Review

«Allen v. Farrow»: Ένοχος μέχρι αποδείξεως του εναντίου

Από -

Η πολυαναμενόμενη μίνι σειρά ντοκιμαντέρ του HBO γύρω από το «σκάνδαλο Γούντι Άλεν» γεννάει περισσότερα ερωτηματικά από όσες αλήθειες αποκαλύπτει.

banner

Βιασμός στην πρώτη σελίδα

Ένα από τα πλέον ζουμερά χολιγουντιανά σκάνδαλα των τελευταίων χρόνων, η εμπλοκή του Γούντι Άλεν σε υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης της ανήλικης κόρης του Ντίλαν, προσφέρει ακόμα και τώρα, σχεδόν 30 χρόνια μετά τα επίμαχα γεγονότα, υλικό για πολλαπλές, άκρως ενδιαφέρουσες αναγνώσεις. Από τις σκανδαλοθηρικές λεπτομέρειές της ως τις ψυχολογικές, έμφυλες, ταξικές, νομικές, ηθικές, ακόμα και καλλιτεχνικές διαστάσεις της, αποκαλύπτει έμμεσα, αλλά διεισδυτικά πολλά κομμάτια του παζλ το οποίο συνθέτει τη σύγχρονη πολιτισμική πραγματικότητά μας. Έτσι, ένα έγκριτο ντοκιμαντέρ πάνω σ’ αυτή την πολύκροτη ιστορία δεν θα μπορούσε να αφήσει κανέναν αδιάφορο, κινηματογραφόφιλο και μη.

Δυο φορές υποψήφιος για Όσκαρ, ο Κέρμπι Ντικ («Sick: The Life & Death of Bob Flanagan, Supermasochist») είναι από τους πλέον διακεκριμένους Αμερικανούς ντοκιμαντερίστες, με ειδικότητα στα σεξουαλικά σκάνδαλα. Το «Twist of Faith» (2004) αφορά μια ιστορία κακοποίησης αγοριού από καθολικό ιερέα, ενώ το «The Invisible War» (2012) ρίχνει φως στην επιδημία βιασμών στον αμερικανικό στρατό και το «The Hunting Ground» (2015) σ’ εκείνους των κολεγίων, όπως και την άνωθεν συγκάλυψή τους. Η παραγωγός Έιμι Ζίρινγκ συνεργάζεται με τον Κέρμπι Ντικ σχεδόν δυο δεκαετίες κι έτσι αποφάσισαν να αναλάβουν από κοινού για λογαριασμό του ΗΒΟ την παραγωγή, το σενάριο και τη σκηνοθεσία ενός ντοκιμαντέρ τεσσάρων επεισοδίων και διάρκειας 260΄ πάνω στην πολυετή διαμάχη της Μία Φάροου με τον Γούντι Άλεν. Συντρόφων επί 12 χρόνια με τρία παιδιά (τα δυο υιοθετημένα) και συνεργατών σε 13 ταινίες.

banner

Farrow v. Allen

«Όσα νομίζετε πως ξέρετε δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου» μας λέει η Ντίλαν Φάροου στην αρχή του πρώτου επεισοδίου του «Allen v. Farrow», κάτι που ισχύει πραγματικά μόνο για όποιον γνωρίζει μόνο τα απολύτως βασικά της όλης υπόθεσης κι αυτά φιλτραρισμένα από τη γουντιαλενική άποψη (η πρόσφατη αυτοβιογραφία του σκηνοθέτη «Σχετικά με το τίποτα»). Κι αυτό γιατί μετά από τεσσεράμισι ώρες συνεντεύξεων, εξομολογήσεων, αναλύσεων και μαρτυριών τίποτα δεν αποσαφηνίζεται ξεκάθαρα γύρω από μια εξαιρετικά περιπεπλεγμένη υπόθεση, για την οποία οι δυο αντιμαχόμενες πλευρές διατείνονται μέσες άκρες τα εξής: Η Ντίλαν Φάροου θυμάται ότι στις 5 Αυγούστου 1992, εφτά χρονών τότε, ο Γούντι Άλεν την είχε απομονώσει στη σοφίτα του εξοχικού τής Μία στο Κονέτικατ και ασέλγησε επάνω της. Η Μία και τα περισσότερα από τα αδέλφια της την πιστεύουν απόλυτα, όπως και μια σειρά οικογενειακών φίλων, αλλά και ειδικών που ερεύνησαν την υπόθεση. Ποιο το όφελος, άλλωστε, μια γυναίκα να εκτεθεί δημοσίως σε κάτι τόσο επίπονο έως και αυτοκαταστροφικό χωρίς λόγο; Ο Άλεν, άλλωστε, δεν είχε δείξει τόσο επί όσο και εκτός οθόνης - από το επαναλαμβανόμενο κινηματογραφικό μοτίβο του ώριμου άντρα που έλκεται από μικρότερες σε ηλικία γυναίκες έως την οριακά νόμιμη σχέση του με την υιοθετημένη κόρη της Φάροου Σουν-Γι Πρεβέν – την αδυναμία του για… άγουρη σάρκα;

Από την άλλη, ο Γούντι Άλεν ισχυρίζεται πως όλα αυτά είναι προκατασκευασμένα ψέματα μιας περιφρονημένης γυναίκας η οποία θέλει να τον εκδικηθεί για τη σχέση του με την Σουν-Γι, κάνοντας πλύση εγκεφάλου στη μικρή Ντίλαν. Σε αυτό καταλήγει μάλιστα και η επτάμηνη έρευνα που διεξήγαγε εξειδικευμένη πανεπιστημιακή κλινική του Γιέιλ, θεωρώντας πως η Ντίλαν ήταν αναξιόπιστη και πιθανόν η Φάροου είχε κατασκευάσει την όλη ιστορία. Έρευνα διεξήγαγαν και οι αρχές των πολιτειών της Νέας Υόρκης και του Κονέτικατ χωρίς να προχωρήσουν σε δίωξη (για διαφορετικό λόγο η κάθε μία), ενώ τη θέση του Άλεν υποστηρίζει και ο Μόουζες Φάροου, ένα από τα υιοθετημένα παιδιά της Μία.

«Allen v. Farrow»

Το ντοκιμαντέρ των Ντικ και Ζίρινγκ στέκεται εξ αρχής στην πλευρά των Φάροου, με τις Ντίλαν και Μία να είναι οι κύριες αφηγήτριες των γεγονότων, αλλά και οι πρωταγωνιστές αυτής της δραματικής ιστορίας. Οι ηρωίδες με τις οποίες η ταινία ζητά να ταυτιστούμε, θεωρώντας τες θύματα μιας βαθιά θεμελιωμένης, συστημικής και φαλλοκρατικής αντίληψης απέναντι στις «υστερικές» και «περιφρονημένες» γυναίκες, αλλά και ενός ολόκληρου ταξικού/καλλιτεχνικού/πολιτικού μηχανισμού που υπερασπίζεται τους οικονομικά και κοινωνικά ισχυρούς (αυτόν τον οποίο καταγγέλλει ο Ντικ στα ντοκιμαντέρ του). Στις πληροφοριακές κάρτες στο τέλος του τέταρτου επεισοδίου μαθαίνουμε πως οι Άλεν, Σουν-Γι και Μόουζες Φάροου αρνήθηκαν να δώσουν συνεντεύξεις, έτσι η άποψή τους ακούγεται ελάχιστα κι αυτή μέσα από δημόσιες πηγές και δηλώσεις ή από τα audiobooks του Άλεν για το βιβλίο του «Σχετικά με το τίποτα». Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα, όμως, αν δεχόντουσαν να συμμετάσχουν;

Ήδη πριν την προβολή του ντοκιμαντέρ ήταν πάμπολλοι εκείνοι οι οποίοι είχαν καταλήξει για το τι πραγματικά συνέβη ανάμεσα στον Γούντι και την Ντίλαν (άλλοι τόσοι ξέρουν βέβαια και τι ακριβώς συμβαίνει με το εμβόλιο της AstraZeneca). Το διαπιστώνεις διαβάζοντας δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, απόψεις κάθε λογής ειδικών, ακτιβιστές, ηθοποιούς του Χόλιγουντ (οι οποίοι μετανιώνουν που συνεργάστηκαν με τον Άλεν) και κριτικούς κινηματογράφου – όπως η Μίριαμ Μπέιλ, η οποία μιλάει στην ταινία και έγραψε το πολυσυζητημένο άρθρο «Γιατί δεν θα ξαναδώ ταινία του Γούντι Άλεν». Κάποιοι, σαφώς λιγότεροι, αλλά με τα ίδια στοιχεία, είναι πεπεισμένοι πως ο Αμερικανός σκηνοθέτης είναι σίγουρα αθώος, οπότε το «Allen v. Farrow» ήταν εξ αρχής δεδομένο πως θα διχάσει. Οι δημιουργοί του δηλώνουν πως η μια πλευρά αρνήθηκε τη συμμετοχή της, υποστηρίζουν όμως πως οι δικαιολογίες του Γούντι Άλεν, ως πλούσιος και διάσημος, έχουν ακουστεί επαρκώς, κάτι που δεν ισχύει για την περίπτωση του πλέον αδυνάτου. Της Ντίλαν, την οποία η ταινία δεν κρύβει πως θέλει να «ηρωποιήσει», ως μια θαρραλέα γυναίκα που κόντρα στα κομφορμιστικά καθιερωμένα υπερασπίστηκε τη γνώμη της και διεκδίκησε το δίκιο της.

Οι Ντικ και Ζίρινγκ δεν ήταν έτσι κι αλλιώς υποχρεωμένοι να γυρίσουν μια «αντικειμενική» ταινία. Υποτίθεται πως ναι μεν στα ερευνητικά ντοκιμαντέρ η αμερόληπτη(;) κάμερα αναζητά την αλήθεια, αλλά αυτό δεν είναι παρά μια (χολιγουντιανή) ψευδαίσθηση. Οι ταινίες τεκμηρίωσης ερμηνεύουν και δεν αναπαριστούν γεγονότα, όσο κι αν διατείνονται το αντίθετο. Κι ύστερα, αν θέλει να γυρίσει κάποιος ντοκιμαντέρ για το Ολοκαύτωμα, πρέπει οπωσδήποτε να συμπεριλάβει σ’ αυτό και τις απόψεις των ναζί; Το «Allen v. Farrow» είναι η καλοστημένη και υποδειγματικά αφηγημένη προσέγγιση ενός σκανδάλου για το οποίο η κάμερα έχει εξ αρχής αποφασίσει ποιος είναι ο ένοχος και ποιος όχι. Το υποστηρίζει με λόγια και έργα, αλλά και με μια «μεροληπτική» σκηνοθεσία, η οποία ενισχύει στο θυμικό του θεατή την αλήθεια των Φάροου. Τα πλάνα δηλαδή, όταν δεν είναι αποτύπωση δημόσιων γεγονότων, ακολουθούν μια λογική «αόρατης αγιογραφίας». Για παράδειγμα η Μία διηγείται πόσο ευτυχισμένα περνούσε με τα παιδιά της και εμείς βλέπουμε home movies όπου όλη η οικογένεια διασκεδάζει ανέμελα. Η Ντίλαν περιγράφει πως το τάδε γεγονός ή η δείνα σκέψη της προκάλεσε θλίψη και εμείς βλέπουμε θλιμμένες παιδικές φωτογραφίες της. Μια οικογενειακή φίλη εξηγεί πως ο Άλεν ήθελε να είναι διαρκώς δίπλα στην Ντίλαν και εμείς βλέπουμε πλάνα που οι δυο τους παίζουν και περπατάνε παρέα. Μ’ αυτόν τον τρόπο η αυθεντικότητα των περιγραφών των «αφηγητών» ενισχύεται διαρκώς και σε ανύποπτες στιγμές, κάνοντας έτσι (πιο) αξιόπιστη και τη δική τους διήγηση όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Έμμεσα, πλην σαφώς, ότι ακούγεται είναι και αληθινό.

Προσωπικά δεδομένα

Η αγιογραφική προσπάθεια του ντοκιμαντέρ προχωρά ακόμα μακρύτερα, μεταχειριζόμενη συχνά λαϊκίστικες πρακτικές και ιδεολογικά επικίνδυνους συνειρμούς. Όπως το να βλέπουμε την Μία Φάροου να επισκέπτεται το Νταρφούρ ως πρέσβειρα της Unicef, σε αντιδιαστολή με τον Άλεν, ο οποίος ασχολείται αποκλειστικά με το καλλιτεχνικό έργο του. Η αφοσίωση της πρώτης στα παιδιά και την οικογένεια τονίζεται με κάθε δυνατό τρόπο, ενώ επισημαίνεται πολλαπλά πως ο Άλεν δεν επιθυμούσε ποτέ οικογενειακές και γονεϊκές δεσμεύσεις. Ποιον λοιπόν θα πιστέψει ο μέσος γονιός περισσότερο;

Το κινηματογραφικό έργο του βραβευμένου σκηνοθέτη είναι ακόμα ένα επιβαρυντικό στοιχείο για εκείνον. Βλέποντας κανείς το «Μανχάταν» και τη σχέση του ίδιου ως πρωταγωνιστή με την 17χρονη Μάριελ Χέμινγουεϊ, αλλά και παίρνοντας υπ’ όψη την αγαπημένη του θεματική της ερωτικής έλξης ώριμων, πετυχημένων και συχνά διανοουμένων αντρών από νεαρότατες γυναίκες (αλίμονό σου Μπουνιουέλ), τι άλλο να περιμένει κανείς όταν στο δρόμο αυτού του καλλιτέχνη βρεθεί η… εφτάχρονη κόρη του;  Και μετά από όλα αυτά, μπορεί κανείς να παρακολουθεί τις ταινίες του Γούντι Άλεν με το ίδιο μάτι;  Ή αξίζει έτσι κι αλλιώς να τις παρακολουθεί;(!)

Είναι πολλά τα ευαίσθητα θέματα τα οποία αγγίζει η όλη υπόθεση και κάποια απ’ αυτά το «Allen v. Farrow» τα μεταχειρίζεται με χοντροκομμένο, άκομψο τρόπο. Θίγει όμως εμμέσως κάτι πολιτισμικά θεμελιακό, το οποίο είναι ίσως και η σοβαρότερη παρατήρηση που μπορεί να κάνει κανείς για την ταινία. Καθώς τα γεγονότα εξιστορούνται γλαφυρά και η «πλοκή» προχωρά με διηγηματικό ενδιαφέρον, αρχίζει κανείς να παρατηρεί πως τα πάντα γύρω από την ιδιωτική ζωή της οικογένειας Φάροου (παρόντος ή απόντος του Άλεν) κινηματογραφούνται διαρκώς. Μέχρι και σοκαριστικές εξομολογήσεις γίνονται μπροστά στην ερασιτεχνική βιντεοκάμερα, ενώ οι τηλεφωνικές συνομιλίες ηχογραφούνται (γιατί η Μία ήταν σίγουρη πως… την ηχογραφούσε ο Γούντι). Και τα εν οίκω γίνονται εν δήμω ακόμα πιο θεαματικά, αφού η Ντίλαν αποφασίζει να γράψει ένα άρθρο – έκθεση της άποψής της παρά τις αντιρρήσεις του ψυχαναλυτή της. Στην 1/2/2014 δημοσιεύεται στο blog της New York Times το «An open letter from Dylan Farrow» και στις 7/12/2017 εκείνη γράφει νέο ανοιχτό γράμμα, στους LA Times αυτή τη φορά, με αφορμή την υπόθεση Γουάινστιν, συνδέοντας τη σιωπή του Χόλιγουντ με τη στάση του απέναντι στην υπόθεσή της. Αλλά και όταν εκείνη αποφασίζει να συναντήσει μετά από 27 χρόνια (το 2020) τον Φρανκ Μέικο, τον ανακριτή της υπόθεσης από το Κονέτικατ ο οποίος δεν προχώρησε σε δίωξη του Άλεν, η συνεννόησή τους και οι αμοιβαίες εξηγήσεις δίνονται όχι κατ’ ιδίαν, μα μπροστά στην κάμερα.

Με πολλούς τρόπους λοιπόν, το «σκάνδαλο Γούντι Άλεν» σηματοδοτεί πανηγυρικά τη σύγχρονη κατάργηση κάθε ιδιωτικότητας και τη μετατροπή της προσωπικής ζωής σε λαϊκής κατανάλωσης θέαμα. Και η κινηματογραφική / τηλεοπτική προσέγγισή του από το «Allen v. Farrow» ενισχύει διπλά τη θεμελιωμένη πλέον λογική «πες το στην κάμερα, γιατί μόνο έτσι θα το λύσεις και θα το ξεπεράσεις». Δεν είναι να απορεί λοιπόν κάποιος για το πως το ελληνικό #MeToo γεννήθηκε στα τηλεοπτικά πρωινάδικα και γιγαντώνεται στα πρωτοσέλιδα του «Μακελειού».

Το «Allen v. Farrow» προβάλλεται στο κανάλι του HBO στη Vodafone TV.

Σχετικά Θέματα