Οι κριτικές του κοινού

Οι μίμοι

Κωμωδία του Ηρώνδα
Διαρκεια : 70 '

Σκηνοθ.:Άν. Κοκκίνου
Ερμηνεύουν: Ρ. Κυριαζή, Ν. Νίκας, Ρ. Λυτού, Άν. Κοκκίνου, Ειρ. Κουμπαρούλη. Σκην.: Κ. ΜακΛέλαν. Κοστ.: Μ. Μέγκλα. Μουσ.: Ν. Βελιώτης. Φωτ.: Μ. Μάσχα.

Πληροφορίες Πληροφορίες για τη παράσταση

Οι κριτικές του κοινού

Προσθέστε στο blog ή στο site σας τα αστεράκια των χρηστών του αθηνόραμα για αυτή την παράσταση κάνοντας copy – paste τον παρακάτω html κώδικα

Μορφοποίηση
Επιλέξτε πλάτος



px
Επιλέξτε μέγεθος κειμένου



Εμφάνιση τίτλου

Επιλέξτε χρώμα

  • Κατερινα πριν από 2 μήνες

    Χρωματιστη, χαρουμενη παρασταση με εξαισιες μασκες. Καποια σημεια ηταν ακατονοητα αλλα δεν με ενοχλησε.
    Μπραβο σε ολους.Το αγορι Αλκινοος Δωρης ξεχωρισε για την ενεργεια και την επαφη του με τη μασκα.

  • S&P πριν από 2 μήνες

    1 αστεράκΑ Άγριο φλερτ με το kitsch..

  • Κωνσταντινος Βασιλείου πριν από 2 μήνες

    Μιμίαμβοι
    Ηρώνδα, θέατρο Σφενδόνη
    Η Έλλη Κοκκίνου, ανέσυρε από την πλούσια Ελληνική γραμματεία πολύτιμα ευρήματα, που διανθίζουν την εγχώρια πολιτιστική ζωή. Οι «Μιμίαμβοι» του Ηρώνδα (έζησε τον 3ο π.Χ. αιώνα), που βρέθηκαν σε πάπυρο στην Αιγυπτιακή πόλη Μεγίρ, το έτος 1891, είναι οι “Φιλιάζουσαι ή Ιδιάζουσαι” (=Οι επιστήθιες φίλες), “Tο Όνειρο”, “ο Σκυτεύς (= παπουτσής) και οι Κοπέλες”, “H Ζηλιάρα”, “O Πορνοβοσκός”, “H Μαστρωπός”, “O Διδάσκαλος” και “Οι προσκυνήτριες του Ασκληπιού”, οι οποίοι ανήκαν σε λογοτεχνικό είδος, προϋπάρχον του θεάτρου της κλασικής περιόδου. Οι μιμίαμβοι ήταν ολιγόστιχα θεατρικά δρώμενα, εκατό περίπου στίχων, μονόπρακτα, με θέματα αντλημένα από την καθημερινότητα και τις ανθρώπινες αδυναμίες. Η πλοκή καθενός εξαντλείτο σε ένα επεισόδιο, που στόχευε να φαιδρύνει τους θεατές στους δρόμους και σε πρόχειρα θέατρα. Διακρίνονται από μια νατουραλιστική αισιοδοξία και επιβάλλουν ένα είδος ελαφρότητας, ήτοι μια κωμική εικόνα, άρα μια περιγραφή ανθρώπινων εκτροπών, η οποία αναπλάθει αυτοκριτικό λόγο, σαρκάζοντας τις πράξεις ευτελών αποκυημάτων του κοινωνικού παρασκηνίου, εκτυπώνοντας έναν αποκαλυπτικό ρεαλισμό, μέσα σε έντονα υποκριτικά ψηφιδωτά προς ταχεία τέρψη των δοκιμαζομένων τάξεων. Η λέξη “μιμίαμβος” είναι σύνθετη. Αποτελείται: α).- από τους ίαμβους, δηλαδή σκωπτικά ποιήματα, σαρκαστικά, πολλάκις υβριστικά και χυδαία, που προορίζονταν πρωτευόντως για ανάγνωση, αλλά με την πάροδο του χρόνου παίζονταν στις πλατείες των πόλεων και σπάνια σε αυτοσχέδιες σκηνές και β).- από τους μίμους, ήτοι ομάδες ηθοποιών, που διακωμωδούσαν τα τρέχοντα και επιδίδονταν σε πειράγματα ή σε απαγγελία ιάμβων («μιμείσθαι σύμφυτον τοις ανθρώποις», Αριστοτέλης, Ποιητική).
    Φημισμένος μιμογράφος θεωρείται ο Σώφρων, ο Συρακούσιος (5ος αιώνας π.Χ.), του οποίου σώζονται μόνο οι τίτλοι των έργων του και ελάχιστα αποσπάσματα (Ακκέστριαι = μοδίστρες, Θυννοθήρας = ψαράς των τόνων, Νυμφοπόνος = προξενήτρα και Πενθερά). Ο Σωτάδης, ο Κρής (4ος αιώνας π.Χ.) από την Μαρώνεια της Κρήτης, περίφημος “κιναιδογράφος” («Εις Αΐδου κατάβασις, Κίναιδοι, Αμαζών, Πρίηπος), διακρίθηκε για τις παρωδίες και τις αισχρολογίες του.
    Ο Ηρώνδας (ή Ηρώδης ή Ηρωΐδας ή Ηρώδας) αρεσκόταν να περιγράφει και να σχολιάζει τον ακόλαστο και χαμερπή βίο, θέματα, στα οποία είχε εξειδικευθεί ο Εφέσιος Ιππώναξ (6ος αιώνας π. Χ.), επινοητής του χωλίαμβου (ή σκάζοντος ιάμβου =ο τελευταίος πούς σπόνδειος, στη θέση του απλού τοιούτου - μακρά αντί βραχείας συλλαβής, με συνέπεια την πρόκληση θυμηδίας). Κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν οι αυτοσχεδιασμοί, δηλαδή αυθόρμητες φάρσες, που απαντώνται κατά κόρον στην Commedia dell’ Arte, με αυτονόητη βέβαια την ατομική ικανότητα του ηθοποιού ή του απαγγελέα.
    Στην θεματογραφία των “Μιμιάμβων” του Ηρώνδα περιλαμβάνονται ανάμεσα σε άλλα: Ο διδάσκαλος που, υπό τα παράπονα μιας μητέρας για τον απείθαρχο και τεμπέλη γιό της, τον ξυλοκοπά ή η μαστροπός που προσπαθεί να πείσει ανεπιτυχώς τη σύζυγο του απόντος ναυτικού να συνάψει ερωτική σχέση με έναν χειροδύναμο αυλήτη ή μια αξιοπρεπής κυρία, που συνουσιάζεται με τον δούλο της και τον ζηλεύει παράφορα ή η γυναίκα που ρωτούσε τη φίλη της ποιος την προμήθευσε ένα δερμάτινο ανδρικό πέος (βαυβώνα).
    Ο μέγας Αλεξανδρινός Κωνσταντίνος Καβάφης, εμφανώς συγκινημένος από την ανακάλυψη των στίχων του Ηρώνδα συνέθεσε το ποίημα “Οι μιμίαμβοι του Ηρώδη” (1892), στο οποίο αποτυπώνει με δωρική λιτότητα τα θέματα των ποιημάτων αυτών: Επί αιώνας μένοντες κρυμμένοι/ εντός του σκότους Αιγυπτίας γης/ μέσω τοιαύτης απελπιστικής σιγής/ έπληττον οι μιμίαμβ' οι χαριτωμένοι·/ αλλά επέρασαν εκείν' οι χρόνοι,/ έφθασαν από τον Βορρά σοφοί/ άνδρες, και των ιάμβων έπαυσ' η ταφή/ κ' η λήθη. Οι ευτράπελοί των τόνοι/ μας επανέφεραν τας ευθυμίας/ ελληνικών οδών και αγορών·/ κ' εμβαίνομεν μαζύ των εις τον ζωηρόν/ βίον μιας περιέργου κοινωνίας./ Μας απαντά ευθύς πονηροτάτη/ μεσήτρια που σύζηγον πιστήν/ ζητεί να διαφθείρη! Πλην την αρετήν/ γνωρίζει η Μητρίχη να φυλάττη./ Άλλον κατόπιν βλέπωμεν αχρείον/ όστις κατάστημά τι συντηρεί/ και άνδρα Φρύγα εμμανώς κατηγορεί/ ως βλάψαντα το - παρθεναγωγείον./ Δύο πολύλογοι, κομψαί κυρίαι/ επίσκεψιν εις τον Ασκληπιόν/ κάμνουν· φαιδρύνουν δε μεγάλως τον ναόν/ αι νοστιμώταταί των ομιλίαι./ Εις μέγα εργοστάσιον σκυττέως/ εμβαίνομεν με την καλήν Μητρώ. Ωραία πράγματα εδώ κείντ' εν σωρώ/ εδώ ευρίσκετ' ο συρμός ο τελευταίος./ Πλην πόσα έλλειψαν εκ των παπύρων·/ πόσον συχνά των μιαρών σηρών βορά/ έγινεν ίαμβος λεπτός και είρων!/ Ο ατυχής Ηρώδης, καμωμένος/ δια τα σκώμματα και δια τα φαιδρά,/ τι σοβαρά μας ήλθε πληγωμένος!
    Η Ελένη Κοκκίνου, ως σκηνοθέτης και ηθοποιός, όπως εμφανώς προκύπτει από τη διασκευή του θέματος, είχε εμβριθώς μελετήσει τα κείμενα και τα συνέθεσε σε μια ενότητα, ώστε να εμφανίζουν σκηνική ροή και να μην ξενίζουν τους μη εθισμένους θεατές στην θεατρική ιδιομορφία των μιμιάμβων, που εστερούντο της τελετουργικής μεγαλοπρέπειας της τραγωδίας, κυρίως όμως της συνθετικής σύλληψης, που σε συνδυασμό με τον Χορό, απέδωσαν στην τέχνη της Θυμέλης, την αναγκαία συγκροτημένη διάρθρωση και δομή, στοιχεία απαραίτητα για την ολοκλήρωση, το ηθικό δίδαγμα και την τελική κάθαρση των ψυχών. Η εγκεφαλική ιέρεια της σκηνής δίδαξε τους ηθοποιούς με επιμέλεια και τους κατέστησε κοινωνούς των αναδιδομένων υπό των μιμιάμβων μηνυμάτων, διότι έπρεπε να διαχυθεί στην ατμόσφαιρα, πως τα επί μέρους επεισόδια, παρ’ όλη την αποσπασματικότητά τους, ουσιαστικά στόχευαν όλα στην ειρωνεία, στη στηλίτευση προσώπων και καταστάσεων, στην ανάδειξη των κακώς κειμένων. Στην προσπάθειά της αυτή είχε συμπαραστάτες: τον Κένι Μακ Λέναν, ο οποίος με τα μινιμαλιστικά σκηνικά, δηλαδή τους δύο ημιδιαφανείς οικίσκους, προσωρινό κατάλυμα των ηθοποιών και τον υπερυψωμένο διάδρομο, που εξασφάλιζε άνετη κίνηση, προσέθεσε τη δική του πινελιά στην όλη επιτυχία, την Μάρθα Φωκά, που φώτισε το διέτρεχον όλη τη παράσταση σκωπτικό ύφος, μέσω των οποίων απογαλακτίστηκαν τα δρώμενα από τα πρόσωπα των υποκριτών και απέδωσαν με γλαφυρότητα τους χαρακτήρες, την Ματίνα Μέγκλα, που με ευφάνταστα, φανταχτερά, πολύχρωμα κοστούμια φαίδρυνε αρκούντως την ατμόσφαιρα, την Ανδρονίκη Μαραθάκη, η οποία με γρήγορες και ακριβείς κινήσεις ενεργοποίησε τα αλληγορικά προσωπεία της σκηνής, τον Νίκο Βελιώτη, που με τα μουσικά του ακούσματα, ανέβασε την αναγκαία για το όλο έργο ταχύτητα και χρωμάτισε επιτυχώς τα απανωτά συμβάντα.
    Η Άννα Κοκκίνου, ως ηθοποιός, απέδωσε με φαινομενική ανεμελιά τον ρόλο του κίναιδου μαστρωπού, που ενώπιον δικαστηρίου παρεπονείτο για την κλοπή μιας «δικής της» πόρνης της και υπερασπιζόταν το «φιλάνθρωπο» επάγγελμα της. Υποδύθηκε επίσης κάποιο αναιδές θηλυκό, που με χαρακτηριστικό την πλήρη άγνοιά της, αποτιμούσε διάφορα έργα τέχνης μέσα στον ναό του θεού Απόλλωνα. Κα στις δύο εμφανίσεις της επέδειξε στόφα μεγάλης ηθοποιού.
    Οι λοιποί ηθοποιοί (Ρηνιώ Κυριαζή, Νίκος Νίκας, Ρίτα Λυτού, Αλκίνοος Δωρής και Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου) έδωσαν όλο του στο είναι σε ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα. Μελετημένοι, γνώστες του κειμένου και του πνεύματος που διέπει τους μιμιάμβους, συνετέλεσαν αποφασιστικά στην επιτεύξη ενός δύσκολου εγχειρήματος, αφού όφειλαν να συνδράμουν αποφασιστικά την σκηνοθέτη, στην μεταφορά στίχων, χαμένων για 2300 χρόνια, γραμμένο κάτω από άλλες συνθήκες και νοοτροπίες.
    Ο Ηρώνδας με τους ιδιοφυείς μιμιάμβους του, πέραν του ότι απέδειξε την ευστροφία και άγνωστες πτυχές του Ελληνικού πνεύματος, γνώρισε επί τέλους μια εναλλακτική παρουσίαση, αφού η Έλλη Κοκκίνου, μετέτρεψε αυτόνομες και μη σχετιζόμενες μεταξύ τους ποιητικές δημιουργίες, σε ενιαία, άρτια θεατρική παράσταση, ενοποιώντας αριστοτεχνικά τα επί μέρους επεισόδια, προσθέτοντας αδιόρατα την έννοια του Χορού, με τις συχνές σκηνικές εμφανίσεις όλων μαζί των ηθοποιών.
    Μάρτιος 2019 Κ.Γ. Βασιλείου


  • Νίκος Δεληνικόλας πριν από 3 μήνες

    5 αστεράκΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ. ΛΕΠΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ. ΘΑΥΜΑΣΙΕΣ ΜΑΣΚΕΣ

  • Giannakos πριν από 3 μήνες

    1 αστεράκΑ Οσοι πιστέψουν ότι η παράσταση αναβιώνει κάποιο ξεχασμένο αρχαίο κείμενο, θα απογοητευτούν άσχημα. Πρόκειται για απαράδεκτο συνοθύλευμα ασυναρτισιών και χαζομάρας. Ντροπή να προβάλλουν κάτι τέτοιο. Λυπάμαι.

  • Αίας πριν από 3 μήνες

    5 αστεράκΑ Πολύ καλή παράσταση. Ωραίες ερμηνείες, καρτουνίστικες με όλο το βάθος όμως του ανθρώπινου ψυχισμού. Οι μάσκες εξαιρετικές. Η Άννα Κοκκίνου καθηλωτική.

  • Αρετή πριν από 3 μήνες

    5 αστεράκΑ Μια εντελώς διαφορετική, ασυνήθιστη, ευχάριστη παράσταση!!!
    Ένα ολοζώντανο κουκλοθέατρο με μαριονέτες τους καταπληκτικούς ηθοποιούς!
    Υπέροχες οι ερμηνείες. η κίνηση, τα κουστούμια , οι μάσκες, η μουσική......
    Η πολύ μοντέρνα αυτή σκηνοθεσία, προσέγγισε τα  θεατρικά   σκετς του Ηρώνδα με πολύ σεβασμό, που οι ιστορικοί πιθανολογούν  ότι τα έπαιζαν στους δρόμους και στα συμπόσια στην αρχαία Ελλάδα....και είχαν πολύ βωμολοχία η οποία όμως απουσίαζε από την παράσταση.
    Στους λάτρεις του αυστηρά κλασικού θεάτρου δεν θα αρέσει καθόλου αυτό το είδος της σκηνοθετικής προσέγγισης, ενώ σε όσους αρέσουν οι νέες θεατρικές εμπειρίες θα την λατρέψουν αυτή την παράσταση!
    Σίγουρα πάντως αξίζει  της προσοχής σας......

  • Toyla πριν από 3 μήνες

    5 αστεράκΑ Παρασταση που με ενθουσιασε!Γελασα,θαυμασα την αεικινητη κ.Κοκκινου,τα υπεροχα κοστουμια,και τον θιασο που επαιζαν με χαρη και χιουμορ.Ενα τοσο παλιο κειμενο αλλα τοσο συγχρονο!Μπραβο!!