικρή οθόνη και σε ένα διάλειμμα μεταξύ μοντάζ και γυρισμάτων μάς μιλά για όλο αυτό το –καθόλου σιωπηλό– ταξίδι.

banner

Δύο χρόνια πριν, μιλώντας στο «α» με αφορμή το «Ζίζοτεκ» είχες αναφέρει ότι θα ήθελες να ασχοληθείς με τη μυθοπλασία. Πώς αποφάσισες να κάνεις αυτό το πέρασμα;
Αυτό το πέρασμα έγινε επειδή συνειδητοποίησα ότι αυτά που βλέπω εγώ πλέον ως θεατής στην τηλεόραση δεν έχουν καμία σχέση με αυτά που έβλεπα όταν ήμουν 18-20 ετών. Η κυριαρχία του ΗΒΟ, η εισβολή του Netflix και γενικότερα των σειρών στη ζωή μας έχουν αλλάξει πολύ τους κανόνες στην τηλεόραση, η οποία πλέον κινείται ανάλογα. Επίσης με είχε κουράσει λίγο όλη αυτή η διαδικασία των προσωπικών ταινιών, που σημαίνει ότι πρέπει να είσαι εσύ ο «αρχηγός» ενός πράγματος που μπορεί να διαρκέσει χρόνια ολόκληρα ώσπου να βρεις τους οικονομικούς πόρους και να ξεκινήσει ο κόσμος να δουλεύει. Ενώ είναι ένα υπέροχο πράγμα όταν γίνεται μία ταινία, ταυτόχρονα είναι και κάτι το οποίο τελικά δημιουργεί μια κόπωση. Συν τοις άλλοις ήθελα να μιλήσω και σε πιο ευρύ κοινό, να κάνω κάτι που δεν αφορά το «εγώ» μου, το υπαρξιακό μου θέμα, ήθελα να σκηνοθετήσω πιο καθαρά και όχι τόσο προσωπικά. Τελικά όμως εμπλέκομαι πάρα πολύ και αυτό είναι τρομερά ενδιαφέρον. Επειδή δεν έχω το άγχος να εκφραστώ όπως στις ταινίες μου, εκφράζομαι εμμέσως και αφήνομαι πλήρως χωρίς να κάνω «λογοκρισία».

Μίλησέ μας για το σκοτεινό παραμύθι που κρύβεται πίσω από την ιστορία του «Σιωπηλού Δρόμου».
Είναι καθαρά μια ιδέα των σεναριογράφων και η σύνδεση που υπάρχει είναι καταρχάς συμβολική. Η ιστορία των παιδιών που εξαφανίζονται στον «Αυλητή του Χάμελιν» έχει πολύ μεγάλη σχέση με την απαγωγή των παιδιών του «Σιωπηλού Δρόμου». Δεν μπορώ να αποκαλύψω πολλά, αλλά το παραμύθι και η υπόθεση της σειράς ταυτίζονται όντως σε ένα σημείο, και αν προσπαθήσω να μιλήσω περισσότερο για αυτό είναι σαν να πατάω σε ναρκοπέδιο.

Τα παραμύθια κλείνουν συνήθως με κάποιο ηθικό δίδαγμα. Ποιο είναι το δίδαγμα του «Σιωπηλού Δρόμου» για τους χαρακτήρες;
Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο με γοητεύουν τα παραμύθια· για τα ηθικά διδάγματα, τις πολύ έντονες αντιθέσεις και ατμόσφαιρες που έχουν. Και εδώ έχουμε δίδαγμα, καθώς στην όλη ιστορία υπάρχει μια ηθική αλλά και κοινωνική κριτική. Η ελληνική οικογένεια και το όλο υπαρξιακό θέμα γύρω της –μία θεματική που πρωταγωνιστεί και σε πολλές εγχώριες ταινίες που έχουν πάει καλά σε κινηματογραφικά φεστιβάλ– είναι στην ουσία το πιο βασικό θέμα της σειράς: Έχουμε μια πολύ βαθιά και συγκινητική ιστορία γύρω από μια οικογένεια και συγκεκριμένα γύρω από δύο αδερφές, και σταδιακά, από το δεύτερο επεισόδιο και μετά, θα εμβαθύνουμε περισσότερο σε αυτό.

banner

Πού οφείλεται το ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού προς τις αστυνομικές σειρές μυστηρίου;
Νομίζω ότι έχει να κάνει με το Netflix. Ομολογώ ότι δεν είχα καμία ιδιαίτερη έλξη για αστυνομικές σειρές, αλλά το είδα κάπως σαν μια πρόφαση για να μπεις σε άλλα, βαθύτερα θέματα. Έχεις βέβαια και την αγωνία, κάτι που είναι πολύ σημαντικό για τον κόσμο που τον νοιάζει να ανακαλύψει κάτι, οπότε όλο αυτό λειτουργεί και για εμένα σαν μια εξερεύνηση. Κι εμείς ως παιδιά, όταν παίζαμε έξω στις αυλές και τις γειτονιές, μπαίναμε σε εγκαταλελειμμένα σπίτια και εξερευνούσαμε. Νομίζω ότι είναι πολύ αρχετυπική η ανάγκη του ανθρώπου να ανακαλύπτει, να μπαίνει σε ένα μυστήριο και να ανακαλύπτει κάτι. Δεν το σνομπάρω καθόλου, ίσα ίσα σου λύνει και τα χέρια. Το μυστήριο είναι ένα είδος που σε αφήνει να παίξεις ελεύθερα με τους κανόνες του και να τους αποδομήσεις αν θες.

Θεωρείς ότι οι streaming πλατφόρμες είναι αυτές που τονώνουν την εγχώρια δημιουργία δίνοντας έμπνευση και ανεβάζοντας τον πήχη;
Σίγουρα, στο εκατό τοις εκατό. Και τα κανάλια αρχίζουν να κινούνται πλέον προς αυτό. Η Cosmote TV έκανε το «Έτερος Εγώ» ως συνδρομητικό κανάλι, μια πολύ αξιόλογη δουλειά, και ακολούθησε και το Mega που μαζί με το ΕΚΟΜΕ είπαν ότι αυτά που βλέπουμε και μας αρέσουν στο εξωτερικό, αυτά θέλουμε να κάνουμε. Θέλει ένα ρίσκο αυτό από τα κανάλια γιατί το κοινό δεν είναι τόσο στοχευμένο εξαρχής, αυτό που κάνουμε δεν είναι για όλους ακριβώς. Αλλά απ’ ό,τι αποδεικνύεται, διότι τα αποτελέσματα είναι πάρα πολύ καλά, τελικά δεν είναι κάτι μονάχα για λίγους και καλούς.

Τι προϋποθέσεις χρειάζονται για να δούμε ελληνικές παραγωγές σε διεθνείς πλατφόρμες;
Αυτό είναι μια ολόκληρη επιστήμη. Γενικά υπάρχουν πάρα πολλά φόρουμ στα οποία παρουσιάζονται προτάσεις για σειρές οι οποίες γυρίζονται ας πούμε στην Ελλάδα ή την Τουρκία. Εκεί συνήθως το brief είναι ότι η σειρά πρέπει να έχει ένα τοπικό χρώμα. Για παράδειγμα, το τουρκικό «Ethos» που είδαμε στο Netflix, που ήταν μια παραγωγή της ίδιας της πλατφόρμας, ήταν ξεκάθαρο ότι πρόκειται για σειρά που δεν μπορεί να γίνει αλλού παρά μόνο στην Τουρκία. Τώρα το αν μια ελληνική σειρά έχει δυνατό σενάριο και κόνσεπτ, είναι καλογυρισμένη και γενικά βρίσκεται σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μπει στο Netflix, τότε γιατί να μην συμβεί κάποια στιγμή;

Ο «Σιωπηλός Δρόμος» κατατάσσεται στην κατηγορία των mini series, ένα φορμά στο οποίο επενδύουν συχνά και με λαμπρά αποτελέσματα μεγάλα καλωδιακά κανάλια και δίκτυα όπως το ΗΒΟ και το BBC. Γιατί στην Ελλάδα δεν βλέπουμε συχνότερα μίνι σειρές;
Για εμένα οι μίνι σειρές είναι το ιδανικό, είναι σαν να βλέπεις ταινία μεγάλου μήκους χωρισμένη σε κάποιες ώρες. Είναι τέλειο, αλλά νομίζω ότι δεν συμφέρει τα κανάλια τόσο πολύ. Άμα κάτι «πιάσει», μετά θέλεις να πατήσεις πάνω σε αυτό και να συνεχίσεις. Θεωρώ μια σειρά τεσσάρων, έξι, οκτώ επεισοδίων την ιδανική αφήγηση, όμως αν υπάρχει μια σειρά που δηλώνει εξαρχής πως θα γυρίσει για παράδειγμα τρεις κύκλους και θα τελειώσει, κι αυτό είναι κάτι που το σέβομαι. Είναι και κάτι που θα ήθελα πάρα πολύ να δοκιμάσω, ιδανικά σε ένα κόνσεπτ με αυτοτελείς σεζόν.

Παρακολουθείς σειρές; Κι αν ναι από ποιες έχεις αντλήσει έμπνευση για τον «Σιωπηλό Δρόμο»;
Σαν θεατής μου αρέσουν γνωστές σειρές, όπως το «Stranger Things». Ειδικά η πρώτη σεζόν μου άρεσε πάρα πολύ και την ξαναείδα, πράγμα που κάνω σπάνια. Ξαναείδα, επίσης, το «House of Cards», που το θεωρώ αριστούργημα. Το «Chernobyl» με εντυπωσίασε, όπως και οι πρώτες σεζόν του «Westworld» και του «True Detective». Για το «Σιωπηλό Δρόμο» συγκεκριμένα είδα αρκετά Φίντσερ, κυρίως τις ταινίες του και λίγο από τις σειρές. Θεωρώ πως έχει έναν πολύ στιβαρό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ένα πολύ καθαρό storytelling, και το αντιμετωπίζει με άποψη και κινηματογραφική ματιά. Μελέτησα ξανά το «True Detective» –την πρώτη σεζόν, η δεύτερη δεν βλέπεται–, είδα επίσης πολλές σειρές που συγκαταλέγονται στο nordic noir. Η δική μας σειρά είναι τελικά μια μίξη διαφόρων πραγμάτων, καθώς δεν παίζουν ρόλο μόνο οι επιρροές σου αλλά κυρίως το υλικό που έχεις στο τέλος να δουλέψεις.

Και πως αντιμετώπισες το υλικό αυτό όταν πρωτοήρθε στα χέρια σου;
Αυτό που με απασχολούσε από την αρχή ήταν να υπάρχει μια γραφή. Ήθελα να κάνουμε κάτι που να μας αρέσει, να «φτιαχνόμαστε» όταν κάνουμε γύρισμα, και αυτό ευτυχώς ήταν κάτι που δεν το προσπάθησα καθόλου, προέκυψε από μόνο του. Όταν με φώναξαν να κάνω τη δουλειά, έκανα μια παρουσίαση με φωτογραφίες, references και κείμενο από άλλες σειρές, ώστε να δώσω μια εικόνα για το πώς θα ήθελα να είναι το αποτέλεσμα. Είδαμε αμέσως ότι το κανάλι αλλά και οι σεναριογράφοι (Πέτρος Καλκόβαλης και Μελίνα Τσαμπάνη) είχαν στο μυαλό τους ακριβώς κάτι τέτοιο, γεγονός που είναι πολύ ευχάριστο. Οπότε αυτό που βλέπετε έγινε από κοινού, δεν ήταν κάτι που ήθελα κρυφά εγώ και πάλεψα τρελά για να το κάνω. Υπήρχε ένα κλίμα ανοιχτό για κάτι τέτοιο, το οποίο είναι τρομερά σημαντικό. Οι συνθήκες που γίνονται οι σειρές είναι πολύ σκληρές. Μπορεί να φαίνεται ότι υπάρχει απλά μια πλούσια ιδέα, όμως από πίσω δίνουμε όλοι το χίλια τοις εκατό των δυνατοτήτων μας. Είναι πολλοί οι συντελεστές που προέρχονται από τον κινηματογράφο ή τη διαφήμιση, έμπειροι επαγγελματίες που όμως μπαίνουν για πρώτη φορά σε έναν τέτοιο χώρο. Οπότε δίνουν απίστευτα φρέσκα πράγματα. Αν δεν ήταν αυτοί, δεν θα έκανα με τίποτα κάτι ανάλογο με αυτό που έχω κάνει.

Ποια ήταν η σχέση σου με την ελληνική τηλεόραση πριν εμπλακείς με τη μυθοπλασία;
Ελληνική τηλεόραση δεν βλέπω πολύ, έχω δει στο παρελθόν δουλειές του Θοδωρή Παπαδουλάκη τον οποίο εκτιμώ πάρα πολύ, αλλά κυρίως βλέπω επί τούτου πράγματα. Είδα φυσικά και κάποια επεισόδια από τις «Άγριες Μέλισσες» για να δω τη δουλειά των σεναριογράφων στον τομέα των καθημερινών σειρών, όπου θεωρώ ότι έχουν κάνει επανάσταση και άνοιξαν μια καινούργια πόρτα στον χώρο φέρνοντας στο προσκήνιο ηθοποιούς του θεάτρου.

Και ο «Σιωπηλός Δρόμος» διαθέτει πολύ δυνατούς ηθοποιούς, πολλοί από τους οποίους προέρχονται κυρίως από το θέατρο και τον κινηματογράφο. Πώς ήταν η συνεργασία σας;
Εκπληκτική. Είμαι πραγματικά τρομερά τυχερός που έχω μαζί μου τέτοιους ηθοποιούς που δεν τους θεωρώ απλά ερμηνευτές, αλλά τους θεωρώ δημιουργούς για αυτό που βλέπετε. Βγαίνει κάτι τελείως διαφορετικό, το οποίο δεν θα το είχαμε αν ήταν κάποιοι άλλοι άνθρωποι στους ρόλους αυτούς. Αυτό ισχύει όχι μόνο στις εκφράσεις και στο ποιοι είναι, αλλά και στο ότι δημιουργούνται και πράγματα και στο γύρισμα.

Πώς βιώνεις μέχρι στιγμής αυτόν τον χρόνο της πανδημίας και πόσο σε έχει επηρεάσει σαν δημιουργό αλλά και σαν άνθρωπο;
Λόγω της σειράς όλο αυτό το διάστημα έχω δουλέψει όσο δεν έχω δουλέψει ποτέ στη ζωή μου. Βίωσα μόνο την πρώτη καραντίνα, από τον Μάιο του 2020 και μετά έτρεχε ο «Σιωπηλός Δρόμος». Ακυρωνόταν, αναβαλλόταν, άλλαζε η εταιρία παραγωγής, το κανάλι, τα στελέχη, άλλαζαν οι ηθοποιοί. Πρόκειται για ένα συνεχόμενο τρέξιμο που θα τελειώσει τον ερχόμενο Ιούνιο, οπότε δεν έχω βιώσει την παύση του lockdown. Ζούμε μια πολύ δύσκολη κατάσταση η οποία ελπίζω να σταματήσει με τον εμβολιασμό, καθώς δεν υπάρχει άλλη λύση για να ξεκινήσουν ξανά τα πράγματα. Σε αυτήν τη φάση, αποφάσισα με την οικογένειά μου να ζούμε πλέον στην Αίγινα, πηγαινοέρχομαι όμως λόγω της δουλειάς. Εκεί μπορώ να πω ότι παίρνω μια μεγαλύτερη ανάσα, έχει τεράστια διαφορά η ποιότητα ζωής. Μια πόλη όπως η Αθήνα χωρίς δραστηριότητα και χωρίς το αίσθημα της ένωσης που μπορεί να σου προσφέρει αυτή, μοιάζει με κουφάρι ενός νεκρού ζώου.

Τι ετοιμάζεις μελλοντικά;
Για την τηλεόραση υπάρχει μια πρόταση για limited series πέντε επεισοδίων, η οποία ανήκει στο χώρο του ψυχολογικού θρίλερ/φανταστικού, supernatural δηλαδή. Είναι ένα φιλόδοξο σχέδιο το οποίο βρίσκεται ακόμα σε συζητήσεις. Το πρώτο επεισόδιο έχει ήδη γραφτεί και πρόκειται για μία αρκετά προχωρημένη πρόταση. Για τον κινηματογράφο ετοιμάζουμε μια εφηβική ταινία με την εταιρία παραγωγής «Anemon» σε ευρωπαϊκή συμπαραγωγή. Θα βασίζεται σε ένα παραμύθι που διαδραματίζεται σε ένα ελληνικό νησί και αναμένεται να ξεκινήσουμε γυρίσματα σε περίπου δύο χρόνια.

Η συνθήκη που βιώνουμε μοιάζει κι αυτή με ένα σκοτεινό παραμύθι. Ποιο ελπίζεις ότι θα είναι το ηθικό δίδαγμα της πανδημίας τόσο στην τηλεόραση, στο σινεμά, αλλά και στους ανθρώπους;
Νομίζω ότι δεν θα μας αφήσει κάτι σαν δίδαγμα αυτή η ιστορία, γιατί φοβάμαι ότι δυστυχώς θα την ξεχάσουμε. Αυτό που θα ήθελα, όμως, είναι να μας κάνει να ακούσουμε το οικοσύστημα της γης που μας λέει να σωπάσουμε λίγο. Να μπούμε σε έναν πιο «σιωπηλό δρόμο», να ηρεμήσουμε ώστε να σταματήσει αυτή η φρενήρης δραστηριότητα. Το «Ι can’t breath» που είπε ο Τζορτζ Φλόιντ είναι στην ουσία αυτό που ζούμε. Έχουμε εκατομμύρια εφαρμογές στα κινητά, μπορούμε να δούμε live την προσελήνωση ενός δορυφόρου, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε. Είναι απίστευτο το πράγμα αυτό. Όπως λειτουργεί ο ιός στο σώμα μας, έτσι λειτουργεί και ο άνθρωπος στον πλανήτη, και ο πλανήτης αυτήν τη στιγμή παράγει αντισώματα υγιή τα οποία κατά κάποιο τρόπο φρενάρουν τη δραστηριότητά μας. Η τάση του ανθρώπου είναι να δημιουργεί ο ίδιος το περιβάλλον του, το οποίο τώρα έρχεται σε ανταγωνισμό με τον πλανήτη. Και αν συνεχίσουμε αυτήν την κόντρα δεν νομίζω ότι κινδυνεύει ο πλανήτης, αλλά ο άνθρωπος. Δεν ξέρω αν γίνομαι πολύ σκοτεινός, αλλά νομίζω είναι καλύτερα να νιώθεις ότι δεν θα αλλάξει κάτι ώστε να παλεύεις και να προσπαθείς κόντρα σε αυτό, παρά να πιστεύεις ότι κάτι καλό θα έρθει και απλά να το περιμένεις.

iΟ «Σιωπηλός Δρόμος» προβάλλεται κάθε Κυριακή στις 21:00 στο Mega

Σχετικά Θέματα