Κριτική

Τρεις αδελφές

Από -

Σκηνοθέτης με άποψη, ο Δημήτρης Καραντζάς επιβεβαιώνει πως δεν σκηνοθετεί κανένα έργο χωρίς λόγο. Κάτι έχει να πει. Στην ενασχόλησή του με το τσεχοφικό αριστούργημα, πιάνεται από την ιδέα του χρόνου και στήνει πάνω της μια συνεπή, μελετημένη παράσταση, που ρίχνει το δικό της φως στο έργο. Και μόνο επιλέγοντας για τους ρόλους των τριών αδελφών (ηλικίας 28, 23 και 20 χρόνων) ηθοποιούς εμφανώς μεγαλύτερης ηλικίας (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Μαρία Κεχαγιόγλου, Αθηνά Μαξίμου), φανερώνει –και μάλιστα με την πρώτη εικόνα– το σχόλιό του: ο χρόνος είναι αμείλικτος, ειλικρινής και δεν ξεγελιέται, όσο κι αν η Όλια, η Μάσα και η Ιρίνα νομίζουν ότι τον ξεγελούν, καθώς μιλούν ακατάπαυστα για το μέλλον και αναπολούν το παρελθόν στην προσπάθειά τους να αποφύγουν το παρόν.

«Πριν από ένα χρόνο πέθανε ο πατέρας», είναι η πρώτη ατάκα του έργου και, βλέποντάς τις γερασμένες, με γκρίζα μαλλιά, δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι είκοσι-τριάντα χρόνια τώρα ξαναζούν σε λούπα τα ίδια γεγονότα, ανήμπορες, απρόθυμες να απεμπλακούν από την προσκόλλησή τους σε αυτά. Και όσο η άδεια σκηνή γεμίζει με έπιπλα, είναι σαν οι ίδιες να δημιουργούν το τοπίο των αναμνήσεών τους, ένα παρηγορητικό σκηνικό που στήνουν από την αρχή για να ενδυθούν την παρελθοντική εικόνα τους.

Όσοι είναι εξοικειωμένοι με το έργο γνωρίζουν ότι η «μεγάλη ιδέα» που διακατέχει τις ηρωίδες, η επιστροφή στη Μόσχα, που θα σημάνει μια συναρπαστικότερη ζωή από αυτήν που ζουν στη ρωσική επαρχία, είναι ένα φανταστικό καταφύγιο για να κρυφτούν από την αδράνειά τους, την παραίτηση από το χειροπιαστό «εδώ και τώρα». Η οπτική του Καραντζά, με τις ηρωίδες πιασμένες στα γρανάζια του χρόνου, επιβεβαιώνει και μεγεθύνει αυτήν την αίσθηση. Υπάρχει όμως κάτι νομοτελειακό, ένα δυσβάσταχτο αδιέξοδο στο οικοδόμημα που τόσο μελετημένα έχει χτίσει. «Η ζωή μας δεν τελείωσε», «θα ζήσουμε», «θα πάω να δουλέψω»: με αυτά τα λόγια υπόσχονται, στο φινάλε, να υποδεχτούν το αβέβαιο μέλλον τους οι τρεις ηρωίδες. Η ανάγνωση του Καραντζά όμως δεν αφήνει κανένα περιθώριο ανοιχτό. Η ζωή τους έμεινε από τότε σε μια διαρκή εκκρεμότητα. Κανένα βήμα μπροστά.

Έτσι βέβαια διαφεύγει η ελπίδα που εμφυσά ο Τσέχοφ, αυτός ο εξαίρετος ανατόμος της ανθρώπινης ύπαρξης και ψυχής, στα δράματά του. Με το βλέμμα στραμμένο ταυτόχρονα στους ανθρώπους του καιρού του και σε αυτούς του μέλλοντος, ο Τσέχοφ δημιουργεί ποίηση από το «ευτελές», το καθημερινό, και κάνει –με έναν εντελώς δικό του τρόπο– τις βασανισμένες υπάρξεις που κατοικούν στα έργα του να φωτίζουν σαν φάροι στο σκοτάδι. Στην κατά Καραντζά ανάγνωση, το φως δείχνει να έχει σβήσει, οι τρεις ηρωίδες φέρουν πάνω τους ανεξίτηλο το βάρος του χρόνου και ειδικά οι ερμηνείες της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και της Αθηνάς Μαξίμου κατευθύνονται σε μια δραματική απόδοση της Όλια και της Ιρίνα αντίστοιχα, με έμφαση στα εμμονικά, νευρωτικά χαρακτηριστικά τους.

Όχι ότι δεν υπάρχουν πράγματα να θαυμάσει και να επαινέσει κάποιος, με πρώτο και σημαντικότερο την ύπαρξη μιας κεντρικής ιδέας που υπηρετείται μέχρι τέλους. Το μοτίβο του χρόνου ορίζει υπογείως κάθε στοιχείο της παράστασης, π.χ. στην απόδοση της ηλικιωμένης Ανφίσα (Υβόννη Μαλτέζου) με παλιμπαιδίζουσα συμπεριφορά, σε ακόμη μία «διαστρέβλωση» του χρόνου από τον σκηνοθέτη. Η Μαρία Κεχαγιόγλου κάνει τη διαφορά σκιαγραφώντας πολύπλευρα τις μεταπτώσεις της Μάσα και μας χαρίζει μια υπέροχη ερμηνεία, ενώ σε πολύ ωραία αντίστιξη με τις τρεις παροπλισμένες από τη ζωή ηρωίδες έρχεται η γήινη παρουσία των αντρών, του Αιμίλιου Χειλάκη (Βερσίνιν) και του Ορφέα Αυγουστίδη (Τούζενμπαχ) καθώς και του Αινεία Τσαμάτη, που συλλαμβάνει πολύ ωραία τον αλλόκοτο Σολιόνι. Η Σύρμω Κεκέ κάνει αισθητή την παρουσία της Νατάλια ως αρνητικής ηρωίδας και μόνο, που εξαπλώνεται σαν ιός και καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο ζωτικό χώρο στο σπίτι των Προζόροφ.

Ο Δημήτρης Καμαρωτός έχει κάνει σπουδαία δουλειά: τη μουσική του δεν την «καταλαβαίνεις» ώσπου συνειδητοποιείς ότι δημιουργείται από και δημιουργεί η ίδια το συναίσθημα και το τέμπο κάθε σκηνής. Το σκηνικό της Μαρίας Πανουργιά, ένας ψηλός τοίχος που κόβει το βάθος της σκηνής περιορίζοντας τον ορίζοντα, συμβάλλει στην κλειστοφοβική, αδιέξοδη αίσθηση της παράστασης. Όταν πια στην τελευταία πράξη ο τοίχος ανοίγει για να μεταφερθούμε στην ονειρική σκηνή του αποχαιρετισμού, τότε και η παράσταση υποκλίνεται ολοκληρωτικά στο μεγαλείο της τρυφερότητας του Ρώσου δραματουργού.

ΒΕΑΚΗ Στουρνάρη 32, Εξάρχεια, 2105223522. Διάρκεια: 135΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα