Θέμα

Υπάρχει τελικά ισότητα στο θέατρο; Εννιά σκηνοθέτιδες απαντούν

Από -

Οι γυναίκες είναι ίσες με τους άνδρες στις τέχνες; Το ερώτημα παραμένει αναλλοίωτο εδώ και αιώνες. Το Αθηνόραμα αφιέρωσε τον μήνα Μάρτιο στη Γυναίκα και μέσα από το πολυθεματικό αφιέρωμα «Τόπο στις  γυναίκες!» επιχειρεί να αναδείξει το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα στην Ελλάδα του σήμερα. Σε συνέχεια του χρονολογίου που δημοσιεύσαμε για τα πρώτα βήματα των γυναικών στη σκηνοθεσία του ελληνικού θεάτρου, θελήσαμε να μάθουμε, σε πρώτο πρόσωπο, όλα όσα έχουν βιώσει και όλα όσα σκέφτονται εννιά δυναμικές Ελληνίδες σκηνοθέτιδες. Η Νικαίτη Κοντούρη, η Έφη Θεοδώρου, η Μαριάννα Κάλμπαρη, η Ιώ Βουλγαράκη, η Ηρώ Χιώτη, η Τατιάνα Λύγαρη, η Μαρία Μαγκανάρη, η Ιόλη Ανδρεάδη και η Ειρήνη Φαναριώτη μοιράζονται τις εμπειρίες τους και μέσα από τα λόγια τους, αποκαλύπτονται πάρα πολλές πτυχές του θέματος, γύρω από την έμφυλη ταυτότητα και τις προκαταλήψεις, καθώς και ο θαυμασμός τους σε γυναικεία πρόσωπα που τις συγκινούν, τις εμπνέουν και τους δίνουν δύναμη να συνεχίζουν την προσπάθεια τους σε έναν -κατά γενική ομολογία- ανδροκρατούμενο χώρο.

Νικαίτη Κοντούρη: «Το δικαίωμα στο λάθος, το έχω στερηθεί λόγω φύλου»

Υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει διαβάθμιση στις δυσκολίες. Κι αυτή η διαβάθμιση είχε και έχει σχέση με δύο βασικούς παράγοντες: Πόσο διατεθειμένοι είναι οι άνδρες να σε εμπιστευθούν και πόσο εύκολα σε θεωρούν χειραγωγίσιμη, επειδή είσαι γυναίκα. Στο ξεκίνημά μου ως σκηνοθέτις έπαιξε σημαντικό ρόλο, το ότι συνάντησα γενναιόδωρους καλλιτέχνες, που τιμούσαν τη γυναίκα δημιουργό. Είχα στο πλάι μου τον Γιάννη Χουβαρδά, τον Γιώργο Πάτσα και στη συνέχεια τον Νίκο Κούρκουλο. Όλα φάνταζαν ονειρεμένα μέχρι το 1997, που σκηνοθέτησα τη «Μήδεια» στην Επίδαυρο, και η παράσταση σε πείσμα της εγχώριας «καταδίκης» στα περισσότερα έντυπα, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο ολοκληρώνοντας θριαμβευτικά την περιοδεία της στην Ιαπωνία τον Ιούνιο του 1999. Η ζωή μου για αρκετά χρόνια χωριζόταν σε εκείνη, πριν, και την άλλη, τη μετά τη «Μήδεια». Είχα να διαχειριστώ μια επώδυνη διαδικασία αμφισβήτησης των ικανοτήτων μου, των σπουδών μου, των «γνωριμιών» μου. Ένας εφιάλτης για μια νέα γυναίκα, που εμφανίστηκε αποφασισμένη να συνεχίσει στην ανδροκρατούμενη αρένα της σκηνοθεσίας, της κριτικής, της τρέχουσας πραγματικότητας.

Φανταστείτε πόσο πιο δύσκολα γίνονταν τα πράγματα στο επιδοτούμενο αλλά και στο λεγόμενο Ελεύθερο Θέατρο (το μη επιδοτούμενο δηλαδή, αυτό των ιδιωτών παραγωγών και των θιασαρχών), όταν προσπαθούσα με νύχια και με δόντια να «περάσω» τις θέσεις μου για τη διανομή και τους συνεργάτες. Έχω ζήσει «σκηνικά» απείρου κάλλους! Πόρτες να χτυπάνε, μπορντερώ να κρύβονται, προφορικές συμφωνίες να μην τηρούνται, πρωταγωνιστές να με κανιβαλίζουν την ώρα της πρόβας, να μην υπάρχω στα δελτία τύπου, να παρεμβαίνω σε όλα όσα θεωρούσα αυτονόητα. Πάλευα για το κάθε τι που θεωρούσα σωστό και για τον καθένα που έβλεπα να αδικείται. Είμαι βέβαιη, πως πολλοί σκηνοθέτες επίσης έχουν τραβήξει τα ίδια-ίσως και χειρότερα. Υπήρχε όμως μια ειδοποιός διαφορά: Οι υπεύθυνοι, είχαν μπροστά τους μια γυναίκα, που τους χαμογελούσε πλατιά και τη θεωρούσαν εκ των προτέρων ευάλωτη, ενοχική, κι ένα σωρό άλλα πατροπαράδοτα κλισέ, οπότε αυτόματα διαμορφώνονταν με βάση αυτούς τους χαρακτηρισμούς ένα κλίμα επιθέσεων, διαφωνιών, αντεγκλήσεων. Λες και είχαμε να χωρίσουμε κάτι. Λες και στο πρόσωπό μου έβλεπαν τη γυναίκα, που δεν θα ήθελαν να έχουν. Ο αιώνιος πόλεμος των δύο φύλων που λέει και η Σιμόν ντε Μποβουάρ, και όχι μόνον.

Ακόμα και για το αποτέλεσμα της δουλειάς κι ενώ είχαν ακούσει κάποια καλά για μένα, περίμεναν πάντα να αποδείξω πως ήμουνα ικανή να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις του κοινού τους, του ταμείου τους, των χρημάτων τους. Δεν ήθελαν να κάνουν λάθος Κι αν τυχόν διαπίστωναν πως έκαναν λάθος, η πόρτα έκλεινε οριστικά. Αυτό το δικαίωμα στο λάθος, το έχω στερηθεί λόγω φύλου. Σεβόμουν και σέβομαι πάντα τα χρήματα και του ελληνικού λαού όσον αφορά τα Κρατικά μας Θέατρα, και των ιδιωτών παραγωγών. Όμως, η αμοιβή μου στο Ελεύθερο Θέατρο ξεκίνησε με ψίχουλα. Αν δεν ερχόταν ο Νίκος Κούρκουλος και η «Μήδεια» στο διάβα μου, δεν ξέρω πραγματικά πόσο θα πληρωνόμουν τα επόμενα χρόνια. Με την πανδημία του κορωνοϊού στον απόηχο της 10ετούς Οικονομικής Κρίσης, οι γυναίκες στο θέατρο -εκτός Εθνικού και ΚΘΒΕ- άρχισαν να πληρώνονται και πάλι λιγότερο. Δεν μπορώ να γνωρίζω τι συμβαίνει στη Λυρική Σκηνή- έχω πολλά χρόνια να δουλέψω εκεί. Θέλω να πιστεύω πως κι εκεί, αναγνωρίζεται ισότιμα το έργο των γυναικών σκηνοθετών.

Με την εμφάνιση πολλών νέων ιδιωτών παραγωγών, ανακαλύψαμε πως δεν υπήρχε συναίσθηση των συνομιλητριών τους. Οπότε είχαμε πάλι ένα πισωγύρισμα στην εκτίμηση και αποτίμηση της δουλειάς μας. Αντίθετα, οι Θιασάρχες -παραγωγοί ή ακόμα και οι σκηνοθέτες-παραγωγοί , δείχνουν να εκτιμούν εξίσου άνδρες και γυναίκες σκηνοθέτες. Τώρα, που έχω μεγαλώσει, κι έχω ψηθεί αρκετά στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, είμαι ευγνώμων απέναντι σε όλους όσοι με αντιμετώπισαν με σεβασμό. Ο δρόμος της ισότητας είναι εξίσου δύσβατος και στην τέχνη, όπως και σε όλα τα επαγγέλματα. Το ότι πολλές και αξιόλογες σκηνοθέτιδες διεκδικούν σήμερα, στην τόσο δύσκολη συγκυρία που διατρέχουμε, τη δική τους φωνή, είναι θετικό και παρήγορο. Παρήγορο όχι γιατί θα ρίξουμε ένα ακόμα ανδροκρατούμενο κάστρο, αλλά γιατί είμαστε και μορφωμένες, και ικανές και φιλόδοξες για να το κάνουμε, κι όλ’ αυτά είναι χαρακτηριστικά εκείνων που θέλουν και μπορούν να προτείνουν, να φτιάχνουν, να δημιουργούν είτε είναι άνδρες, είτε γυναίκες.

Όμως, δεν είναι σκληρό και άδικο, να διαβάζεις πως όλες οι γυναίκες σκηνοθέτριες μέχρι το ‘90, είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό, και μέχρι το 1996 δεν είχε σκηνοθετήσει καμία τους Τραγωδία στην Επίδαυρο, ενώ τόσοι και τόσοι άρρενες συνάδελφοί τους, δεν χρειαζόταν κάτι παραπάνω από την εμπειρία τους για να χρισθούν σκηνοθέτες και να πάνε και στην Επίδαυρο και παντού; Αυτό, για να καταφέρουμε να το αλλάξουμε, για να τύχουν οι γυναίκες ίδιων ευκαιριών, πόσες δεκαετίες ακόμα θα περάσουν; Ίσως, να αλλάξουν πολλά στο πεδίο των ίσων ευκαιριών, αν στις θεσμικές θέσεις βρεθούν γυναίκες. Το «Άρωμα Γυναίκας» που ακούγεται συχνά, φαίνεται να το έχει ανάγκη η κοινωνία μας περισσότερο από ποτέ. Ας ευχηθούμε να μη μείνουν οι ιθύνοντες στα ωραία λόγια, και να γίνει πράξη!

Θαυμάζω, αγαπώ και σκέπτομαι συχνά πολλές γυναίκες. Από τη μάνα μου μέχρι τις θαυμαστές πρωταγωνίστριές μου. Από τις αγαπημένες μου στη σκηνή και Κάτω από τη Σκηνή γυναίκες, μέχρι τις εικαστικούς Καμίγ Κλωντέλ, Μαρί Κασσά, τις μουσικούς Τζοάν Μπαέζ, Μερσέντες Σόσα, Ελένη Καραϊνδρου, Άννι Λένοξ, τις χορογράφους Πίνα Μπάους, Μάρθα Γκράχαμ, τις έξοχες Αμερικανίδες και Ελληνίδες συγγραφείς, που πέτυχαν την υπέρβαση με το έργο τους. Στην ψυχή μου είναι όλες ξεχωριστές, αγωνίστριες, δυνατές, πολυσχιδείς, ταλαντούχες, μεγαλόκαρδες. Θα σταθώ στη Μελίνα Μερκούρη. Κατάγονταν και τη γιαγιά της από τα Γιάννενα, που είναι και δικός μου τόπος καταγωγής. Το Ηπειρώτικο πείσμα μας ενώνει! Το ταλέντο και η καρδιά αυτής της γυναίκας ήταν ανυπέρβλητα. Παιδί της Κατοχής, προχώρησε, αγωνίστηκε, πρόκοψε, για την Ελλάδα. Θυμάμαι τα δηλητηριώδη σχόλια που γράφονταν εναντίον της όταν μεσουρανούσε στο θέαμα εντός κι εκτός Ελλάδας.

Θυμάμαι πως όταν έγινε Υπουργός Πολιτισμού, μαθαίναμε πως τους ρυθμούς της δεν προλάβαιναν να τους ακολουθήσουν οι συνεργάτες της. Θυμάμαι τον Άρθουρ Μίλλερ το 1984 στη Νέα Υόρκη να λέει μπροστά και σε έναν άλλον καθηγητή μου, τον Μάρβιν Ζάιγκερ: «Αυτή τη γυναίκα θα θέλαμε όλοι μας για Υπουργό Πολιτισμού!», όχι μια γυναίκα σαν εκείνη, αλλά αυτήν! Θυμάμαι πώς με υποδέχτηκε η ίδια στο γραφείο της-ναι!. Χωρίς να τη γνωρίζω! Έκλεισα ραντεβού, της συστήθηκα, ζήτησα συστατική επιστολή για να παρακολουθήσω μαθήματα στο Actor’ s Studio της Νέας Υόρκης, με άκουσε, κι αφού ρώτησε για μένα το Θέατρο Τέχνης, με αγκάλιασε και μου έδωσε ένα σημείωμα για τη φίλη της Ellen Bernstein. Τέτοια γυναίκα! Τόσο απλά! Εμένα, μία παντελώς άγνωστή της! Θυμάμαι πώς τα πόδια μου είχαν βγάλει φτερά όταν βγήκα από την πόρτα του Υπουργείου! Τότε, συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πως ήμουν ευεργετημένη-ευλογημένη από μια καινούργια έννοια-ιδέα-αξία στα 25 χρόνια μου, τη γυναικεία αλληλεγγύη. Πλάι της, θα έβαζα μια πολύ ταπεινή γυναίκα, την αγωνίστρια Παγώνα Στεφάνου. Το βιβλίο της «Των Αφανών», με συγκλόνισε όταν το πρωτοδιάβασα, και συνεχίζει ακόμα να με συγκινεί. Η λογοτεχνία από την πλευρά των σιωπηλών γυναικών, με γεμίζει πόνο. Πόνος που έρχεται να προστεθεί στα μαρτύρια αιώνων που έκαναν τις γυναίκες να μπαίνουν στο περιθώριο και να σιωπούν. Καιρός να αλλάξουν οι συνθήκες! Νομίζω πως έχουμε αργήσει πολύ.

Έφη Θεοδώρου: «Δεν μου τέθηκε ποτέ το θέμα του φύλου, είτε με θετικό, είτε με αρνητικό πρόσημο»

Στο θεατρικό χώρο ενσωματώθηκα «μεγάλη», στα τριανταπέντε μου, δυό χρόνια αφότου επέστρεψα μετά από μακρόχρονη εκπαίδευση στο εξωτερικό - Παρίσι, Μόσχα. Όποτε βρισκόμουν στην Ελλάδα, δεν έχανα ευκαιρία να παρακολουθώ τη σύγχρονη θεατρική δραστηριότητα: «Η ανταλλαγή» του Κλοντέλ σε σκηνοθεσία Μάγιας Λυμπεροπούλου, «Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» του Κολτές σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη, εξαιρετικές παραστάσεις από δύο ξεχωριστές εργάτριες του θεάτρου, στο ιστορικό θέατρο «Αμόρε», που μ’ έκαναν να μην αποκλείω το ενδεχόμενο της επιστροφής - για δες, γίνονται σημαντικά πράγματα και εδώ. Το «Αμόρε» έμελλε να είναι το πρώτο μου θεατρικό σπίτι. Όλα έγιναν κανονικά: αποστολή βιογραφικού, συνέντευξη με το Γιάννη Χουβαρδά, καλή χημεία και μετά, μια σειρά από απαιτητικές αναθέσεις σε όλα τα πόστα (βοηθός σκηνοθέτη, βοηθός καλλιτεχνικού  διευθυντή), μέχρι την πρώτη μου σκηνοθεσία που έγινε με την υποστήριξη του Γαλλικού Ινστιτούτου, «Η Υπηρέτρια», του Ολιβιέ Πυ, την άνοιξη του 1999.

Δεν έχω την αίσθηση πως κάτι μου χαρίστηκε. Δούλευα ατέλειωτες ώρες για σχετικά λίγα χρήματα, επιπλέον ήμουν μητέρα ενός πεντάχρονου παιδιού. Έπαιρνα μεγάλη χαρά μέσα σε αυτή την ξέφρενη αλλά καλά οργανωμένη δημιουργική πραγματικότητα και έδινα το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μου. Ποτέ δε μου πέρασε απ’ το μυαλό πως οφείλω κάτι στο φύλο μου, όλα έγιναν με τη σειρά τους, με μόχθο, με απόλυτο σεβασμό. Στη συνέχεια, τόσο στο ελεύθερο επάγγελμα όσο και στα νέα μου ιδιαίτερα αυξημένα καθήκοντα ως Αναπληρώτρια Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου, μετά από νέα πρόσκληση του Χουβαρδά, την εξαετία 2007-2013, δεν μου τέθηκε ποτέ το θέμα του φύλου, είτε με θετικό, είτε με αρνητικό πρόσημο. Δουλεύαμε σκληρά, αυτό ήταν όλο. Και μπροστά στη δουλειά, είμασταν όλοι ίσοι. Με τον καιρό, συνειδητοποιώ πως είχα άγνοια κινδύνου και πως αυτή η στάση με ακολουθεί αμετανόητα μέχρι και σήμερα που βρίσκομαι στα Χανιά, Καλλιτεχνική Διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, εκλεγμένη μέσω της τυπικής διαδικασίας. Υπάρχει μάλλον κάτι άλλο, «κάτι που μας τραβάει προς τα πάνω» και που δεν είναι το κατά τον Γκαίτε «αιώνιο θηλυκό», αλλά το αιώνιο θέατρο, θα ήθελα να πιστεύω.

Tρέφω απεριόριστο θαυμασμό και εκτίμηση για τη Βαλερί Ντρεβίλ, σημαντική Γαλλίδα ηθοποιό, φίλη μου και πνευματική μητέρα του γιου μου. Στα τριανταπέντε χρόνια της καλλιτεχνικής της ζωής, η Βαλερί πέτυχε κάτι μοναδικό: δουλεύοντας με τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες - ανάμεσά τους, στο θέατρο Βιτέζ, Ρεζί, Βασίλιεφ, Οστερμάγερ, Καστελούτσι, Λούπα, στο σινεμά Γκοντάρ, Ολιβέιρα, πρόσφατα στο χορό Ζερόμ Μπελ, αύριο Γκυ Κασίερς, χάραξε το δικό της μονοπάτι. Μέσα από τις διαφορετικές προσεγγίσεις υποκριτικής που χάρη σε αυτές τις συνεργασίες κατέκτησε, αλλά που θα τολμούσα να πω και πως αξιώθηκε, αφού για να τις συναντήσει δε δίστασε να απαρνηθεί την ασφάλεια μεγάλων θεσμών, όπως η Κομεντί Φρανσαίζ,  επιβεβαιώνοντας με συνέπεια την αρχή της διαρκούς μαθητείας, κέρδισε συνεχή εξέλιξη και καλλιτεχνική αυτοδυναμία. Θα την αδικούσα, αν δε στεκόμουν στα ανθρώπινα χαρίσματα: διακριτικότητα, χιούμορ, τρυφερότητα, οξύνοια, ακεραιότητα, σεμνότητα, απόλυτη έλλειψη ματαιοδοξίας, κατάβαση στα βαθιά. Με χαμόγελο. Θαυμάζω επίσης την Πίνα Μπάους. Γιατί είναι απλά, μαγική.

Mαριάννα Κάλμπαρη: «Το καυτό ζήτημα της μητρότητας αντιμετωπίζεται πάντα ως "ένα πρόβλημα"»

Η πρώτη είδηση όταν μου ανατέθηκε η καλλιτεχνική διεύθυνση του Θεάτρου Τέχνης ήταν «γυναίκα στο τιμόνι του Θεάτρου Τέχνης» και το ερώτημα που μου έθεταν σχεδόν όλοι και όλες ήταν «πώς νιώθεις που είσαι η πρώτη γυναίκα σε αυτή τη θέση;». Το ποια ήμουν και τι σχεδίαζα να κάνω φάνταζε σχεδόν δευτερεύον. Σημασία είχε ότι ήμουν γυναίκα και ότι έσπαγα ένα στερεότυπο. Δε λέω, ήταν μια είδηση που περνούσε ένα θετικό μήνυμα στην κοινωνία και στον καλλιτεχνικό χώρο. Ένα μήνυμα που είχα τη χαρά και την τιμή να γίνει αποδεκτό με θετική διάθεση. Όμως μαζί με τη χαρά και την τιμή, δε θα κρύψω ότι ένιωσα και μια μικρή θλίψη συνειδητοποιώντας πιο καθαρά από ποτέ ότι όχι, οι γυναίκες δεν είναι ίσες με τους άνδρες στις τέχνες και κυρίως όταν μιλάμε για πρωτογενή δημιουργία και θέσεις ευθύνης.

Τι εννοώ: οι ερμηνεύτριες, είτε είναι ηθοποιοί, είτε μουσικοί, είτε χορεύτριες (θα περιοριστώ στις παραστατικές τέχνες που είναι ο τομέας που γνωρίζω καλύτερα), είναι σχετικά-πολύ σχετικά τώρα που το σκέφτομαι- ίσες με τους άνδρες. Και λέω σχετικά γιατί μισθολογικά οι ανισότητες εντοπίζονται μόνο στις υψηλές αμοιβές που αφορούν πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες και όχι στο μέσο όρο. Και λέω «πολύ σχετικά» εξαιτίας του καυτού ζητήματος της μητρότητας που αντιμετωπίζεται πάντα ως «ένα πρόβλημα», όπως και σε όλους τους εργασιακούς χώρους: είναι «πρόβλημα» όταν μια γυναίκα έχει προσληφθεί ως ηθοποιός σε μια δουλειά και μένει έγκυος, είναι «πρόβλημα» αν είναι μητέρα γιατί έχει πολλές υποχρεώσεις, περιορισμό στη διαθεσιμότητά της κτλ. Και φυσικά δε μιλώ τόσο για τις πρωταγωνίστριες, που μπορεί να έχουν την τύχη να «τις περιμένουν» και να τις υποστηρίξουν αν γίνουν μητέρες. Μιλώ για τον μέσο όρο. Πάμε όμως και στην πρωτογενή δημιουργία και στις θέσεις ευθύνης.

Οι γυναίκες θεατρικοί συγγραφείς και μουσικοί συνθέτες ας πούμε, όπως και οι γυναίκες σκηνοθέτες, είναι ακόμα πολύ λιγότερες από τους άνδρες. Δε μιλάμε καν για καλλιτεχνικές διευθύντριες και παραγωγούς: εκεί ο αριθμός είναι εξαιρετικά χαμηλός. Είναι σαφές ότι δεν εμπιστευόμαστε ακόμα αρκετά τις γυναίκες στην ηγεσία μιας ομάδας και δεν τις βοηθάμε -ειδικά όταν γίνονται μητέρες- να δημιουργήσουν. Όμως κάθε άξια γυναίκα πρέπει να μπορεί να δημιουργεί αλλά και να ηγηθεί μιας ομάδας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που πρέπει να μπορεί να το κάνει ένας άξιος άνδρας. Γιατί επιτέλους, σημασία ας έχει η αξιοσύνη και όχι το φύλο: μια γυναίκα δε θα είναι απαραίτητα καλύτερη μόνο και μόνο επειδή είναι γυναίκα. Πρέπει όμως εκείνη που είναι καλή, να έχει ακριβώς τις ίδιες ευκαιρίες και την ίδια υποστήριξη με τον αντίστοιχα καλό.

Σε καλλιτεχνικό επίπεδο, εκτιμώ πολλούς καλλιτέχνες, γυναίκες και άνδρες: το φύλο τους για μένα δεν έχει καμία σημασία. Θαυμάζω τις γυναίκες καλλιτέχνιδες του παρελθόντος, όχι μόνο για το έργο τους (αν τις εκτιμώ καλλιτεχνικά) αλλά κυρίως γιατί τόλμησαν να κάνουν το ανήκουστο σε εποχές πολύ δύσκολες για τη γυναίκα. Και θαυμάζω όχι μόνο τις ελάχιστες που τα κατάφεραν και διακρίθηκαν. Θαυμάζω όλες εκείνες τις «ανώνυμες» που πάλεψαν, που δεν κατάφεραν να φτάσουν εκεί που ήθελαν, αλλά συνέχισαν να ονειρεύονται και να δημιουργούν. Γιατί αυτό είναι το πιο σημαντικό. Και πρέπει να συνεχίσουμε να το κάνουμε μέχρι να φτάσει η εποχή όπου δε θα χρειάζεται πια να γιορτάζουμε την «ημέρα της γυναίκας».

Ιώ Βουλγαράκη: «Οι γυναίκες που βρίσκονται σε ηγετικές θέσεις καλούνται να παλέψουν με μια σειρά από έμφυλα στερεότυπα»

Όπως όλοι οι χώροι στη δημόσια ζωή, έτσι και ο χώρος των τεχνών και του Πολιτισμού λειτουργεί βασικά – είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι – μέσα από την ανδρική εμπειρία, πιο συγκεκριμένα την εμπειρία του άνδρα λευκού. Οι ανισότητες που αντιμετωπίζουμε οι γυναίκες σε αυτόν τον εργασιακό χώρο είναι πολλές: ανισότητες ευκαιριών πρωτίστως. Τα ποσοστά των γυναικών δημιουργών (καλλιτεχνών και παραγωγών) σε εγχειρήματα μεγάλης ευθύνης και υψηλού ρίσκου, που θα ήταν αστεία, αν δεν ήταν θλιβερά, το αποδεικνύουν. Αντιμετωπίζουμε επίσης ανισότητες σε επίπεδο συμπεριφοράς, καθώς οι γυναίκες που βρίσκονται σε ηγετικές θέσεις καλούνται να παλέψουν με μια σειρά από έμφυλα στερεότυπα που δεν έχει να αντιμετωπίσει ένας άνδρας: «μήπως κοιμήθηκαν με κάποιον για να φτάσουν όπου έφτασαν; Μήπως τυχαία βρέθηκαν σε αυτή τη θέση; Μήπως είναι υστερικές όταν έχουν ένταση, ενώ ένας άνδρας με ένταση είναι δυναμικός leader;» είναι μερικά από τα συχνότερα ενεργοβόρα μέτωπα πολέμου στα οποία βρίσκονται όσο εκείνες προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους. Από την άλλη, όταν δεν βρίσκονται σε ηγετικές θέσεις, το πιθανότερο είναι πως θα δεχθούν σεξουαλική παρενόχληση μέσα στο εργασιακό τους περιβάλλον. Τα ποσοστά επίσης κραυγάζουν.

Φυσικά και έχω δυσκολευτεί στη δουλειά μου λόγω φύλου με αρκετούς τρόπους κι έχει χρειαστεί να υιοθετήσω συμπεριφορές και ρόλους που δεν μου ταιριάζουν προκειμένου να επιβιώσω και να επιβληθώ. Όμως έτσι θωρακίζομαι σε μια δουλειά που προϋποθέτει την έκθεση. Γι’ αυτό, άλλες φορές δεν μπήκα σε κάποιο ρόλο, με αποτέλεσμα να αντιμετωπιστώ ως «το κοριτσάκι» και να καταρρακωθεί η ενέργειά μου, θηλυκή και καλλιτεχνική. Υποθέτω πως δεν υπάρχει γυναίκα σε αυτό το ανδροκρατούμενο επάγγελμα της σκηνοθεσίας που να μην έχει βρεθεί και στη μία και στην άλλη λειτουργία.

Θαυμάζω τις γυναίκες καλλιτέχνιδες που δεν χάνουν την τρυφερότητά τους, που δεν φοβούνται να πουν «δεν ξέρω», που ψάχνουν τη φωνή τους χωρίς να ετεροπροσδιορίζονται. Θαυμάζω επίσης τις γυναίκες καλλιτέχνιδες που ενώ είναι μαμάδες, καταφέρνουν να μένουν ενεργές σε έναν επαγγελματικό χώρο τόσο αφιλόξενο για τη μητρότητα, εδώ στην Ελλάδα.

Αργυρώ Χιώτη: «Οι γυναίκες χρειάζεται να αποδείξουν ότι μπορούν, εκεί που οι άντρες απλώς υπάρχουν»

Όχι, οι γυναίκες δεν αντιμετωπίζονται ως ίσες με τους άντρες, -ούτε και- στις Τέχνες. Φυσικά και έχω εντοπίσει διακρίσεις και δυσκολίες στα δεκαπέντε χρόνια που ασχολούμαι με τη σκηνοθεσία στο θέατρο. Πατριαρχικές και σεξιστικής φύσης συμπεριφορές είναι τόσο βαθιά ριζωμένες στην κοινωνία μας που συχνά ούτε καν τις αντιλαμβανόμαστε. Εννοώ πως μου πήρε πολύ χρόνο για να μάθω να ξεχωρίζω τις διακρίσεις και να «διαβάζω» γρήγορα πατριαρχικά μοτίβα συμπεριφοράς ώστε να καταφέρνω και να συμπεριφέρομαι αναλόγως. Οι γυναίκες στις τέχνες καλούνται να δουλέψουν δύο φορές πιο σκληρά από άντρες συναδέλφους μόνο και μόνο για τις πάρουν στα σοβαρά οι διευθυντές, παραγωγοί, θεσμοί, δημοσιογράφοι και άλλοι συνάδελφοι. Πιο δύσκολα πιστεύουν σε αυτές, πιο εύκολα τις κρίνουν. Πληρώνονται λιγότερο, έρχονται δεύτερες στις επιλογές, σπάνια, και κατ’ εξαίρεση τους εμπιστεύονται μεγάλες σκηνές, μεγάλες παραγωγές ή διευθυντικές θέσεις.

Χρειάζεται να αποδείξουν ότι μπορούν, εκεί που οι άντρες απλώς υπάρχουν… Χρειάζεται να αναπτύξουν δεξιότητες που έχουμε μάθει να θεωρούμε πιο «αντρικές», αλλά ταυτόχρονα να κρατήσουν και όλη τους τη θηλυκή πλευρά, για να ανταπεξέλθουν σε καθημερινές διαπραγματεύσεις και προκλήσεις στην εργασία. Και φυσικά, εάν υπάρξουν οικογένεια και παιδιά, αναγνωρίζουμε ως ύψιστη προτεραιότητα την καριέρα του πατέρα από την καριέρα της μάνας, η οποία συνήθως μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Μας είναι γενικότερα πιο οικείο μια γυναίκα να είναι η μούσα ενός άντρα καλλιτέχνη, να εκτελεί, ερμηνεύει ή εκφράζει τις δημιουργίες κάποιου άλλου, από το να γίνεται η ίδια δημιουργός, σκηνοθέτης, παραγωγός, τραγουδοποιός κτλ. Ευτυχώς τελευταία διαφαίνεται μια ελπίδα αλλαγής. Σημειώνω ότι και οι ίδιες οι γυναίκες χρειάζεται να απαλλαγούν από τις παραπάνω γερά ριζωμένες αντιλήψεις. Χρειάζεται πολύ δουλειά, επισταμένη προσπάθεια και πράξεις σε πολλά επίπεδα για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για πραγματική ισότητα. Θεωρώ πως στη διαδικασία αυτή η θέσπιση μιας συγκεκριμένης ποσόστωσης στη συμμετοχή αντρών και γυναικών σε διευθυντικές θέσεις, καλλιτεχνικούς προγραμματισμούς, διδακτικό προσωπικό κ.α. είναι χρήσιμη.


Θαυμάζω βαθιά και ειλικρινά όλες τις γυναίκες καλλιτέχνιδες που τολμούν να ακολουθούν τον προσωπικό δρόμο τους αυθεντικά και ανεπηρέαστα. Με τόλμη και ελευθερία πνεύματος. Όλες αυτές που δεν λυγίζουν κάτω από το ζυγό της μετριότητας και των στερεότυπων. Που δεν μπαίνουν σε φορεμένα κοινωνικά κουτάκια. Που ανοίγουν δρόμους.

Τατιάνα Λύγαρη: «Η ισότητα δεν διεκδικείται. Πρέπει να θεωρείται αυτονόητη»

Στην τέχνη του θεάτρου, πάνω στη σκηνή, το ταλέντο δεν έχει φύλο. Αλλά στις διοικητικές θέσεις δυστυχώς έχει, και είναι γένους αρσενικού. Όντας στο τιμόνι ενός πολιτιστικού οργανισμού εδώ και 24 χρόνια κι έχοντας περάσει από όλες τις ειδικότητες στον χώρο του θεάματος έχω αντιμετωπίσει πολλές φορές λόγω φύλου αμφισβήτηση, προκατάληψη, έλλειψη σεβασμού, έλλειψη εμπιστοσύνης, υποτιμητικές συμπεριφορές και σχόλια κυρίως σε θέματα που παραδοσιακά θεωρούνται αντρικά φρούρια όπως πχ. τα τεχνικά, τα κατασκευαστικά, τα φορολογικά, τα οικονομικά. Κατά τη γνώμη μου, η ισότητα δεν διεκδικείται. Πρέπει να θεωρείται αυτονόητη και να επιβάλλεται στους γύρω με τη συμπεριφορά και τις πράξεις μας. Προσωπικά δεν διανοήθηκα ποτέ να αισθανθώ κατώτερη, επειδή είμαι γυναίκα. Γαλουχήθηκα από παιδί να πιστεύω όχι μόνο στην ισότητα αλλά ακόμα και στην υπεροχή του γυναικείου φύλου σε πολλούς τομείς. Πρώτιστα, είναι ευθύνη της οικογένειας και ιδιαίτερα της γυναίκας - μάνας το πως θα αναθρέψει τον γιο αλλά και την κόρη. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να μην εξαφανίζονται οι υπάρχουσες ανισότητες αλλά τις περιορίζουμε και χτίζουμε μία νέα αντίληψη για την επόμενη γενιά.

Οι γυναίκες καλλιτέχνιδες που θαυμάζω; Ο κατάλογος είναι μακρύς και οι λόγοι είναι πολλοί και διαφορετικοί για την κάθε μία, Ελληνίδα ή ξένη. Ανεβάζοντας στο Τρένο στο Ρουφ τη θεατρική παράσταση «Women of Passion, Women of Greece» θέλησα να στρέψω την προσοχή σε γυναικείες μορφές που «έγραψαν» ιστορία, με τα προτερήματα αλλά και τα ελαττώματά τους όπως π.χ. τη Μαρία Κάλλας και τη Μελίνα Μερκούρη. Αντί συγκεκριμένων ονομάτων, θα αναφέρω τα χαρακτηριστικά που προκαλούν τον θαυμασμό μου και που κατά πλειονότητα ανήκουν σε γυναίκες. Ψυχική δύναμη, οργανωτικές ικανότητες, αντοχές, υπομονή, ενσυναίσθηση, πολυδιάστατη σκέψη, πολυπραγμοσύνη. Ιδιαίτερα στις τέχνες, θαυμάζω όσες γυναίκες καταφέρνουν να συνδυάσουν ισορροπημένη κι ευτυχισμένη προσωπική ζωή με μια επιτυχημένη καριέρα.

Μαρία Μαγκανάρη: «Ως ηθοποιός αναγκάστηκα ν’ αποκρούσω, όπως οι περισσότερες γυναίκες, παρενοχλητικές συμπεριφορές»

Οι γυναίκες δεν είναι ίσες με τους άντρες πουθενά- πώς θα μπορούσαν να είναι στις τέχνες; Στην Ελλάδα ειδικά, εάν είσαι γυναίκα και μάλιστα όχι αστικής καταγωγής, έχεις ν’ αντιμετωπίσεις μεγάλες δυσκολίες. «Για να γράψει μια γυναίκα πρέπει να έχει λεφτά κι ένα δικό της δωμάτιο» υποστήριξε η Βιρτζίνια Γουλφ στην εμβληματική για τη γυναικεία χειραφέτηση, διάλεξή της. Αυτό το «δωμάτιο» αναζητούμε ακόμα σήμερα. Ο χώρος της σκηνοθεσίας θεωρείται (εσφαλμένα) πεδίο άσκησης εξουσίας, ως εκ τούτου, με μια απλή καταγραφή, μπορεί κανείς να δει πόσο ισχνή είναι διαχρονικά η παρουσία των γυναικών σ’ αυτόν. Από μόνο του αυτό λέει πολλά. Πιστεύω πως το ελληνικό θέατρο, μυθοποιώντας τους μεγάλους άνδρες δασκάλους του, διαμόρφωσε μια βαθιά συντηρητική ταυτότητα, ως προς τα φύλα. Είναι πολύ σημαντικό που τα τελευταία χρόνια ακούγονται περισσότερες γυναικείες φωνές στον χώρο της σκηνοθεσίας.

Όταν, πριν από χρόνια, ξεκίνησα να δουλεύω ως ηθοποιός αναγκάστηκα ν’ αποκρούσω, όπως οι περισσότερες γυναίκες, παρενοχλητικές συμπεριφορές: από πρόταση για «γυμνό» δοκιμαστικό σε σπίτι σκηνοθέτη μέχρι φλερτ σε οντισιόν. Στην πορεία στάθηκα τυχερή καθώς για χρόνια δούλευα στο προφυλαγμένο περιβάλλον μιας ομάδας, με ανθρώπους που εκτιμούσα. Αυτό μου έδωσε μεγάλη δύναμη. Και αργότερα, προσπαθώντας να διαμορφώσω την καλλιτεχνική μου ταυτότητα ως σκηνοθέτις, επεδίωκα πάντα συνεργασίες πάνω στη βάση αμοιβαίου σεβασμού. Παρ’ όλα αυτά έχω νιώσει δυσπιστία και έχω βιώσει σεξισμό από άντρες ηθοποιούς- νομίζω πως κάποιες φορές δεν ήταν καν συνειδητός και αυτό δείχνει πόσο βαθιά εγγεγραμμένος είναι. Ως γυναίκα σκηνοθέτις πρέπει να κοπιάσεις περισσότερο για να πείσεις και ν’ ακουστείς. Επιπλέον έχεις έναν δύσκολο αγώνα ενάντια στην αυτολογοκρισία σου προκειμένου να βρεις τη δική σου καλλιτεχνική φωνή. Παρατηρούσα για χρόνια τον εαυτό μου να λογοκρίνει ασυναίσθητα τη γυναικεία φύση μου, κάθε φορά που ξεκινούσα πρόβες: να συμπεριφέρομαι πιο «στακάτα», ν’ αποφεύγω οτιδήποτε θηλυκό στο ντύσιμό μου, προφανώς γιατί ασυναίσθητα πίστευα πως αυτό θα μου προσδώσει κύρος. Φανταστείτε τι λογοκρισία συντελείται σε πιο «εσωτερικούς», σε ψυχικούς χώρους.

Θαυμάζω κάθε γυναίκα καλλιτέχνη που αγωνίζεται να υπάρξει και να εκφραστεί. Όταν είναι μητέρα, τη θαυμάζω ίσως λίγο περισσότερο, γιατί γνωρίζω πόσο δύσκολο είναι να συνδυαστούν οι δύο αυτές ταυτότητες στο πλαίσιο της κοινωνίας μας. Παίρνω δύναμη απ’ τα φεμινιστικά κινήματα της εποχής μας. Διαχρονικά, με συγκινούν βαθιά καλλιτέχνιδες που κατάφεραν, με πολύ κόπο και πόνο, να δημιουργήσουν σπουδαίο έργο και να ζήσουν μια αντισυμβατική για την εποχή τους ζωή. Σαν την Τζορτζ Έλιοτ και τη Βιρτζίνια Γουλφ, τη Φρίντα Κάλο, τη Μαρία Πολυδούρη και τη Μέλπω Αξιώτη. Λατρεύω οτιδήποτε έφτιαξε η Πίνα Μπάους- νομίζω ότι αντιλήφθηκε κάτι πολύ βαθύ για τα φύλα και για την ανθρώπινη ύπαρξη εν γένει. Θαυμάζω την Αριάν Μνουσκίν. Νιώθω δέος μπροστά στη Λουίζ Μπουρζουά, τη Σόνια Ντελονέ, την Τζόρτζια Ο’ Κίφ, την Ντιάν Άρμπους. Κλαίω με τη φωνή της Νίνα Σιμόν και της Κούλας Κληρονόμου (τραγουδίστρια νησιώτικων παραδοσιακών) και εμπνέομαι απ’ την P.J. Harvey.

Ιόλη Ανδρεάδη: «Πολλές γυναίκες δεν έχουν τις ευκαιρίες που τους αξίζουν λόγω του φύλου τους»

Το ερώτημα κατά τη γνώμη μου παραμένει πάντα, κατά πόσο τηρείται η αξιοκρατία. Επιμένω σε αυτή τη λέξη, γιατί εκεί κρύβεται και η έμφυλη -και όποια άλλη- ανισότητα και προκατάληψη. Κατά πόσο δηλαδή για παράδειγμα μια καλή δουλειά ενός σκηνοθέτη - ανεξαρτήτως του φύλου του- του προσφέρει μια αντίστοιχη επαγγελματική συνέχεια στα πράγματα. Κατά πόσο ένας καλός σκηνοθέτης -άντρας ή γυναίκα- απολαμβάνει τους καρπούς της αξιοσύνης του. Μια τέτοια συζήτηση περί απλής αξιοκρατίας –θεωρητικά– θα περιλάμβανε πιο πολλές γυναίκες σκηνοθέτες, από αυτές που βλέπουμε ότι καταφέρνουν να συνεχίζουν από τη μια δουλειά στην επόμενη, με μια σωστή, προοδευτική θα λέγαμε, πορεία, ως προς τα μεγέθη των αναθέσεων και τα μεγέθη των απολαβών τους ασφαλώς.

Ωστόσο, έτσι απλά αν τα βάλει κανείς κάτω, θα δει ότι αυτό πρακτικά δεν συμβαίνει ισότιμα. Μια γυναίκα για να φτάσει τις αναθέσεις ενός άντρα ή τον μισθό του θα πρέπει να δείξει περισσότερα δείγματα γραφής. Γιατί άραγε; Είναι προφανές λοιπόν πως πολλές γυναίκες δεν έχουν τις ευκαιρίες που τους αξίζουν λόγω του φύλου τους. Ας μη φοβόμαστε να πούμε την αλήθεια. Πιθανότατα διότι ο εκάστοτε καλλιτεχνικός διευθυντής ενός θεσμού ή ο δείνα θεατρικός παραγωγός είθισται να επιθυμεί να βρει στο σκηνοθέτη ένα πατρικό πρότυπο που θα του εμπνεύσει εμπιστοσύνη ότι θα του φέρει εισιτήρια ή/και αποδοχή από την καλλιτεχνική «πιάτσα».

Σπάνια οι παραγωγοί και οι καλλιτεχνικοί διευθυντές θεσμών, άντρες-γυναίκες, μπορούν να νιώσουν «ασφάλεια» με μια γυναίκα. Κι ας τους φέρει πιο πολλά εισιτήρια. Κι ας τους φέρει την καλλιτεχνική επιτυχία που επιθυμούσαν. Ίσως θα πρέπει, οι άνθρωποι που επιλέγουν σκηνοθέτες και σκηνοθέτιδες να έχουν κάνει σημαντικά προσωπικά βήματα, στην ψυχή, στο μυαλό τους, στη σεξουαλικότητά τους, πετώντας από πάνω τους αναμασημένα στερεότυπα περί αντρικής σιγουριάς και αυθεντίας. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και οι λαμπερές εξαιρέσεις, που τα έχουν καλά με την πάρτη τους και δεν ψάχνουν απαραίτητα την επιβεβαίωση στην επιλογή ενός ονόματος σκηνοθέτη. Το θέμα ωστόσο, όπως σας είπα, είναι να προαχθεί η αξιοκρατία. Όχι το να δοθούν ευκαιρίες στις γυναίκες, έτσι γενικώς ή επειδή είναι γυναίκες και μόνο. Γιατί τότε οι ευκαιρίες αυτές θα είναι επικοινωνιακού χαρακτήρα, κάτι που δεν θα προχωράει καθόλου το θέμα. Θα είναι «ευκαιρίες» όπως αυτές που έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, μέσα από λεγόμενα γυναίκεια πρότζεκτ ή πρότζεκτ για γυναίκες. Και στα οποία θεωρώ ότι είναι και υποτιμητικό το να λαμβάνει μέρος μια γυναίκα καλλιτέχνις.

Το θέμα είναι να ωριμάσουμε τόσο πολύ ως κοινωνία που οι άνθρωποι μεταξύ μας να στηρίζουμε τους ανθρώπους, για τη δουλειά τους, την προσπάθειά τους, την αξία τους και το έργο τους, χωρίς στερεοτυπικές αγκυλώσεις. Και να σταματήσουμε φυσικά να βλέπουμε τη γυναίκα ως τον άνθρωπο που απριόρι χρειάζεται νουθεσία για να κάνει σωστά τη δουλειά του.

Οι γυναίκες καλλιτέχνιδες που εκτιμώ είναι πολλές. Στη χώρα μας, δε, πάρα πολλές. Τις μελετώ, μου δίνουν με το έργο τους, τη σκέψη και τη ζωή τους, χωρίς να το γνωρίζουν, γιατί συνήθως δεν τους εκφράζω το θαυμασμό μου με λόγια, αλλά παρακολουθώ τη δουλειά τους - όπου και όπως μπορώ- και τις έχω μέσα στο μυαλό μου ως καταφύγιο στο σκοτάδι, σχεδόν σαν ένα αλλόθρησκο άγαλμα μητέρας-θεάς που στολίζεις νοερά με λουλούδια για να έχεις την προστασία της. Οι Ελληνίδες εν ζωή καλλιτέχνιδες που θαυμάζω, λοιπόν, είναι πολλές και εκλεκτές. Δε θα ‘θελα να αδικήσω στο μυαλό μου καμία, γι’ αυτό προτιμώ να μην τις αναφέρω ονομαστικά. Από γυναίκες παλαιότερων αιώνων ή γενεών, είναι η Αρτεμισία Τζεντιλλέσκι, η Φρίντα Κάλο, η Μέριλιν, η Τζόαν Μπαεζ, η Τζάνις Τζόπλιν, η Ιζαμπέλ Αλιέντε, η Αγκάθα Κρίστι, η Τζέιν Όστεν, η Αρουντάτι Ρόι,η Μαρίκα Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου, η Ρίτα Χέιγουορθ, η Ιζαμπέλ Ατζανί κ.ά.

Ειρήνη Φαναριώτη: «Πνίγουμε τα φλοράλ κορίτσια μέσα μας για να βγει μπροστά η δυναμική γυναίκα»

Αναρωτιέμαι για πόσα ακόμη χρόνια, πόσους ακόμη αιώνες, θα θέτουμε στους εαυτούς μας αυτή την ερώτηση. Αν θα φτάσει κάποτε η στιγμή επί της γης που να μην υφίσταται καν αυτή η αναρώτηση. Αν τα παιδιά μας θα αναπνεύσουν τον αερά της ισότητας κι αν θα διαβάζουν τις ιστορίες μας όπως εμείς διαβάζαμε την «Ηλιάδα» και την «Οδύσσεια». Την καλλιτεχνική μου «κατωτερότητα» την ένιωσα από πολύ νωρίς. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια όταν ένας δάσκαλός μου με συμβούλεψε να γίνω σκηνοθέτις αντί ηθοποιός αν θέλω να αποκτήσω ένα κάποιο κύρος στο χώρο του θεάτρου. Από κουβέντες παραδοχής προς το πρόσωπό μου σε παρέες-όταν τελικά ασχολήθηκα με τη σκηνοθεσία- πως πάλευα να υπάρξω στον κόσμο της ανδροκρατούμενης δημιουργίας, στο άβατο της τέχνης. Από τα έκπληκτα μάτια όσων έβλεπαν ότι τελικά αυτό το «κοριτσάκι» κάτι είχε να πει. Από τα αλλεπάλληλα όχι από φορείς και παραγωγούς. Από την απαίτηση σκηνοθετών να είμαι γλυκούλα, με «γυναικεία» διπλωματικά χαρίσματα ή «βοηθός αλεξικέραυνο». Με κορυφή αυτής της συνειδητοποίησης τη στιγμή του «λάθους» που δεν συγχωρείται. Τα κορίτσια της τέχνης δεν έχουν δικαίωμα στον πειραματισμό και στις ιδέες. «Ο πειραματισμός είναι για τα εργαστήρια Ειρήνη μου». Αυτό που θεωρείται λάθος, μη ορθό, κατά την ανδρική κρίση αλλά κι όχι μόνο. Γιατί το πιο σκληρό είναι όταν οι ίδιες οι γυναίκες είμαστε επικριτικές, αυστηρές με το φύλο μας.

Όταν εμείς οι ίδιες δε συγχωρούμε από άλλες γυναίκες το κατασκευασμένο με ανδρικά πρότυπα «λάθος». Πολύ νωρίς κατάλαβα ότι το φλοράλ «δεν περνάει». Αν δεν έχεις καλλιεργήσει την αντρική σου πλευρά είναι δύσκολο να ακουστείς, αν δε «χρησιμοποιήσεις» την θηλυκή σου πλευρά είναι δύσκολο να ακουστείς, αν φοράς τακούνια και φόρεμα πριν και μετά την πρόβα είσαι «ελαφριά», αν δεν επιβάλλεσαι με απειλές και βροντερή φωνή δεν ξέρεις τι θέλεις. Ποια σκηνοθέτις ή και ηθοποιός του θεάτρου που φοράει φλοράλ φόρεμα, φτιάχνει τα μαλλιά της ή βάφει τα νύχια της θεωρείται σοβαρή καλλιτέχνης; Μόνο παντελόνι, φόρμα, κοτσίδα ή κοντό μαλλί αν θέλεις να σε σέβονται σαν άντρα. Κανένας παραγωγός, κανένας θεσμός, κανένας διευθυντής, κανένας σκηνοθέτης δε βρέθηκε μέχρι σήμερα που να πίστεψε στη δύναμη του κοριτσιού με τα φλοράλ και τα λυτά μακριά μαλλιά. Κι έτσι πνίγουμε τα φλοράλ κορίτσια μέσα μας για να βγει μπροστά η δυναμική γυναίκα, να διεκδικήσει. Επίθετο που χρησιμοποιείται σπάνια έως ποτέ για άντρες. Ωστόσο συνηθίζουμε να λέμε «μια δυναμική γυναίκα». Λαμβάνουμε ως δεδομένο χαρακτηριστικό μιας γυναίκας την αδυναμία, την ευαλωτότητα. Δεν είναι αδύναμα τα κορίτσια. Απλώς επιλέγουν κάποιες φορές να κάνουν πίσω για να έρθει η κατάλληλη στιγμή που μόνο μπροστά θα πάνε.

Αγαπώ και θαυμάζω βαθιά όλες τις γυναίκες. Από τη μητέρα μου που μου έδειχνε πως να ζωγραφίζω πουλιά, την αδερφή μου που μου έμαθε τη μουσική, τις κολλητές μου από το σχολείο, τις φίλες που έχω κάνει μέσα στη δουλειά. Όλες τις γυναίκες που τολμούν, που υψώνουν ανάστημα κόντρα σε στερεότυπα μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια. Που καταφέρνουν και πετυχαίνουν με συνέπεια στις αξίες τους. Από αυτές που δεν έχω γνωρίσει θαυμάζω την Αννιές Βαρντά,την Κλερ Ντένις,την Ελέν Γκριμό, τη Φρίντα Κάλο,την Καμίλ Κλοντέλ,την Αθηνά Ραχήλ Τσαγκάρη, την Εύη Καλογηροπούλου,τη Γεωργία Μαυραγάννη,τη Λίγκια Κλάρκ, τη Σύλβια Πλαθ κ.ά.

ΤΟΠΟ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ!