Αρμενία: Για ανήσυχους ταξιδιώτες 04/01/2022

Από την πρωτεύουσα Γερεβάν, με την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά και τα σύγχρονα στέκια, μέχρι τις καρτποσταλικές πλαγιές, τα μοναστήρια και τους κρυμμένους σε πυκνά δάση ξενώνες, το ταξίδι στην Αρμενία είναι μια ολοκληρωμένη εμπειρία. Μια εμπειρία που μας βοήθησε να ανακαλύψουμε το Gagarin Project, τη φιλόδοξη πρωτοβουλία του πρώην πρέσβη της Αρμενίας σε Δανία και Νορβηγία, Hrachya Aghajanyan, και του Kristian Brask Thomsen της Bon Vivant Communications, που με τη στήριξη του Ιδρύματος Τοπικής Ανάπτυξης και Ανταγωνισμού DAR, αποσκοπεί στη μεταμόρφωση πέντε μικρών χωριών σε αυτόνομους ταξιδιωτικούς προορισμούς, με την τοπική γαστρονομική κουλτούρα ως αιχμή τους.

banner

«Gagarin Project»: Ένα μεγαλόπνοο σχέδιο

Δυναμικά στο παιχνίδι του τουρισμού φαίνεται να μπαίνει η Αρμενία, όπως δείχνουν πρωτοβουλίες που σκοπό έχουν να ενισχύσουν την ανάδειξη της πλούσιας κουλτούρας της χώρας από κάθε δυνατή σκοπιά. Ενδεικτικό παράδειγμα, το φιλόδοξο Gagarin Project που θα ξεδιπλωθεί τα επόμενα πέντε χρόνια στη χώρα, και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη δημιουργία ενός κέντρου έρευνας και ανάπτυξης, που θα υπάγεται σε κολέγιο εξειδικευμένο στην αγροτική ανάπτυξη, με στόχο τη συνολική προώθηση της αρμένικης κουλτούρας.

Προσκεκλημένοι του Gagarin Project, συναντηθήκαμε με τους εμπνευστές του, που μας εξήγησαν την αξία της καταγραφής των τοπικών στοιχείων ως αναπόσπαστων κομματιών της γαστρονομικής κληρονομίας της χώρας. «Τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε συνεργαστεί στενά με επιστήμονες γι’ αυτόν το σκοπό», αναφέρει στο «T&T» ο κ. Aghajanyan. «Για να πάμε ακόμα παραπέρα γαστρονομικά, απευθυνθήκαμε στον Δανό σεφ Mads Refslund, που συνεργάστηκε με μια ομάδα Αρμενίων σεφ, οδηγώντας την κουζίνα μας στη νέα εποχή της», προσθέτει.

Από την πλευρά του, ο Mads Ref­slund, που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με Ιντιάνα Τζόουνς της γεύσης, θεωρεί αυτήν τη συνεργασία πρόκληση για τον ίδιο και την ομάδα του. «Δεν είχα ξαναβρεθεί στην Αρμενία μέχρι τη στιγμή που ξεκινήσαμε να συζητάμε για το project. Ήρθαμε πριν από ακριβώς τρεις εβδομάδες και ο χρόνος μας ήταν περιορισμένος, αλλά δουλέψαμε εντατικά. Κανονικά θα χρειαζόμασταν περίπου τρεις μήνες μόνο για την έρευνα, κερδίσαμε όμως πολύτιμο χρόνο αφού ξεναγηθήκαμε από ντόπιους σε φάρμες, μας σύστησαν μερικά από τα καλύτερα εγχώρια προϊόντα και ξεκινήσαμε την τροφοσυλλογή στη φύση».

banner

Το ανοιχτό μυαλό ήταν ίσως το σημαντικότερο πράγμα που έφερε στις αποσκευές του ο Refslund, αφού χάρη σ’ αυτό μπόρεσε να γνωρίσει βιωματικά την κουλτούρα του τόπου, ώστε να προσπαθήσει στη συνέχεια να αποτυπώσει την κουζίνα του κατά το δυνατόν πιο σωστά. «Θεωρώ ότι μπορείς να είσαι πιο δημιουργικός όταν δουλεύεις μόνο με ό,τι υπάρχει διαθέσιμο γύρω σου, κι αυτό ακριβώς έκανα εδώ», μας εξηγεί σχετικά. «Μπορεί να γνώριζα ήδη τις περισσότερες από τις τροφές –έχω γυρίσει όλο τον κόσμο και μόνο στον Αμαζόνιο ανακάλυψα κάτι νέο–, αλλά η βασική διαφορά είναι η γεμάτη γεύση τους λόγω του terroir. Επίσης, αν και χορτοφάγος εδώ και χρόνια, λόγω του ότι είμαι αντίθετος στις πρακτικές εκτροφής των ζώων στην Αμερική όπου ζω, εδώ μαγείρεψα κρέας, γιατί ήταν από τοπικούς παραγωγούς και η διαδικασία εκτροφής και σφαγής ήταν η πρέπουσα. Επίσης, η μαγειρική σε ζωντανή φωτιά κάτω από το έδαφος, στοιχείο της τοπικής μαγειρικής παράδοσης, ήταν έμπνευση για μένα», επισημαίνει ο σεφ.

Το αποτέλεσμα όλης αυτής της διαδικασίας το δοκιμάσαμε σε ένα εντυπωσιακό preview έξι πιάτων στο εστιατόριο «Tsaghkunk», για το οποίο ο Refslund συνεργάστηκε με την επικεφαλής σεφ Susanna Ghukasyan και την ομάδα της. Το pairing με κρασιά τοπικών παραγωγών ανέλαβε η έμπειρη Αμερικανή wine consultant Veronica Joy Rogov. Από τα πιάτα ξεχωρίσαμε την άψογα ψημένη πέστροφα σε φλοιό από σημύδα και τη –σερβιρισμένη σε Nordic style– ολόκληρη ψητή πάπια με ένα απίστευτης νοστιμιάς κεμπάπ του ίδιου πουλερικού όπου τα κόκαλα των ποδιών αντικαθιστούσαν το καλαμάκι.

Από τη «ροζ πόλη» στα «φτερά του Tatev»

Η πρώτη μας στάση στο συναρπαστικό γαστρο-οδοιπορικό μας στην Αρμενία ήταν το Γερεβάν: πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της χώρας, γνωστή και ως «ροζ πόλη», λόγω του χρώματος των νεο-παραδοσιακού αρχιτεκτονικού στιλ κτιρίων από ροζ τόφο, το ηφαιστειακό ιζηματογενές πέτρωμα που της δίνει, όχι μόνο τη χάρη, αλλά και το όνομα.

Από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία του κέντρου είναι η Πλατεία Δημοκρατίας, όπου διοργανώνονται τα πιο σημαντικά γεγονότα της πόλης. Εδώ θα συναντήσετε την Εθνική Πινακοθήκη και το Ιστορικό Μουσείο καθώς και τα Σιντριβάνια που τραγουδάνε, όπως αποκαλούνται, αφού, όταν νυχτώνει, φωτίζονται με διάφορα χρώματα και εκτοξεύουν νερό υπό τους ήχους κλασικής –και όχι μόνο– μουσικής.

Για τους φίλους της τέχνης, το εντυπωσιακό συγκρότημα Cascade Complex φιλοξενεί το μουσείο Cafesjan ενώ, αν αντέχετε, σας προτείνουμε να ανεβείτε τα σκαλιά μέχρι την κορυφή του και να απολαύσετε την πανοραμική θέα. Καιρού επιτρέποντος μπορεί να δείτε μέχρι και το όρος Αραράτ, τόπο ιερό για τους Αρμένιους.

Το μουσείο Matenadaran, που φιλοξενεί περισσότερα από 20.000 αρχαία χειρόγραφα, είναι απαραίτητη στάση. Στην είσοδο του επιβλητικού κτιρίου δεσπόζει ανάμεσα σε άλλους ευεργέτες της χώρας ο Mesrop Mashtots, δημιουργός του αρμενικού αλφαβήτου (για να τον τιμήσουν, μάλιστα, έδωσαν το όνομά στον κεντρικότερο δρόμο του Γερεβάν). Σε μια σύντομη περιήγηση στους χώρους που φυλάσσονται αρχεία του μουσείου, τα οποία είναι ως ώρας προσβάσιμα μόνο σε ερευνητές, εντοπίσαμε δύο πολύ ιδιαίτερα χειρόγραφα του 19ου αι. με παλιές παραδοσιακές αρμένικες συνταγές, αλλά και έναν οδηγό για τις κοπές χοιρινού κρέατος.

Οδεύοντας προς την κεντρική Αρμενία, θα κάνετε στάση στην επαρχία Γκεγαρκιουνίκ, στη μοναδικής ομορφιάς λίμνη Sevan, από τις μεγαλύτερες αλπικές λίμνες της Ευρασίας. Το μοναστήρι Sevanavank, που βρίσκεται στην περιοχή, είναι ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα με εντυπωσιακές λαξευμένες πέτρες με το σύμβολο της αιωνιότητας, τον Σταυρό του Ηλίου.

Στα νότια, το σπήλαιο Αρένι, απ’ το οποίο παίρνει και το όνομά της ολόκληρη η περιοχή, γνωστό και ως «σπηλιά των πουλιών», φιλοξενεί ευρήματα που χρονολογούνται από την Εποχή του Χαλκού, ενώ θεωρείται πιθανό εδώ να ήταν εγκατεστημένο και το παλιότερο οινοποιείο του κόσμου, 6.200 χρόνια πριν.

Επόμενος σταθμός, το επιβλητικό μοναστήρι του 13ου αι. Noravank, γνωστό για την εκκλησία Surb Astvatsatsin, με τις εξωτερικές πέτρινες σκάλες που οδηγούν στον δεύτερο όροφο, ενώ μοναδική εμπειρία είναι και η επίσκεψη στο μοναστήρι Tatev, που είναι προσβάσιμο μόνο με τελεφερίκ. Το Karahundj, κοντά στο Σισιάν, στα νότια της χώρας, με το προϊστορικό μαυσωλείο και τους μονόλιθους, γνωστό και ως Στόουνχεντζ της Αρμενίας, είναι εντυπωσιακό, ειδικά στη δύση του ηλίου. Το Etchmiadzin, τέλος, ο πρώτος καθεδρικός ναός της αρχαίας Αρμενίας, στην πόλη Vagharshapat, διηγείται ιστορίες που αξίζει να ακούσετε.

Γαστρονομικό οδοιπορικό

Η καρδιά της γαστρονομίας κάθε χώρας χτυπά στις αγορές της και η GUM Food Market στο Γερεβάν είναι από τα σημεία αναφοράς της πρωτεύουσας. Οι πωλητές εδώ είναι γενναιόδωροι και κερνούν ασταμάτητα μπουκιές από την πραμάτεια τους για να συστήσουν τις τοπικές ντελικάτσες στον επισκέπτη. Αποξηραμένα φρούτα –σημαντικό εξαγώγιμο προϊόν της χώρας– σε μεγάλη ποικιλία, μαρμελάδες, πίκλες, βότανα και arishta (τοπικά ζυμαρικά), ντόπια βότκα από μούρα και βερίκοκα και, φυσικά, οι ναυαρχίδες των αλλαντικών, σουτζούκι και παστουρμάς, είναι μερικά από όσα θα ανακαλύψετε στους τακτοποιημένους πάγκους.

Δοκιμάστε το παραδοσιακό γλυκό sujuκh, δηλαδή καρύδια βουτηγμένα σε συμπυκνωμένο χυμό σταφυλιού, ροδιού ή βερίκοκου που αποξηραίνεται στον αέρα, και φυσικά το lavash, μαλακό, λεπτό, επίπεδο ψωμί χωρίς διογκωτικά, που ψήνεται παραδοσιακά σε φούρνο ταντόρ και συγκαταλέγεται στην παγκόσμια λίστα Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO – θα το βρείτε φρέσκο και αποξηραμένο. Στο διάδρομο των τυριών φιγουράρει η τοπική παραγωγή με είδη όπως το chechil, ή tel panir, κομμένο σε λωρίδες σαν τυρένιες ταλιατέλες, ή το horats panir, ένα από τα πιο ακριβά τυριά, που ξεχωρίζει για την αιχμηρή γεύση και τον ιδιαίτερο τρόπο παρασκευής του (το όνομά του σημαίνει «θαμμένο τυρί»).

Μένοντας στο Γερεβάν, στο εστιατόριο «Vostan» θα γευτείτε κλασικά πιάτα αρμένικης κουζίνας σε γενναιόδωρες μερίδες. Το Dilijan, που απέχει 99 χλμ. από την πρωτεύουσα, αξίζει το ταξίδι δεδομένου ότι εκτός από το ανόθευτο φυσικό τοπίο διαθέτει και δύο γαστρονομικά διαμαντάκια. Αφενός το Arm Food Lab της ιστορικού τέχνης Ani Harutyunyan, η οποία ως αυθεντική locavore πειραματίζεται με τεχνικές και ντόπια υλικά, διοργανώνοντας ειδικά σεμινάρια όπου μοιράζεται όσα ανακαλύπτει. Αφετέρου, τον πέτρινο ξενώνα «Im Toon», μέσα στα πεύκα, ιδανικό σημείο να απολαύσετε τη διαμονή σας, ειδικά το χειμώνα, αλλά και ένα προσεγμένο γεύμα στην ατμοσφαιρική σάλα του συνοδεία επιλεγμένων τοπικών κρασιών.

Ο πολυχώρος «Machanents House» στο Ετσμιατζίν (κεντροδυτική Αρμενία) είναι επίσης ένας προορισμός με γαστρονομικό ενδιαφέρον. Ο χώρος είναι καλαίσθητος, με έντονα φολκλόρ στοιχεία και πολυάριθμα έργα τέχνης από μαθητές των σεμιναρίων που διοργανώνονται στην γκαλερί του. Το εστιατόριο σερβίρει καλομαγειρεμένα παραδοσιακά τοπικά πιάτα, αλλά η ατραξιόν εδώ είναι η πέστροφα που ψήνεται στους 700°C, στον ήλιο, μέσα σε τεράστιες κατασκευές σαν δορυφόρους.

Οινοτουρισμός στην Αρμενία

Στο βόρειο τμήμα της Αρμενίας, στις πλαγιές του βουνού Αραγκάτς, επισκεφτήκαμε οινοποιεία που παράγουν ιδιαίτερα κρασιά από αμπελώνες φυτεμένους σε βραχώδη ηφαιστειογενή εδάφη, με ιστορία οινοποίησης χιλιάδων ετών. Στο Armenian Wine, το μεγαλύτερο επισκέψιμο οινοποιείο της χώρας, οι γαλλικές ποικιλίες συνομιλούν δημιουργικά με τις αρμένικες.

Κοντά του βρίσκεται και το Van Ardi του Varuzhan Mouradian, οινοποιού με προηγούμενη καριέρα λογιστή, που καλλιεργεί κυρίως (αλλά όχι μόνο) τοπικές ποικιλίες, παράγοντας ενδιαφέροντα κρασιά. Εμπειρία ήταν η γνωριμία με την ομάδα της Trinity Canyοn Vineyards και τον Hovakim Saghatelyan, ο οποίος με θεατρικότητα μας σύστησε την γκάμα κρασιών που παράγει από τοπικές αλλά και ευρωπαϊκές ποικιλίες στην περιοχή Vayots Dzor.

Αρμένικοι νηστίσιμοι ντολμάδες (Tolma)

Υλικά

2 φλ. ρύζι τύπου Καρολίνα, πλυμένο
1 ματσάκι μαϊντανός, ψιλοκομμένος
1 ματσάκι κόλιαντρο, ψιλοκομμένο 
1 χούφτα αποξηραμένος δυόσμος
1 κ.σ. πάστα ντομάτας
½ κ. αμπελόφυλλα (από βάζο ή φρέσκα, ζεματισμένα)
2-3 κρεμμύδια, ψιλοκομμένα
1/3 φλ. έξτρα παρθένο ελαιόλαδο
αλάτι
γλυκιά πάπρικα

Εκτέλεση
Ζεσταίνουμε το ελαιόλαδο σε τηγάνι και σοτάρουμε τα κρεμμύδια να πάρουν χρυσαφί χρώμα. Προσθέτουμε το αλάτι και την πάπρικα και ανακατεύουμε. Διαλύουμε την ντομάτα σε μισό ποτήρι νερό και την προσθέτουμε στο τηγάνι μαζί με το ρύζι. Μαγειρεύουμε μέχρι το ρύζι να απορροφήσει το νερό. Μεταφέρουμε σε ένα μεγάλο δοχείο, προσθέτουμε τα μυρωδικά και ανακατεύουμε καλά. Αφήνουμε το μείγμα στο ψυγείο σκεπασμένο για μία ώρα για να δέσουν οι γεύσεις. Προσθέτουμε λίγο επιπλέον ελαιόλαδο αν στεγνώσει. Παίρνουμε μια φαρδιά, ρηχή κατσαρόλα και στρώνουμε τον πάτο με αρκετά αμπελόφυλλα. Σε μια επιφάνεια κοπής απλώνουμε κάθε αμπελόφυλλο με την εσωτερική πλευρά προς τα πάνω. Βάζουμε στο καθένα λίγη γέμιση στο κέντρο και το τυλίγουμε ως εξής: γυρίζουμε πρώτα τις άκρες προς το εσωτερικό και μετά το τυλίγουμε σε ρολό σφίγγοντας προς τα μέσα τις άκρες να κλείσουν τη γέμιση. Τοποθετούμε τα ντολμαδάκια στην κατσαρόλα σφιχτά το ένα κοντά στο άλλο, προσέχοντας η ένωση να βρίσκεται στο κάτω μέρος. Τοποθετούμε δεύτερη σειρά από πάνω κατά τον ίδιο τρόπο. Τα περιχύνουμε με 1½ ποτήρι χλιαρό νερό και μαγειρεύουμε σε μέτρια φωτιά μέχρι ν’ αρχίσει να βράζει το νερό. Χαμηλώνουμε τη φωτιά και μαγειρεύουμε για περίπου 45 λεπτά.

Ελευθερία Βασιλειάδη

banner
banner