Κριτική

Τρεις ψηλές γυναίκες

Από -

Βραβευμένο με Πούλιτζερ έργο ρεπερτορίου, γραμμένο από έναν σπουδαίο θεατρικό μάστορα, σε μια παρά­σταση υψηλής αισθητικής και καλών ερμηνειών αλλά περιορισμένης δυναμικής.

banner

Βρέφος 18 ημερών, ο Έντουαρντ Άλμπι (1928-2016) δίνεται για υιοθεσία. Οι θετοί γονείς του είναι ευκατάστατοι Νεοϋορκέζοι θεατρικοί επιχειρηματίες. «Ποτέ δεν ένιωσα άνετα μαζί τους», θα δηλώσει εκείνος. «Δεν νομίζω ότι ήξεραν πώς είναι ένας γονιός. Πιθανότατα ούτε εγώ ήξερα πώς είναι να είσαι γιος». Πότε, αλήθεια, γνωρίζει κάποιος ποιος είναι; Αυτό το ερώτημα βασανίζει όλη τη δραματουργία του Άλμπι­ και οι «Τρεις ψηλές γυναίκες» μπορούν να ιδωθούν ως ένα αλλόκοτο πορτρέτο της θετής μητέρας του. Διότι οι τρεις κυρίες του έργου (η 92χρονη Άλφα, η μεσήλικη Βήτα και η 26χρονη Γάμα) στην ουσία είναι το ίδιο πρόσωπο σε τρεις διαφορετικές εποχές της ζωής του. Με μοτίβα δανεισμένα από τον Στρίντμπεργκ, τον Τσέχοφ και τον Σαρτρ, αλλά με έναν ολοδικό του κυνισμό και άγριο σαρκασμό, ο Άλμπι στήνει μια ευρηματική συνθήκη, στα όρια της μεταφοράς και της μεταφυσικής, εκθέτοντας τις τρεις ηλικίες μιας­ γυναίκας εξαιρετικά αντιπαθητικής. στην ουσία ενός θηλυκού ­μισάνθρωπου.

Κοιτάζοντας τα φοβερά «ομιλούντα» χέρια της Μπέτυς Αρβανίτη (Άλφα), το θολωμένο αλλά άκρως αποκαλυπτικό βλέμμα της Μαρίας Κεχαγιόγλου (Βήτα) και το νευρώδες πέρα δώθε της Νεφέλης Κουρή (Γάμα), άκουγα όσα διαμείβονταν μεταξύ τους. Διαλογικό είναι, εξάλλου, το βραβευμένο με Πούλιτζερ (1994) δίπρακτο έργο. Μέσα από τον ωκεανό μιας ακατάσχετης φλυαρίας περί ηλικίας, γυναικείας­ κοκεταρίας, ιππασίας, άσωτων υιών, μονόφθαλμων αντρών, ακόμη και σηκωμένων πεών, ξεπηδούν –εκεί που δεν το περιμένεις– οι οντολογικές αγωνίες­ για τα μεγάλα μυστήρια αυτού του κόσμου: ο χρόνος, η μνήμη, η ταυτότητα, η φθαρτότητα, η εξουσία... Τι είναι, εξάλλου, η ύπαρξή μας αν όχι ένα τέτοιο κράμα ασημαντότητας και σπουδαιότητας;

Μήπως όμως οι «Τρεις ψηλές γυναίκες» συγκαταλέγονται πλέον στο πάνθεον των αριστοτεχνικά γραμμένων έργων ρεπερτορίου τα οποία πρέπει μεν να μελετώνται, αλλά όχι απαραίτητα να παρασταίνονται; Ή μήπως, πάλι, προαπαιτούν μια σκηνοθεσία επανεγγραφής για να μας αποκαλύψουν το μεγαλείο τους; Το βέβαιο είναι ότι, παρά τις καλοδουλεμένες ερμηνείες των τριών ηθοποιών στην ευφρόσυνα σκωπτική και αρκούντως προσεκτική σκηνοθεσία του Άρη Τρουπάκη, το έργο έχει περιορισμένο ενδιαφέρον. Μοιάζει να εμμένει στα όρια του αυτονόητου, του από καθέδρας ψυχογραφήματος και της άσκησης ύφους.

Τι θα συνέβαινε άραγε αν δεχόταν γενναίες περικοπές, αν ξέφευγε από το νατουραλιστικό του πλαίσιο αποκτώντας πιο σύνθετες μορφολογικές αναζητήσεις και αν οι τρεις ηθοποιοί έπαιζαν «δυσαρμονικά», δηλώνοντας ευθαρσώς τους εντελώς διαφορετικούς ερμηνευτικούς τους κώδικες – καθεμία ως μια άλλη ηλικία και μαζί μια άλλη σχολή υποκριτικής; Στο πλαίσιο που διατηρήθηκε, πάντως, υποβλητικό αποδεικνύεται ως σκηνικό το μεγαλοαστικό υπνοδωμάτιο της Ελένης Μανωλοπούλου, με το κρεβάτι-φέρετρο σε περίοπτη θέση και τα παλ ριντό αρμονικά φωτισμένα από τον Αλέκο Αναστασίου: ένα… κεκλεισμένων των θυρών μεθ’ εαυτόν!

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ­ Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, 2108838727. Διάρκεια: 100΄.

banner