Σαφάρι στην τανζανία 02/06/2005

«Άα, λιοντάρι, όο ελέφαντας, ουάου καμηλοπάρδαλη!» Ίσως σας θυμίζει καρτούν του Ντίσνεϊ ή τάξη με πρωτάκια. Έτσι όμως –σαν πρωτάκι– αντιδρά κανείς, αντικρίζοντας τις αχανείς εκτάσεις του πάρκου Σερεγκέτι, του κρατήρα Νγκορογκόρο,της λίμνης Μανιάρα. Και παρόλο που πάνω στο τζιπ δεν νιώθεις ακριβώς… λόρδος Στάνλεϊ «αντιμετωπίζοντας» το ρινόκερο, η γεύση της εξερεύνησης παραμένει. «Dr Livingstone, I suppose?»

Ξαπλωμένη αναπαυτικά στη σκηνή, προσπαθώ να διαβάσω κάτω από το αμυδρό φως του φακού. Το μυθιστόρημα είναι συναρπαστικό, αλλά η γεμάτη ήχους σιωπή της αφρικάνικης νύχτας αποσπά την προσοχή μου. Οι αισθήσεις μου σε εγρήγορση, το βλέμμα μου συχνά αφήνει τη σελίδα για να εξερευνήσει τον περιορισμένο χώρο της σκηνής. Ξαφνικά, εντοπίζω το ρυθμικό ήχο βημάτων που πλησιάζουν. Σβήνω το φακό και μένω ακίνητη. Ένα ατέλειωτο δευτερόλεπτο σιωπής και αμέσως μετά ένα έντονο ρουθούνισμα μετακινεί ελαφρά το ύφασμα της σκηνής. Αποφασίζω να το εκλάβω ως «φιλικό χαιρετισμό» και παριστάνω την αδιάφορη. Περνάει ένας αιώνας μέχρι να νιώσω ότι τα βήματα απομακρύνονται και φυσικά περνάω την υπόλοιπη νύχτα ξάγρυπνη, τυλιγμένη σε ανεξιχνίαστους ήχους. Με το πρώτο φως της αυγής, ξεμυτίζω από τη σκηνή μου. Ο Μπράιαν (προσωπικός μου μάγειρας) ετοιμάζει το κλασικό αφρικάνικο πρωινό: δυνατός καφές, ομελέτα και φρέσκα φρούτα. Η ομίχλη διαλύεται την ώρα που φορτώνουμε το τζιπ και ξεκινάμε για τον κρατήρα Νγκορογκόρο, ένα από τα μεγαλύτερα και πιο εντυπωσιακά πάρκα της Αφρικής.
Έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που η έννοια «σαφάρι» (στα σουαχίλι σημαίνει ταξίδι) ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το κυνήγι και την εξόντωση άγριων ζώων. Σήμερα, το σαφάρι είναι μια γνήσια οικολογική εμπειρία.
Ο φακός της φωτογραφικής μηχανής είναι το μοναδικό αντικείμενο που σημαδεύει τα ζώα και τα πολύτιμα λάφυρα για τους συμμετέχοντες είναι οι φωτογραφίες που αποτυπώνουν την εξέλιξη της φύσης χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση. Στα εθνικά πάρκα της Αφρικής η φυσική ζωή προστατεύεται και οι επισκέψεις των τουριστών είναι ελεγχόμενες. Έτσι, εξασφαλίζεται η ισορροπία του οικοσυστήματος αλλά και η ασφάλεια των επισκεπτών. Η συντήρηση της άγριας ζωής απαιτεί κόπο και χρήματα, γι’ αυτό και το σαφάρι είναι ένα ακριβό τουριστικό προϊόν, που γίνεται ακόμα ακριβότερο αν επιλέξετε κάποιο πολυτελές ξενοδοχείο για τη διαμονή σας.
Το δικό μου σαφάρι ήταν κομμάτι ενός μεγάλου ταξιδιού στην Τανζανία. Βρέθηκα στην Αρούσα, αυτή τη μικροσκοπική πόλη του βορρά απ’ όπου ξεκινούν τα περισσότερα σαφάρι, μετά από ένα επεισοδιακό ταξίδι με τοπικό λεωφορείο, και πέρασα δύο ημέρες «οικότροφος» στο, κάποτε ελληνικό, σχολείο της περιοχής. Γύρω από την Αρούσα απλώνονται τεράστιες φυτείες καφέ, και πριν από αρκετές δεκαετίες η ελληνική κοινότητα αριθμούσε πολλά μέλη. Σήμερα, ελάχιστοι Έλληνες έχουν απομείνει, γι’ αυτό και το σχολείο έχει μετατραπεί σε διεθνές και φιλοξενεί ένα αλλοπρόσαλλο πλήθος παιδιών: χλομά εγγλεζόπουλα, κόρες εμίρηδων με μαύρες μαντίλες και γιους ινδών μαχαραγιάδων με τουρμπάνια στολισμένα με διαμάντια... Περιπλανήθηκα αρκετά στη μικρή πόλη αναζητώντας την εκδρομή που θα με έφερνε σε επαφή με το αυθεντικό αφρικάνικο τοπίο. Απέρριψα γρήγορα την ιδέα της ανάβασης στο Κιλιμάντζαρο.

Το ψηλότερο βουνό της Αφρικής θεωρείται εύκολος στόχος και είναι γεμάτο από τουρίστες που προσπαθούν να «ξεπεράσουν τον εαυτό τους» φτάνοντας στην κορυφή. Προτίμησα λοιπόν το σαφάρι και βρέθηκα σ’ ένα τζιπ με συνταξιδιώτες ένα ζευγάρι Σκοτσέζων, φανατικών πιστών του Lonely Planet (ακόμα κι όταν τους ζήτησα τη διεύθυνση του ξενοδοχείου τους στην Αρούσα, μου απάντησαν «Lonely Planet, page 48», καταλαβαίνετε...).
Μετά την περιήγηση στο πρώτο πάρκο, τη λίμνη Μανιάρα, και τα απαραίτητα επιφωνήματα «Άα, λιοντάρι, όο ελέφαντας, ουάου, καμηλοπάρδαλη!», εναποθέσαμε τους Σκοτσέζους στο πολυτελές ξενοδοχείο τους (ζήλεψα όταν είδα τη δροσερή πισίνα) και καταλήξαμε στο κάμπινγκ όπου ο οδηγός, ο μάγειρας κι εγώ θα περνούσαμε τη νύχτα. Το camp-site της λίμνης Μανιάρα είναι φιλικό προς τον Ευρωπαίο ταξιδιώτη. Λουλουδιασμένοι κήποι, πεντακάθαρες τουαλέτες και ντους, υπαίθριο μπαρ με δροσερές ντόπιες μπίρες (Kilimanjaro και Safari οι πιο δημοφιλείς μάρκες) και αυτοσχέδια μουσικοχορευτικά σόου από τα παιδιά του χωριού.
Την άλλη μέρα, αφού παραλάβαμε τους φρεσκοσιδερωμένους Σκοτσέζους, προχωρήσαμε προς το Νγκορογκόρο. Το τζιπ αγκομαχούσε σ’ ένα χωματόδρομο με τεράστιες λακκούβες, όσο περνούσε η ώρα το κοκκινόχωμα σκέπαζε τα ρούχα και τα μαλλιά μας. Ωστόσο η διαδρομή ήταν εκπληκτική. Βρισκόμασταν σ’ ένα τοπίο όπου η ανθρώπινη παρέμβαση είχε περιοριστεί στο άνοιγμα του δρόμου. Γύρω μας η φύση απλωνόταν ελεύθερη. Αφρικάνικες ακακίες, υπερμεγέθη μπαομπάμπ, χαμηλοί θάμνοι. Μέχρι να φτάσουμε στο ξενοδοχείο όπου θα έμεναν οι Σκοτσέζοι, είχαμε δει ελάχιστα ζώα. Μα, πώς είναι δυνατόν να μένουν όλα στον κρατήρα, ρωτούσα επίμονα τον οδηγό μας, ο οποίος όμως κάθε φορά που ερχόταν αντιμέτωπος με μια ερώτηση που του προκαλούσε αμηχανία, απλώς ξεχνούσε τα αγγλικά του. Φεύγοντας, πρόσεξα μια μεγάλη ξύλινη ταμπέλα, «Απαγορεύεται να βγαίνετε από το ξενοδοχείο το βράδυ», και όντως, αργά τη νύχτα μετά την εκδρομή, καθώς επέστρεφα στο κάμπινγκ, μου λύθηκαν όλες οι απορίες. Υπνωτισμένα από τους προβολείς του αυτοκινήτου τα ζώα έτρεχαν μπροστά και δίπλα μας. Λιοντάρια κυνηγούσαν ζέβρες, ύαινες παραμόνευαν, αργοκίνητοι βούβαλοι μας έκοβαν το δρόμο. Οι συνοδοί μου ξαναθυμήθηκαν τα αγγλικά τους και, σκασμένοι στα γέλια, μου διηγήθηκαν απίστευτες ιστορίες για το ρινόκερο που τους έκοψε κάποτε το δρόμο, για το βούβαλο που μπήκε κατά λάθος σε μια σκηνή κυνηγημένος από ένα λιοντάρι. «Τα ζώα κυκλοφορούν περισσότερο τη νύχτα με σκοπό το κυνήγι. Αλλά οι τουρίστες δεν κινδυνεύουν, γιατί όλοι οι συνοδοί είναι ειδικά εκπαιδευμένοι και, φυσικά, οπλισμένοι». Ξαφνικά νοστάλγησα τους Σκοτσέζους και την άνετη σουίτα τους… Το σκοτάδι ήταν βαθύ όταν φτάσαμε στο κάμπινγκ. Η αδύναμη λάμψη από λιγοστές λάμπες γκαζιού δεν κατάφερνε να φωτίσει το χώρο. Το πρωί διαπίστωσα πως είχαμε απλά στήσει τις σκηνές σε ένα ανοιχτό πλάτωμα δίπλα στο χείλος του κρατήρα και πως οι οπλισμένοι φρουροί ξαγρυπνούσαν με βάρδιες, για να αντιμετωπίσουν κάθε «έκτακτο περιστατικό».

 Αγριοβούβαλοι στον κρατήρα του Νγκορογκόρο
Αγριοβούβαλοι στον κρατήρα του Νγκορογκόρο

Η περιπλάνηση στο Νγκορογκόρο είναι ένα ταξίδι σε άγνωστο κόσμο. Τα τζιπ κινούνται αργά ακολουθώντας τις διαδρομές των ζώων, που είναι πολλά, πάρα πολλά. Μαυρόασπρες ζέβρες τρέχουν φρενιασμένες (συνήθως ακολουθούμενες από λιοντάρια), ελέφαντες παίρνουν το μπάνιο τους σε μεγάλους νερόλακκους, γαζέλες εκτελούν χορογραφίες με θεαματικά άλματα, ιπποπόταμοι βουλιάζουν τεμπέλικα σε ρηχές λίμνες. Ο κρατήρας συγκεντρώνει τεράστια ποικιλία ζώων και πτηνών, λόγω των μόνιμων πηγών, της λίμνης και του ποταμού.
Τα τζιπ κάνουν μια σύντομη στάση για φαγητό δίπλα στη λίμνη. Νεαροί Γάλλοι τουρίστες αγνοούν την υπόδειξη των συνοδών να φάνε μέσα στο τζιπ και στήνουν ένα χαλαρό πικνίκ στην όχθη. Ξαφνικά, τεράστια πουλιά ορμούν από το πουθενά, αρπάζουν τα σάντουιτς και εξαφανίζονται, ευτυχώς χωρίς να τραυματίσουν κανέναν. Οι συνοδοί παραμένουν αδιάφοροι. Προφανώς είναι συνηθισμένοι στις απερισκεψίες των «λευκών που ξέρουν τα πάντα».
Στο δρόμο της επιστροφής αποχωριζόμαστε τους Σκοτσέζους που παίρνουν το λεωφορείο για το Ναϊρόμπι. Νιώθω πως έχω δει αρκετά ζώα και ανταλλάσσω την επίσκεψη στο τρίτο πάρκο με μια αυτοσχέδια περιήγηση στα χωριά των Μασάι, που απλώνονται στην αφρικανική σαβάνα. Οι συνοδοί μου δέχονται με βαριά καρδιά (οι Τανζανοί τρέφουν για τους Μασάι την ίδια εκτίμηση που έχει ο μέσος Έλληνας για τους τσιγγάνους), αλλά εγώ γνωρίζω επιτέλους από κοντά αυτή την πανέμορφη ψηλόλιγνη φυλή, που κατεβαίνει με κατακόκκινα ρούχα στις πόλεις και μετατρέπεται σε τουριστικό αξιοθέατο. Το χωριό είναι πρόχειρος καταυλισμός, καθώς οι Μασάι μετακινούνται συνεχώς αναζητώντας νερό για τα ζώα τους. Οι άντρες φυσικά λείπουν, αλλά οι γυναίκες μού δείχνουν τα «σπίτια» τους (πεντακάθαρες λασποκαλύβες) και μια ομάδα εφήβων με μαύρα ρούχα και ζωγραφισμένα πρόσωπα, καθότι διανύουν την περίοδο ενηλικίωσης, επιμένει να με πάει στην «Πηγή» (μια τρύπα με θολό νερό). Ζητούν φωτογραφίες από το χωριό μου κι εγώ τους δείχνω καρτ ποστάλ της Αθήνας (κλασικές λήψεις με μπόλικο Παρθενώνα, λίγο Λυκαβηττό και Εθνικό Κήπο). Μελετούν με προσοχή τα… δέντρα και έχουν μόνο μια απορία: «Η Πηγή πού είναι;» Δεν μπορούσα να απαντήσω στην ερώτησή τους. Όντως, η Πηγή πού είναι στην Αθήνα;
τα must εθνικά πάρκα Λίμνη Manyara: Η πλούσια βλάστηση προσελκύει πολλά άγρια ζώα και είναι καταφύγιο σπάνιων πουλιών (περισσότερα από 380 είδη).
Κρατήρας Ngorongoro: Μια τεράστια «λεκάνη» (8300 τετρ. χλμ.) ανενεργού ηφαιστείου, όπου ζουν περίπου 25.000 άγρια ζώα. Ανάμεσά τους και οι τελευταίοι μαύροι ρινόκεροι της Αφρικής.
Serengeti: Το μεγαλύτερο πάρκο της χώρας (14.673 τετρ. χλμ.), φτάνει μέχρι την Κένια και τις όχθες της λίμνης Βικτόρια. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό την περίοδο της μετανάστευσης (Σεπτέμβριο-Νοέμβριο), οπότε το διασχίζουν περίπου 1.000.000 ζώα. Λόγω της τεράστιας έκτασης, είναι διαδεδομένο το «Balloon safari», δηλαδή περιήγηση με αερόστατο που πετάει σε χαμηλό ύψος, εξασφαλίζοντας άνετη παρατήρηση αφ' υψηλού.
Tarangire: Στις όχθες του ομώνυμου ποταμού απλώνονται εννέα περιοχές με διαφορετική βλάστηση. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό την εποχή της μετανάστευσης (Αύγουστος-Οκτώβριος).

προς επίδοξους rangers…

 Ο βασιλιάς κι εγώ...
Ο βασιλιάς κι εγώ...

Για τη συμμετοχή σε ένα σαφάρι δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις. Μοναδική προϋπόθεση: η ηλικία σας να ξεπερνάει τα 12 χρόνια. Φροντίστε να ακολουθείτε κατά γράμμα τις οδηγίες των συνοδών, όσο υπερβολικές και αν σας φαίνονται, και να μην παίρνετε πρωτοβουλίες που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλειά σας. Μη σας ξεγελάει η έκφραση «Εθνικό Πάρκο», το Σερεγκέτι σε καμία περίπτωση δεν είναι η Βάλια Κάλντα!
Πριν ξεκινήσετε το ταξίδι σας στην Αφρική, επικοινωνήστε με την Υγειονομική Υπηρεσία για να κάνετε τα απαραίτητα εμβόλια.
Τα χάπια για την ελονοσία που υποχρεωτικά θα πάρετε, δεν σας καθιστούν άτρωτους, μια δυνατή αντικουνουπική κρέμα είναι ο καλύτερος σύμμαχος. Προσθέστε στο φαρμακείο σας χάπια για τη διάρροια και φροντίστε να πίνετε μόνο εμφιαλωμένο νερό.
Από τη βαλίτσα σας δεν πρέπει να λείπουν: καπέλο, γυαλιά ηλίου, άνετα παπούτσια, ελαφρά ρούχα για την ημέρα (κατά προτίμηση μακριά παντελόνια και πουκάμισα με μακριά μανίκια) και ζεστά ρούχα για το βράδυ. Επίσης, ένα ζευγάρι δυνατά κιάλια (σωστά μαντέψατε, ΔΕΝ πλησιάζουμε τον ρινόκερο στο ένα μέτρο), φακό για το βράδυ (κατά προτίμηση κεφαλής) και αντιηλιακή κρέμα.

  • Ιδανική εποχή για σαφάρι είναι από τον Ιούνιο μέχρι τον Νοέμβριο. Από τον Νοέμβριο μέχρι τον Μάρτιο υπάρχουν μικρές βροχοπτώσεις, ενώ η πραγματική περίοδος των βροχών παρατηρείται μόνο τους μήνες Απρίλιο και Μάιο.

    ΠΥΞΙΔΑ Τανζανία

    κωδικός κλήσης 00255
    πώς θα πάτε
    Τα Εθνικά Πάρκα της Τανζανίας απλώνονται στο βορρά της χώρας κοντά στα σύνορα με την Κένια. Ορμητήριο για όλες τις εξερευνήσεις είναι η μικρή πόλη Αρούσα. Δεκάδες ταξιδιωτικά γραφεία που ειδικεύονται στα σαφάρι προσφέρουν ποικιλία προγραμμάτων. Τα αεροπλάνα της KLM (210 9110000) πραγματοποιούν πτήσεις για το Κιλιμάντζαρο μέσω Άμστερνταμ. Η Αρούσα απέχει λίγα χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο Κιλιμάντζαρο και η μεταφορά γίνεται με λεωφορεία. Η διάρκεια του αεροπορικού ταξιδιού είναι 14 ώρες και η τιμή του εισιτηρίου ξεκινάει από € 740. Μπορείτε επίσης να πετάξετε μέχρι το Ναϊρόμπι της Κένιας με τα αεροπλάνα της Egypt Air (210 9212824-5), μέσω Καΐρου. Κι εδώ το ταξίδι διαρκεί 14 ώρες, ενώ η τιμή του εισιτηρίου ξεκινάει από € 360. Από το Ναϊρόμπι θα πάρετε τοπικά λεωφορεία ή κάποια από τις πτήσεις της Kenya Airways, για να φτάσετε μέχρι την Αρούσα.
    Αν θέλετε να οργανώσετε πλήρως το ταξίδι πριν ξεκινήσετε, θα απευθυνθείτε στα μεγάλα ταξιδιωτικά γραφεία: Heronia (210 3747000), Monogram (210 3728500), Travelplan (210 3333300),
    Tui (210 3713400).
    πού θα μείνετε
    Η ξενοδοχειακή αλυσίδα Serena (www.serenahotels. com) διαθέτει πολυτελή καταλύματα στο Νγκορογκόρο, στη λίμνη Μανιάρα και το Σερεγκέτι. Οι εγκαταστάσεις ακολουθούν την παραδοσιακή αρχιτεκτονική και εναρμονίζονται απόλυτα με το φυσικό περιβάλλον. Στο ίδιο ύφος κινούνται και τα ξενοδοχεία Ngorongoro Crater Lodge (www.ngorongorocrater.com), Serengeti Sopa Lodge και Tarangire Sopa Lodge (www.sopalodges.com).
    πού θα φάτε
    Όχι, δεν υπάρχουν «εξοχικά ταβερνάκια» στις γειτονιές των πάρκων. Μοναδική λύση τα εστιατόρια των ξενοδοχείων, όπου το φαγητό είναι άφθονο και εξαιρετικής ποιότητας. Στη διάρκεια του σαφάρι, οι οδηγοί θα σας προσφέρουν «lunch box» που περιέχει απλώς σάντουιτς, αλλά στο δείπνο θα δοκιμάσετε ξεχωριστές γεύσεις της αφρικάνικης κουζίνας, που συνδυάζει το κρέας με λαχανικά και εξωτικά φρούτα. Συχνά τα εστιατόρια είναι υπαίθρια και το δείπνο υπό το φως των κεριών με υπόκρουση τους, μακρινούς βέβαια, ήχους των ζώων, μετατρέπεται σε μοναδική εμπειρία.

  • Πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τα σαφάρι στην Τανζανία θα βρείτε στις ιστοσελίδες:
    www.southtravels.com www.tanzania-adventure.com www.africadreamsafaris.com

  • Ελένη Οικονομοπούλου

    Σχετικοί Προορισμοί