Ο γαστροτουρισμός είναι η δυναμική ανανέωση της γευστικής εμπειρίας 01/08/2019

Το λένε όλες οι στατιστικές και οι έρευνες των φορέων που ασχολούνται συστηματικά με τον παγκόσμιο τουρισμό και τις τάσεις του, το πλέον ανερχόμενο και δημοφιλές trend για τους ταξιδιώτες ανά τον κόσμο είναι ο γαστρονομικός τουρισμός. Σύμφωνα με έρευνα του World Food Travel Association σε δέκα χώρες, το 93% των τουριστών που ταξιδεύουν για λόγους αναψυχής συμμετείχε σε μία γαστρονομική δραστηριότητα τα τελευταία δύο χρόνια. Ειδικά για τις ΗΠΑ, το 95% των ταξιδιωτών συμμετείχε σε μία δραστηριότητα γαστρονομικού τουρισμού και ο ρυθμός της αύξησης φαίνεται από το γεγονός ότι το αντίστοιχο ποσοστό το 2013 ήταν 77%, ενώ το 2007 μόλις 17%. Σύμφωνα με έρευνα δημοφιλούς πλατφόρμας booking, το ένα τρίτο των Βρετανών έκανε ένα εστιασμένο γαστρονομικό ταξίδι μέσα στο 2018.

Είναι λοιπόν προφανές ότι τα δεδομένα στην τουριστική αγορά, αλλά πάνω απ’ όλα στην ταξιδιωτική νοοτροπία έχουν αλλάξει. Σήμερα η γαστρονομία είναι παντού! Είναι ένα πολυδιάστατο τοπίο, όπου συναντιούνται η κοινωνία, η οικονομία, ο πολιτισμός, ακόμη και η πολιτική, με κοινό παρονομαστή το φαγητό. Η γαστρονομία έχει πλέον εκδημοκρατιστεί και η δημοφιλία της μετριέται σε εκατομμύρια likes, πετυχαίνοντας να βρίσκεται στα στόματα όλων,∙ όχι μόνο για να τη φας, αλλά για να τη συζητήσεις, να την κριτικάρεις όπως τη ζωγραφική και τον κινηματογράφο, και, φυσικά, να τη φωτογραφίσεις. Έχει εξελιχτεί σε ένα επικοινωνιακό φαινόμενο παγκόσμιας κλίμακας, που έχει μεγεθυνθεί από τα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης. Και όλες αυτές οι εξελίξεις είναι μετρήσιμες: λ.χ. στο Instagram υπάρχουν πάνω από 200 εκατομμύρια φωτογραφίες φαγητού. Ακριβώς γι’ αυτό έχει πολύ δίκιο ο κορυφαίος Βραζιλιάνος σεφ Alex Atala όταν ισχυρίζεται ότι πιο σημαντικό μέσο κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι ούτε το Instagram ούτε το Facebook, αλλά το φαγητό!

Και όταν αναφερόμαστε στη φυλή των foodies, δεν έχουμε στο μυαλό μας τους γκουρμέ παλιότερων εποχών, αλλά έναν λαίμαργο καταναλωτή γευστικής πληροφορίας, που συχνάζει με την ίδια άνεση στα κορυφαία εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας και στα πιο αστεράτα στέκια streetfood. Αυτό που ψάχνουν είναι η δυνατή εμπειρία και αυτές οι λέξεις σφραγίζουν τις προθέσεις των σύγχρονων ταξιδευτών, και ειδικά της φυλής των millennials. Οι τυπικές, mainstream διακοπές θεωρούνται passé. Το να κάνεις απλώς μπάνιο και να ζεις σε μια «τουριστική σαπουνόφουσκα», χωρίς ουσιαστική επαφή με τους ντόπιους και τον πολιτισμό τους, είναι δείγμα ξεπερασμένης νοοτροπίας. Το καλό φαγητό, τα ωραία εστιατόρια, οι τοπικές γεύσεις που δεν υπάρχουν αλλού, τα ιδιαίτερα κρασιά από αυτόχθονες ποικιλίες, οι τοπικές μικροζυθοποιίες και ποτοποιίες δίνουν εικόνες, ερεθίσματα και αναμνήσεις που γεμίζουν την ψυχή.

Μιλάμε τόσην ώρα για γαστρονομικό τουρισμό και για τους λόγους που τον έχουν αναδείξει στην πεμπτουσία της ταξιδιωτικής ευζωίας σήμερα, ωστόσο ο καθένας μπορεί να έχει πολύ διαφορετικά πράγματα στο μυαλό του και να διαλέξει, από τις πάμπολλες εναλλακτικές προτάσεις, τα σενάρια που ταιριάζουν καλύτερα στα ενδιαφέροντά του. Σύμφωνα λοιπόν με τον όσο το δυνατόν απλούστερο και αρκετά γενικό –ώστε να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα– ορισμό που δίνει ο World Food Travel Association, «γαστρονομικός τουρισμός είναι το να ταξιδεύεις για τη γεύση ενός τόπου προκειμένου να αποκτήσεις μια αίσθηση από αυτόν»· να μπεις έστω και λίγο στο πετσί του σε ελεύθερη μετάφραση. Αυτός ο ορισμός χωράει τόσο τους «οινο-παρμένους» wine lovers όσο και τους «γευσι-μανείς» ευζωιστές, που ψάχνουν τις πιο αυθεντικές ταβέρνες τοπικής κουζίνας και τα καλύτερα γκουρμέ εστιατόρια, αυτούς που χτυπάνε την πόρτα των μικρών παραγωγών αλλά και τους cocktail aficionados.

Ο γαστροτουρίστας, πάντως, είναι ένα είδος ταξιδιώτη που φαίνεται ότι άρχισε να αναπτύσσεται και να ενηλικιώνεται στις αρχές του 2000· οι αναλυτές του, δε, καταγράφουν δεκατρείς διαφορετικούς τύπους, συνδυάζοντας τη γεύση με την ψυχολογία. Πιο δημοφιλής ανάμεσά τους αυτός που αναζητά την καινοτομία. Ακολουθούν οι κυνηγοί της αυθεντικότητας, της τοπικότητας και της περιπέτειας, ενώ σε άνοδο βρίσκεται και ο βαμμένος γκουρμέ, μια και οι τηλεοπτικοί διαγωνισμοί μαγειρικής έχουν παίξει τον ρόλο τους στο να απαλειφθεί το στίγμα του ελιτισμού που συνόδευε παλιότερα την υψηλή γαστρονομία. Σε όποια κατηγορία κι αν ανήκει, ωστόσο, ο foodie traveller αναζητά κάτι πολύ περισσότερο από ένα γεύμα, θέλει να ζήσει μια εμπειρία.

Με τη δυναμική που έχει αποκτήσει ο γαστρονομικός τουρισμός δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότερες χώρες κάνουν κινήσεις συστηματικής προβολής και γαστρονομικής διπλωματίας. Να, όπως το project προώθησης της ταϊλανέζικης κουζίνας παγκοσμίως, το πρώτο που κινείται επισήμως από κυβέρνηση κράτους, που είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν τα Τhai restaurants ανά τον πλανήτη από 5.500 το 2002 σε 10.000 το 2013! Ακόμη φωτεινότερο παράδειγμα το Περού, που κατάφερε να μιλάνε όλα τα μίντια για την κουζίνα του ως την πιο καυτή γευστική τάση στον πλανήτη. Η κυβέρνηση χάραξε μια μακρόπνοη εθνική στρατηγική στα ζητήματα γεύσης και συνέπραξε με κορυφαίους παράγοντες της περουβιανής γαστρονομίας, όπως ο διάσημος σεφ Gastón Acurio, αλλά και με παραγωγούς των πιο χαρακτηριστικών προϊόντων της. Αποτέλεσμα; Το 40% των τουριστών που πήγαν στο Περού το 2013 είχε ως κύριο κίνητρο την περουβιανή κουζίνα, γεγονός που υπολογίζεται ότι έφερε στη χώρα επιπλέον έσοδα 700 εκατ. δολαρίων!

Για να μη μιλήσουμε για τη Γαλλία και την Ιταλία, οι οποίες έχουν την εθνική γαστρονομία, καθημερινή και υψηλή, στο DNA τους και την προβάλλουν με χίλιες δυο οργανωμένες προτάσεις, δείχνοντας έτσι πόσο περήφανοι είναι για τον γευστικό τους πολιτισμό. Ή για την Ισπανία που έχρισε τον Ferran Adrià πρεσβευτή του τουρισμού της στην καμπάνια της σε Ασία, ­Ευρώπη και Αμερική το 2010.

Στην Ελλάδα όμως, όπου ο τουρισμός, όπως ακούμε διαρκώς, αποτελεί τη βαριά μας βιομηχανία, τι κάνουμε; Είναι γεγονός ότι ο γαστρονομικός τουρισμός αναπτύσσεται και όλο και περισσότεροι επαγγελματίες και φορείς αντιλαμβάνονται τη σημασία του. Η πρώτη δυναμική πρωτοβουλία που έχει καταγραφεί μέχρι τώρα, προβάλλοντας συντονισμένα τη γαστρονομία σε διεθνές επίπεδο, ήταν η κήρυξη του 2013 ως Έτους Γαστρονομίας στη Σαντορίνη από τον Δήμο Θήρας, ενώ πολύ σημαντική είναι και η διάκριση του Νοτίου Αιγαίου ως Γαστρονομικής Περιφέρειας της Ευρώπης 2019 – καθόλου τυχαία σε αυτήν την περιοχή είχε γίνει προεργασία για την προώθηση της τοπικής κουζίνας μέσω του Δικτύου Aegean Cuisine. Μια συντονισμένη προβολή της μακεδονικής κουζίνας, αρχίζοντας από τη μελέτη των συνταγολογίων κάθε περιοχής και την ένταξη σε αυτά Προϊόντων Ονομασίας Προέλευσης, γίνεται και στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας.

Ο γαστροτουρίστας, πάντως, είναι ένα είδος ταξιδιώτη που φαίνεται ότι άρχισε να αναπτύσσεται και να ενηλικιώνεται στις αρχές του 2000· οι αναλυτές του, δε, καταγράφουν δεκατρείς διαφορετικούς τύπους, συνδυάζοντας τη γεύση με την ψυχολογία. Πιο δημοφιλής ανάμεσά τους αυτός που αναζητά την καινοτομία.

Σε τοπικό ή διεπαγγελματικό επίπεδο έχουμε δει επίσης πολύ σοβαρές και αξιόλογες προσπάθειες, όπως οι Δρόμοι του Κρασιού σε διά­φορες περιοχές ή ο Δρόμος του Ελαιόλαδου στην Πελοπόννησο, το εξαιρετικό Tinos Food Paths, τα συνέδρια για τα τυριά της Μύκονου, οι συστηματικές προσπάθειες μεγάλων ξενοδοχείων να παρουσιάσουν αναβαθμισμένη την ελληνική κουζίνα στα εστιατόριά τους και να εντάξουν στα μενού τους τοπικά προϊόντα καθώς και η ωραία ιδέα του ελληνικού πρωινού στις μονάδες φιλοξενίας, που όμως δεν έχει προχωρήσει όσο θα μπορούσε, τα προσεγμένα μαθήματα ελληνικής κουζίνας που οργανώνονται στην επικράτεια και άλλα πολλά...

Και, φυσικά, όλη αυτή η ραγδαία γαστρονομική εξέλιξη των εστιατορίων στην Ελλάδα αποτυπώνεται ανάγλυφα και στους Χρυσούς Σκούφους, και στα Βραβεία Ελληνικής Κουζίνας, που έχουν συμβάλει σημαντικά στην ανάδειξη της τοπικής γαστρονομικής σκηνής και στη συνειδητοποίηση των προοπτικών της διασύνδεσής της με τον τουρισμό. Σίγουρα όμως έχουμε να διανύσουμε πολύ δρόμο για να πούμε ότι γίνεται σοβαρή και συντονισμένη δουλειά σε εθνικό επίπεδο για τον γαστρονομικό τουρισμό. Αυτό που λείπει είναι μια κεντρική διαδικτυακή ομπρέλα που συνδέει μεταξύ τους αυτές τις προσπάθειες, δίνοντας έμπνευση, ιδέες και πληροφορίες σε όποιον ενδιαφέρεται να υλοποιήσει ερεθιστικές γαστροτουριστικές δράσεις, τόσο για ξένους όσο και για εσωτερικούς τουρίστες.

Δημήτρης Αντωνόπουλος