Συνέντευξη

Χριστίνα Σουγιουλτζή: «Μπορούμε να επικοινωνήσουμε κάτι έξω από αυτή τη μεγάλη φυσαλίδα του χορού;»

Από -

Η Χριστίνα Σουγιουλτζή, χορογράφος της ομάδας Κι όμΩς κινείται, μας μίλησε για τον εκρηκτικό συνδυασμό τσίρκου και χορού, αλλά και για τις παραγωγές που θα δούμε το επόμενο διάστημα.

Τσίρκο, χορός, ακροβατικά, περφόρμανς, μουσική, πώς συνδέονται όλα αυτά;
Συνδέονται εξ ορισμού της ομάδας. Όταν βρεθήκαμε με τον Καμίλο το 2003, αυτός ήταν από τον κόσμο του τσίρκο εντελώς κι εγώ από τον κόσμο του χορού εντελώς, δεν είχαμε καμία άλλη πληροφορία ο ένας για τον κόσμο του άλλου. Η αρχική ιδέα της ομάδας είναι πώς μπορούμε να φέρουμε αυτούς τους δύο κόσμους μαζί, επειδή ο ένας είχε γοητευτεί από το πλαίσιο της τέχνης του άλλου. Ο Καμίλο είχε γοητευτεί από την «ιερότητα» του χορού, από το βαθμό της συγκέντρωσης που θέλει κι από το πώς ο ρυθμός σε ρουφάει και πώς μπορείς να γίνεις ένα με τη μουσική, πράγματα που του φαινόντουσαν εντελώς πνευματικά. Εμένα με είχε συναρπάσει η εξωστρέφεια του τσίρκο, η αλήθεια του, ότι δηλαδή έχει κοφτές δηλώσεις, πολύ απλές δράσεις, ευθεία απεύθυνση στον άλλο, δηλαδή του ζητάς να συμμετέχει. Στο τσίρκο κοιτάς τον άλλον στα μάτια και του λες να έρθει μαζί σου δηλαδή να εκπλαγεί, να συγκινηθεί, να αντιδράσει. Αντίθετα, στο χορό τον βάζεις απ’ έξω να παρακολουθήσει κάτι που συμβαίνει στο χορευτή.
Η ζωντανή μουσική ήρθε, όταν καταλάβαμε ότι ο κόσμος του (σύγχρονου) τσίρκο περιέχει πάρα πολλές τέχνες, και ο χορός δεν υπάρχει χωρίς το πλαίσιο της μουσικής. Εντέλει, είναι εντελώς διαφορετικό το να παίζεις με cd αντί για όργανα, άλλο πράγμα.

Πώς επιλέγετε τη θεματολογία σας; Από τη μία είδαμε τον «Ερωτόκριτο» με τους Χαϊνηδες κι από την άλλη το «Μάστερ και Μαργαρίτα» του Μπουλγκάκοφ.
Κάπως η προηγούμενη παράσταση φέρνει την επόμενη, δηλαδή κενά και πράγματα που δεν απάντησε μία παράσταση και μείνανε άδειες περιοχές, έρχεται μια επόμενη παράσταση να τα καλύψει. Η ιδέα του «Μάστερ και της Μαργαρίτας» υπάρχει πάρα πολύ καιρό, αλλά επειδή είναι μυθιστόρημα κι έχει τόσους πολλούς χαρακτήρες, το αφήναμε πάντα και δεν ασχολούμασταν μαζί του. Είναι ένα έργο που στο δικό μου το μυαλό είναι εντελώς συνυφασμένο με το τσίρκο για κάποιο λόγο. Έτσι, όταν βρέθηκε η σύνδεση με τον κονστρουκτιβισμό και τη σκαλωσιά, έφτασε να γίνει παράσταση.
Οι Χαΐνηδες, ο Δημήτρης Αποστολάκης συγκεκριμένα που φέρει κι αυτό το κομμάτι της παραδοσιακής μουσικής, έρχονται μετά την παράσταση του «Purgatorio» πιο πολύ και τη σχέση της ομάδας με τη Sinequanon, που έκανε την πρώτη κίνηση να μπλέξει με ελληνική μουσική. Άρχισε τότε ένας μεγάλος διάλογος: Πώς χορεύεις τη μουσική που έχεις συνηθίσει από τον τόπο σου να χορεύεται κάπως αλλιώς, πώς διαχειρίζεσαι το ηχόχρωμα της Ελλάδας ας πούμε. Κι από εκεί άνοιξε ένας μεγάλος κύκλος, ο οποίος έκλεισε κάπως με τον «Ερωτόκριτο».

Έχουν όμως και οι δύο παραστάσεις κάτι το «επαναστατικό». Είναι η επανάσταση ένα θέμα που μπορεί να πιαστεί κάποιος ή μάλλον, μπορεί η τέχνη να θεωρηθεί επαναστατική πράξη;
Η αλήθεια είναι ότι ούτε η δική μου κοινωνική τάξη, ούτε του Καμίλο είναι αυτές που «κανονικά» θα έπρεπε να μας οδηγήσουν να κάνουμε αυτή τη δουλειά. Ούτε να έχουμε αυτή την ενασχόληση, ούτε να έχουμε δικαίωμα λόγου σε αυτό το χώρο. Δεν πιστεύουμε ότι είμαστε σε μια «ευτυχισμένη» περιοχή της ανθρωπότητας που όλα πάνε καλά. Ναι, με οποιονδήποτε τρόπο μπορεί ο καθένας, προσπαθεί να φανταστεί έναν καινούργιο κόσμο ή να οραματιστεί κάτι που θα μπορούσε να πηγαίνει καλύτερα ή τουλάχιστον να απαντήσει με χιούμορ σε κάτι που δεν πάει καλά.
Το ζήτημα δεν είναι να αναπαράξουμε τη βία και την πίκρα, το θέμα είναι να οραματιστούμε έναν άλλο τρόπο, όπως το δηλώνει ο «Μάστερ και η Μαργαρίτα», να φύγεις από αυτό το σύμπλεγμα των αρρωστημένων σχέσεων. Νομίζω ότι η τέχνη μας είναι το καλύτερο μέσο, δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο τρόπο.

Η πρόσφατη δουλειά σας έχει τον τίτλο «la μπάντα de la nada» σε μετάφραση «Η μπάντα του τίποτα». Τι σημαίνει αυτό για εσάς;
Το «la μπάντα de la nada» , είναι μία αυτο-σάτιρα, στη διαδικασία που μπαίνουμε να κάνουμε μία παράσταση. Αυτό που είναι στην πραγματικότητα το έργο, είναι μια συρραφή κάποιων ηχητικών τοπίων από προηγούμενες παραστάσεις, έτσι όπως θα θέλαμε να είχαν γίνει, αλλά δεν γίνανε γιατί δεν χωρούσαν στην παράσταση.
Σε μια παράσταση χορού δεν μπορείς να βάλεις λόγο, ούτε μπορείς να γελοιοποιήσεις το χορευτή, ούτε μπορείς να κάνεις πολλές «κοιλιές», γιατί πρέπει να κρατήσεις το τέμπο, πρέπει οι ερμηνευτές να είναι «γοητευτικοί» κλπ. Οπότε με αφορμή αυτή τη συρραφή κομματιών που δεν χώρεσαν στις προηγούμενες παραστάσεις, είναι κάπως μια πιο -αν πετύχει- ιδεολογική δήλωση της ομάδας, μία σάτιρα, μία φάρσα, ένα μπουρλέσκ στοιχείο του τι βιώνουμε ως θέαμα. Δηλαδή τι πρέπει να συμβαίνει σε μια παράσταση χορού από την ανάποδη.

Από την ανάποδη...Στην παράσταση έχετε αντιστρέψει τους παραδοσιακούς όρους: Οι θεατές βρίσκονται στη σκηνή και οι περφόρμερ παντού. Με ποιο σκεπτικό το κάνατε;
Θέλουμε να έρθουμε κοντά με τον κόσμο, χωρίς να τον αναγκάσουμε να κάνει κάποια διάδραση, του τύπου «έλα να χορέψουμε μαζί», κάτι που κάποιες φορές εμείς όταν έχουμε βρεθεί στο ρόλο του θεατή μας έχει κάνει να νιώσουμε λίγο αμήχανα, οπότε τον έχουμε βάλει στο χώρο που παραδοσιακά βρισκόμαστε εμείς, δηλαδή πάνω στη σκηνή. Έχουμε τοποθετήσει κάποια φώτα και προσπαθούμε να βρεθούμε σε απόσταση αναπνοής από τον κόσμο, αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτός πρέπει να κάνει κάτι. Απλά βρισκόμαστε δίπλα σε κάποιες στιγμές. Αυτή η εγγύτητα ανάποδα, δηλαδή αυτοί από τη σκηνή κι εμείς από τα καθίσματα, παίζοντας ένα βίντεο πίσω, μια ανόργανη συνθήκη θέασης.
Υπάρχει μία σκηνοθετική οδηγία του Καμίλο, η οποία είναι να γίνονται συνέχεια «κοιλιές» και ανόργανες αλλαγές, δηλαδή όλα τα λάθη που δεν θα συγχωρούσε μια «αρμονική» και «αισθητικά όμορφη» παράσταση χορού, όλα αυτά που προσπαθούμε να κρύψουμε σε μια παράσταση χορού.

Η ιδέα της επιτυχημένης παράστασης σας «Μάστερ και Μαργαρίτα», που θα παιχτεί τον Ιούλιο (23/7) και, στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας πως προέκυψε; Βρισκόμασταν σε μια σχολή χορού που είχαμε νοικιάσει κι εκεί, νιώσαμε κάπως εγκλωβισμένοι. Θέλαμε να φύγουμε. Έτσι, αποφασίσαμε να αγοράσουμε μια τέντα τσίρκο και προσπαθήσαμε αλήθεια να την αγοράσουμε, αλλά ήταν πάρα πολύ ακριβό το εγχείρημα. Το έργο που είχαμε σκεφτεί ότι θα ταίριαζε αν βάζαμε αυτή την τέντα τσίρκο στην Αθήνα, ήταν το «Μάστερ και Μαργαρίτα», γιατί ήταν ένα ονειρικό μέρος, ένας άλλος χώρος που θα ήταν το ιδανικό να παιχτεί αυτή η παράσταση.
Τελικά η τέντα δεν έγινε, έμεινε μόνο η σκαλωσιά (γέλια), το μικρό από μέσα σπιτάκι, αλλά τελικά την κάναμε έτσι, αυτή ήταν η αφορμή για να γίνει αυτή η παράσταση.

Τι λείπει από τα φεστιβάλ χορού που γίνονται στην Ελλάδα;
Δεν είναι τα φεστιβάλ το ζήτημα. Το ζήτημα είναι ότι ο χορός είναι μια πάρα πολύ ανήλικη τέχνη, δηλαδή δεν μπορούμε να πούμε ότι πραγματικά λειτουργεί κοινωνικά. Δεν είναι όπως το θέατρο της Επιδαύρου ή το μπαλέτο ή μια όπερα ή μια ροκ συναυλία, που πάει ο κόσμος να τη δει επειδή βλέπει αυτό συγκεκριμένα. Ο σύγχρονος χορός δεν έχει τέτοια, οπότε και τα φεστιβάλ και οι παραστάσεις, είναι αναγκασμένες να απευθύνονται -αυτό είναι που μας τρώει εμάς- πάλι σε μία μερίδα χορευτών που βλέπουμε οι φίλοι τους φίλους και οι συνάδελφοι τους συναδέλφους. Είναι ένας κόσμος που ανακυκλώνεται συνέχεια και δεν γίνεται ποτέ το μπραφ να σπάσει αυτό να δούμε τελικά: μπορούμε να επικοινωνήσουμε κάτι έξω από αυτή τη μεγάλη φυσαλίδα του χορού; Αυτό είναι το στοίχημα, δηλαδή εμείς δεν μπορούμε να διανοηθούμε να παίξουμε σεζόν. Οπότε δεν μπορούμε να πούμε ότι ο χορός είναι μια τέχνη που επικοινωνεί.

Άρα είναι και δύσκολο να επικοινωνήσετε με τους φορείς πολιτισμού και να ζητήσετε υποστήριξη;
Ακριβώς. Νομίζω πως πρέπει να είμαστε πάρα πολύ αυστηροί με τους εαυτούς μας, για να μπορέσουμε να λύσουμε αυτό το πρόβλημα, γιατί δεν ξέρω ποιον αφορά αν εμείς κάνουμε χορό ή όχι. Πρέπει να βρούμε τον τρόπο να αφορά τον κόσμο, όσο κι αν ακούγεται «κιτς λαϊκισμός», αλλά πραγματικά. Αλλιώς θα μείνουμε μέσα στον εαυτό μας, είναι κάπως αυτιστικό αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο χορό. Υπάρχουν πάρα πολλά παιδιά που χορεύουν απίστευτα καλά, με τρομερές δυνατότητες, αλλά όλο αυτό το πράγμα δεν βγαίνει προς τα έξω.
Γι’ αυτό θα δεις ότι οι πιο επιτυχημένες παραστάσεις είναι αυτές που είναι ερασιτεχνικές. Αφενός, λόγω διάθεσης κόσμου, γιατί χαίρεται με την απλή διάθεση του χορού, σε ένα περιβάλλον μουσικής, κάτι που ένας χορευτής δεν ξέρω αν μπορεί πια να το χαρεί. Αφετέρου, ως αντίδραση του κόσμου που έρχεται να δει ένα αγαπημένο του πρόσωπο να εκτίθεται με αυτό τον τρόπο. Δεν νομίζω ότι είναι τα φεστιβάλ που έχουν πρόβλημα, γιατί θέλουν να αποκτήσουν κύρος, οπότε αναγκαστικά πρέπει να φωνάξουν μερικά διεθνή ονόματα, για να έχουν αναγνώριση.

Πέρυσι αναλάβατε με την ομάδα σας το θέατρο Ροές. Πόσο σημαντικό βήμα ήταν και τι ετοιμάζετε για του χρόνου;
Ουσιαστικά χρειαζόμασταν ένα χώρο, που να είναι για παρουσίαση και «διδασκαλία». Είδαμε ότι ενοικιάζεται αυτό το θέατρο και είπαμε να κάνουμε αυτή την κίνηση. Δεν ξέρω πόσο θα το αντέξουμε, θα δείξει. Δεν έχουμε πάντως κάποια επιθυμία πέρα από το να υπάρξουμε σε κάποιο χώρο και να υπάρξουμε μαζί και με άλλους προσκεκλημένους, δηλαδή να είναι ο «χώρος της ομάδας». Χρειαζόμαστε και ομάδες-συντρόφους από το χορό, το θέατρο ή «συγγενικά» πρόσωπα και κάποιου είδους φεστιβάλ νέου τσίρκου που να δώσει λίγο την αίσθηση αυτής της τέχνης στην Αθήνα. Τώρα αυτό αν θα γίνει στις Ροές, αν θα γίνει σε αυτό το χώρο ή σε άλλο χώρο, δεν είναι τόσο απαραίτητο.

Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει για εσάς το εκπαιδευτικό κομμάτι;
Φέτος κάναμε μια κίνηση, γραφτήκαμε στο δίκτυο της Circostrada για να πραγματοποιήσουμε ένα όνειρο της ομάδας, δηλαδή να είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε ότι κάποιος έχει αυτή την ασχολία εδώ στην Αθήνα και είτε να μπορεί να συνεχίσει κάπου αλλού είτε να το πάει επαγγελματικά όπως νομίζει. Αυτό είναι σημαντικό, δηλαδή να ανοίξουμε την τέχνη προς τα έξω. Αν δεν υπάρχει εκπαίδευση, αν ο άλλος δεν μπορεί με κάποιο τρόπο να καταλάβει για τι μιλάμε, δεν μπορεί να υπάρξει διάλογος.
Οπότε τα μαθήματα έχουν ένα κομμάτι το εκπαιδευτικό, δηλαδή όντως κάποιοι άνθρωποι είναι ικανοί να εκπαιδευτούν και να προχωρήσουν στον τομέα του τσίρκο ή του χορού, αλλά υπάρχουν και οι άλλοι οι οποίοι έρχονται απλώς εδώ για να γνωρίσουν το αντικείμενο. Έχουμε πάρα πολύ μεγάλη μερίδα ανθρώπων στα μαθήματα με τους οποίους απλώς έχουμε ένα διάλογο. Μοιραζόμαστε ό,τι μπορούμε να μοιραστούμε και έρχονται σε μια σχέση με την αισθητική της τέχνης και μετά φεύγουν. Στην αρχή αυτό μας πλήγωνε, τελικά το δεχτήκαμε ως φυσιολογικό κύκλο.

i«La μπάντα de la nada» μέχρι 26/5 στο Θέατρο Ροές | «Ερωτόκριτος» στις 3/7 στο Κηποθέατρο Παπάγου | «Μάστερ και Μαργαρίτα» στις 23/7 στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα