Κριτική

Χαρτοπόλεμος

Από -

Μια «ιστορία σαλονιού», όπου η Ελλάδα του σήμερα συνδιαλέγεται με την Ελλάδα του χθες, σ’ ένα αξιοπρόσεκτο σύγχρονο ελληνικό έργο, που υπηρετείται από μια εξίσου ρεαλιστικής υφής σκηνική παρουσίαση.

Ο «Χαρτοπόλεμος» είναι σαφώς ένα έργο που γέννησε η (ελληνική) κρίση, δείγμα γραφής των σημερινών τριαντάρηδων· ο πρόωρα χαμένος, στα τριάντα εφτά του, Βαγγέλης Ρωμνιός απέδειξε πως μπορεί να μετατρέψει σε καλό θέατρο τα ερεθίσματα της σημερινής πραγματικότητας. Γι’ αυτό και μιλάει για τη γενιά του, οι ήρωες στο έργο είναι συνομήλικοί του· είναι αυτοί που έχουν παραλάβει τα χρέη της προηγούμενης, μιας γενιάς χωρίς φυσική παρουσία στο έργο αλλά καταλυτικώς παρούσα, αδυνατώντας να τα διαχειριστούν, έρμαιοι μιας κατάστασης που θα εκραγεί τελικά εις βάρος των ακόμη νεότερων, που είναι και οι πλέον άμοιροι ευθυνών.

Δεν είναι, όμως, ένα έργο για την (ελληνική) κρίση, καθώς ξεπερνάει τον τοπικό χαρακτήρα και τους δεσμούς με τις χρονικές συγκυρίες. Ο «Χαρτοπόλεμος» πλασαρίζεται «με το καλημέρα» σε μια μακρά παράδοση κοινωνικών δραμάτων, ταυτοχρόνως ελληνική και παγκόσμια· αποτελεί ένα ωραίο δείγμα του πώς μπορεί να φιλτραριστεί σε επίπεδο γραφής η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα μέσα από το μοτίβο μιας οικογενειακής ιστορίας στην οποία τρία αδέρφια καλούνται να διαχειριστούν την απώλεια του υποθηκευμένου σπιτιού τους. Η δράση δεν βγαίνει ποτέ έξω από αυτό το σπίτι, το εμφανώς διακοσμημένο σε ύφος ελληνικού 70’s-80’s (σκηνικά: Κωνσταντίνα Μαρδίκη), όμως η ιστορία θα μπορούσε να διαδραματίζεται οπουδήποτε, ούτε είναι αυστηρά προσωπική - κι αυτή είναι μία από τις ποιότητες του «Χαρτοπόλεμου».

Ωραία κλιμάκωση του σασπένς, εναλλαγές της σκηνικής θερμοκρασίας, δημιουργία ατμόσφαιρας που κάνει αντιληπτό πως κάτι σκοτεινό υφέρπει πίσω από τη «χύμα» αίσθηση του πρώτου επιπέδου, χιούμορ στο μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχημένο, καλά χωνεμένοι βασικοί δραματουργικοί κανόνες (όπως, π.χ., η είσοδος του πλασιέ, που αποτελεί καταλύτη στην εξέλιξη της πλοκής), και ένα αποστομωτικό φινάλε, είναι βασικά γνωρίσματα του έργου αποδεικνύοντας πως έχει προκύψει από προικισμένη πένα. Παράλληλα, κάτω από αυτή την καλά δομημένη κατασκευή, υπάρχει ουσία, είναι οι σχέσεις μεταξύ των προσώπων, το παρελθόν που στοιχειώνει το παρόν, η διαχείριση θεμάτων όπως οι τραυματικές οικογένειες.

Βέβαια, ο τόσο οικείος ρεαλισμός, η καθημερινή γλώσσα, η πολύ κοντινή στους σημερινούς θεατές σκηνική αίσθηση, αποτελούν μεγάλες παγίδες· ο σκηνοθέτης καλείται να μην ξεπέσει στην πεζότητα ύφους, αλλά να αποδώσει στη σκηνή αυτή τη «φέτα αληθινής ζωής» τηρώντας απαραίτητα αισθητικά κριτήρια, ενώ από τους ηθοποιούς απαιτείται πραγματική μαεστρία παρά την ευκολία που δείχνει να έχει η ερμηνεία ρόλων που μοιάζουν «κάποιοι από εμάς».

Ο Γιώργος Παλούμπης χειρίστηκε σκηνικά το έργο ακολουθώντας τη ρεαλιστική του δυναμική, τους ρυθμούς και τις εναλλαγές του, όχι χωρίς να κάνει κατάχρηση της έντασης, ενώ απέσπασε μερικές αξιομνημόνευτες ερμηνείες (Παύλος Πιέρρος, Φοίβος Ριμένας)· όμως, η απόδοση των ηθοποιών δεν υπήρξε συνολικά ούτε καθ’ όλη τη διάρκεια στο ίδιο επίπεδο, παρά το μεταξύ τους δέσιμο και το ολόψυχο δόσιμό τους στο εγχείρημα (τη διανομή συμπληρώνουν οι Γιώργης Τσουρής, Βάλια Παπακωνσταντίνου και Θάνος Αλεξίου), χωρίς παρ’ όλα αυτά να στοιχίζουν στην επίδραση που έχει τελικά η παράσταση.