Συνέντευξη

Τσέζαρις Γκραουζίνις: «Οι “Δούλες” έχουν έντονη τη μυρωδιά της φυλακής, όπως και το θέατρο»

Από -

Ήρεμος και ψύχραιμος, εμπνευσμένος και στοχαστικός, ο Λιθουανός σκηνοθέτης, που δουλεύει και ζει στη χώρα μας εδώ και χρόνια, συνεργάζεται φέτος με το Θέατρο του Νέου Κόσμου και ανεβάζει τις «Δούλες» του Ζαν Ζενέ (από 11 Οκτωβρίου) με τρεις ξεχωριστούς πρωταγωνιστές.

Πόσα χρόνια ζείτε στην Ελλάδα;
Πρώτη φορά ήρθα το 2006 χάρη στον Δημήτρη Τάρλοου, που με προσκάλεσε να σκηνοθετήσω στο θέατρό του το «Δάφνις και Χλόη». Πήγε ωραία, ήταν πολύ καλή η χημεία μου με τους ηθοποιούς αλλά και με το κοινό. Η επιθυμία να επιστρέψω προέκυψε πολύ φυσικά.

«Για να μιλήσω πιο σοβαρά, βλέπω τη διαδικασία των δοκιμών όχι ως τρόπο να εκφράσω κάτι που είχα στο μυαλό μου, αλλά ως μια διαδικασία να σκεφτώ για τη ζωή ποιητικά μαζί με τους συνεργάτες μου.»

Το θέατρο σας βοήθησε να ισορροπήσετε σε μια άγνωστη χώρα;
Βρέθηκα στη ζωή μου σε διάφορες χώρες, πάντα για επαγγελματικούς λόγους, κάνοντας θέατρο. Το θέατρο ήταν για μένα το κλειδί που άνοιγε πολλές και διαφορετικές πόρτες.

Είναι θέμα έμπνευσης η σκηνοθεσία;
Για μένα η σκηνοθεσία είναι κατά 90% παιδαγωγική. Εννοώ ότι δίνω μεγάλο βάρος στην δουλειά με τον ηθοποιό. Η επικοινωνία με τους ηθοποιούς στην πρόβα είναι αυτό που μπορεί να μου δώσει τη μεγαλύτερη έμπνευση. Αν αυτή η επικοινωνία έχει χαρά, τότε είναι δημιουργική, εμπνευσμένη.

Πώς αποφασίσατε να σκηνοθετήσετε τις «Δούλες» φέτος;
Η ιδέα να σκηνοθετήσω τις «Δούλες» ήρθε πριν από τρία χρόνια. Η απόφαση ήταν εντελώς παρορμητική. Ξέρετε, συχνά ξεκινάω τις πρόβες προσπαθώντας να καταλάβω το λόγο που αποφάσισα να ανεβάσω ένα έργο. Για να μιλήσω πιο σοβαρά, βλέπω τη διαδικασία των δοκιμών όχι ως τρόπο να εκφράσω κάτι που είχα στο μυαλό μου, αλλά ως μια διαδικασία να σκεφτώ για τη ζωή ποιητικά μαζί με τους συνεργάτες μου.

Τσέζαρις ΓκραουζίνιςΤι είδατε στον Δημήτρη Ήμελλο, τον Κώστα Μπερικόπουλο και τον Αργύρη Ξάφη και τους εμπιστευτήκατε αυτούς τους τόσο ιδιαίτερους γυναικείους ρόλους;
Θεωρώ και τους τρεις όχι μόνο χαρισματικούς, όχι μόνο ταλαντούχους, αλλά και τολμηρούς ώστε να πάρουν το επαγγελματικό ρίσκο να συμμετάσχουν σε ένα τόσο προβοκατόρικο έργο όπως οι «Δούλες» του Ζαν Ζενέ. Πρόκειται για τρεις ηθοποιούς εντελώς διαφορετικούς ως προσωπικότητες και πολύ ξεχωριστούς καλλιτέχνες. Όμως έχουν και οι τρεις ένα κοινό χαρακτηριστικό: πολύ καθαρή, σχεδόν παιδική στην καθαρότητά της περιέργεια να δοκιμάσουν νέες καλλιτεχνικές προκλήσεις. Τους ξεχωρίζω για το ήθος τους. Είναι τρεις ηθοποιοί καταξιωμένοι, αλλά ακόμη παθιασμένοι με την τέχνη τους.

Το έργο πέρα από την αρχική πλοκή έχει κι άλλα επίπεδα;
Υπάρχει έντονη η μυρωδιά της φυλακής. Τελικά όμως το έργο μιλά για το θέατρο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι και ο ρόλος και η παράσταση είναι κάτι σαν φυλακή, σαν ένα κελί για τον ηθοποιό, για την ψυχή, για το σώμα του.

© Domniki Mitropoulou
© Domniki Mitropoulou

Τι είναι χειρότερο η κακία, η αδιαφορία ή η σοβαροφάνεια;
Θα απαντήσω με μια φράση από μια ταινία των παιδικών μου χρόνων: «Τα πιο χαζά πράγματα στην ιστορία της ανθρωπότητας τα έκαναν άνθρωποι με πολύ σοβαρή ­έκφραση στο πρόσωπο».

Έχετε εγκλωβιστεί ποτέ μέσα σε ένα από τα παραπάνω;
Καταφέρνω να ξεπερνώ την κατάθλιψή μου όταν ξαναθυμάμαι πόσο μοναδικά υπέροχη και χαρούμενη είναι η ζωή μας. Τότε οι παγίδες που λέτε μοιάζουν να αξίζουν μόνο ένα συγχωρητικό γέλιο. Ο Ζενέ είχε πει ότι γινόμαστε δυστυχισμένοι, μίζεροι, όταν αφήνουμε να μας σέρνουν οι αυταπάτες μας.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου