Review

«Da 5 Bloods»: Ο Σπάικ Λι (ξανα)παίρνει το όπλο του

Από -

Από την αρχή της καριέρας του («Κάνε το Σωστό» - 1989, «Malcolm X» - 1992) μέχρι και την πιο πρόσφατη δημιουργία του (Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου για την «Παρείσφρηση», 2018), ο εκρηκτικός Σπάικ Λι παραμένει στρατευμένος σε ένα πολιτικό σινεμά που υπερασπίζεται ένθερμα τα δικαιώματα της κοινότητας των Αφροαμερικανών. Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει τη νέα του ταινία, το «Da 5 Bloods», να ξεχωρίζει από την υπόλοιπη φιλμογραφία του;

Με προγραμματισμένη πρεμιέρα στο αναβληθέν Φεστιβάλ Κανών, στο οποίο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής θα ήταν ο Σπάικ Λι, το «Da 5 Bloods» που στριμάρει ήδη στο Netflix παρουσιάζει για πρώτη φορά τους Αφροαμερικανούς ως πρωταγωνιστές όχι μόνο της ταινίας αλλά και της ίδιας της ιστορίας που γράφτηκε στον πόλεμο του Βιετνάμ. Η ταινία ακολουθεί τέσσερις Αφροαμερικανούς βετεράνους του Βιετνάμ που επιστρέφουν στα ίδια μέρη για να εκπληρώσουν ένα στόχο ζωής. Να εντοπίσουν τη σορό του πέμπτου «αδερφοποιτού» τους (blood) Νόρμαν, του αρχηγού της διμοιρίας τους που χάθηκε στη μάχη, αλλά και το θησαυρό που οι ίδιοι έθαψαν μαζί του. Με την αφήγηση να μοιράζεται σε δύο χρονικές περιόδους, το παρελθόν παρουσιάζεται μέσω φλασμπάκ, όσο παρακολουθούμε τη ζωή των ηρώων στο σήμερα και το πώς βίωσαν την απώλεια του Νόρμαν, ο οποίος υπήρξε και μέντορας πέρα από αδελφός για την τετράδα. Τους έμαθε πώς να επιβιώνουν στη μάχη όσο και σε έναν άδικο κόσμο που κουμάντο κάνουν εδώ και αιώνες οι λευκοί.

Εντυπωσιακά εύστοχα, ο Σπάικ Λι κινείται ανάμεσα σε παρόν και παρελθόν, χωρίς να αλλάζει ή να φρεσκάρει ηλικιακά (βλέπε Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον πρόσφατο «Ιρλανδό») τους εξηντάρηδες πρωταγωνιστές του. Τα πρόσωπα του Πολ (Ντελρόι Λίντο), του Ότις (Κλαρκ Πίτερς), του Έντι (Νορμ Λούις) και του Μέλβιν (Αϊζάια Γουίτλοκ Τζούνιορ) παραμένουν τα ίδια είτε τους βλέπουμε να γιορτάζουν την επανένωσή τους πίνοντας κοκτέιλ λίγο πριν από τη μεγάλη εξόρμησή τους στη σημερινή ζούγκλα είτε στο πεδίο της μάχης, πλάι στον Νόρμαν (Τσάντγουικ Μπόουζμαν), να πληροφορούνται μέσω ραδιοφώνου το θάνατο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Με αυτή του την επιλογή, ο Σπάικ Λι υπογραμμίζει το κεντρικό νόημα της ταινίας. Οι πρωταγωνιστές δεν αλλάζουν, γιατί δεν αλλάζουν και οι συνθήκες. Γυρνώντας από το Βιετνάμ, οι μαύροι στρατιώτες έπρεπε να παλέψουν για τα δικαιώματα που τους στερούσε η πατρίδα που οι ίδιοι υπερασπίστηκαν, κάτι που δυστυχώς συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, σε έναν πόλεμο που ο εχθρός είναι πιο κοντά από ποτέ.

Τρανταχτό (όσο και οξύμωρο) παράδειγμα της εμπόλεμης Αμερικής του σήμερα είναι ο Πολ του εξαιρετικού Ντελρόι Λίντο. Έχοντας υπηρετήσει τρεις θητείες στον πόλεμο του Βιετνάμ, σήμερα είναι ένας υπερήφανος υποστηρικτής του Τραμπ. Το σώμα του μπορεί να υπηρέτησε και να γύρισε ακέραιο στην πατρίδα, η ψυχή του όμως δεν γύρισε ποτέ· τραυματίστηκε και ποτίστηκε με μίσος που τον κάνει να υποψιάζεται τα πάντα γύρω του και να τα ερμηνεύει ως εχθρούς: από τους «κιτρινιάρηδες» ξένους μέχρι τον κολλητό του και τον ίδιο του το γιο (ο οποίος συνοδεύει με δική του πρωτοβουλία τον πατέρα του και τους τρεις φίλους του σ’ αυτό το ταξίδι).

Αντλώντας έμπνευση από τα κλασικά φιλμ «Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι» (1957) και «Ο θησαυρός της Σιέρρα Μάντρε» (1948) και με προφανείς αναφορές στο «Αποκάλυψη Τώρα» του Κόπολα (1979), ο Σπάικ Λι μπορεί να μην ξεφεύγει εντελώς από τη γνώριμη διδακτική ρητορική του, δίνει όμως έναν ντοκιμαντερίστικο τόνο στην ταινία του, ενισχύοντάς τη με πλάνα και φωτογραφίες από αληθινούς ήρωες και γεγονότα που σημάδεψαν την παγκόσμια ιστορία. Και φεύγοντας από κάθε σενάριο και πλασματική ιστορία, βροντοφωνάζει πως το να είσαι μαύρος παραμένει το ίδιο δύσκολο στην εμπόλεμη Αμερική του τότε και στην (ελεύθερη;) Αμερική του σήμερα, προσπαθώντας να ακουστεί σε μια πραγματικότητα που πνίγει από φωνές μέχρι… ανθρώπους.