Συνέντευξη

Τομ Βολφ: «Η Μόνικα Μπελούτσι έχει την ιδανική φωνή για να ζωντανέψει τις επιστολές της Μαρίας Κάλλας»

Από -

Σε απόλυτο sold out αναδείχθηκε η παράσταση «Μαρία Κάλλας: επιστολές και αναμνήσεις» σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Τομ Βολφ, με πρωταγωνίστρια την σινεματική σταρ Μόνικα Μπελούτσι που θα δούμε στο Ηρώδειο από 21-23/9, πλαισιωμένη από την Καμεράτα - Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, υπό τη διεύθυνση του κορυφαίου Έλληνα μαέστρου Γιώργου Πέτρου. Ο μόλις 34χρονος σκηνοθέτης μιλάει στο «α» για το συναρπαστικό ταξίδι εξερεύνησης της πολυεπίπεδης προσωπικότητας της Μαρίας Κάλλας, το οποίο διαμορφώθηκε σε μία πορεία 8 χρόνων σε ολόκληρο τον κόσμο! Κατά τη διάρκειά του συγκέντρωσε 350 ως επί το πλείστον αδημοσίευτες επιστολές της, που αποτελούν τον πυρήνα μιας αποκαλυπτικής παράστασης πάνω στην αξεπέραστη ντίβα της όπερας.

Διαλέξατε τη Μόνικα Μπελούτσι για να υποδυθεί τη Μαρία Κάλλας, μια έμπειρη σινεματική ηθοποιό που ανέβηκε φέτος για πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι. Ποιοί ήταν οι λόγοι σας πίσω από αυτή την απόφαση και πώς εξελίχθηκε η συνεργασία σας;
Η παράσταση γεννήθηκε μέσα από το βιβλίο «Μαρία Κάλλας: επιστολές και αναμνήσεις», το οποίο είναι το σίκουελ του ντοκιμαντέρ «Maria by Callas: In her own words» που σκηνοθέτησα το 2017. Δεν θα υπήρχε αυτό το έργο σήμερα αν δεν είχε δημιουργηθεί πρώτα η ταινία και μετά το βιβλίο. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, το οποίο περιλαμβάνει κυρίως αδημοσίευτες μέχρι σήμερα επιστολές και απομνημονεύματα -τα οποία φυσικά η Κάλλας απλώς τα έγραψε, ποτέ δεν προέφερε αυτές τις λέξεις- ένιωσα ότι θα ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία να ακουστούν και πολύ διαφορετική από αυτήν της απλής ανάγνωσης, μιας και το περιεχόμενο τους ήταν τόσο προσωπικό και παράλληλα βαθιά συγκινητικό. Τυχαία γνώρισα τη Μόνικα μέσω ενός κοινού φίλου λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου. Της το έδωσα κι εκείνη μου διάβασε μερικά γράμματα στην τύχη. Έτσι, ανακάλυψα ότι είχε την ιδανική φωνή για ζωντανέψει τις επιστολές της Μαρία Κάλλας. Στη συνέχεια το πρότζεκτ προχώρησε πολύ φυσικά και ενστικτωδώς, καθώς η ίδια δεν είχε ανέβει ποτέ στη σκηνή, κι εγώ -αν και έχω εμπειρία στη θεατρική σκηνοθεσία- ποτέ μέχρι τότε δεν είχα αναλάβει εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά τη δημιουργία μιας παράστασης. Ήταν, λοιπόν, ένα στοίχημα που αναλάβαμε από κοινού, δουλέψαμε πολύ σκληρά και το πετύχαμε.

Η παράσταση αποκαλύπτει μια άγνωστη πλευρά της Μαρίας Κάλλας;
Πρώτα με την ταινία, έπειτα με το βιβλίο και τώρα με την παράσταση, στόχος της δουλειάς μου ήταν να δώσω φωνή περισσότερο στη Μαρία παρά στην Κάλλας. Βρήκα ότι η γυναίκα πίσω από το μύθο μας είναι ως επί το πλείστον άγνωστη. Ο κόσμος γνωρίζει την Κάλλας ως καλλιτέχνιδα και κάποια βασικά σημεία της ζωής της, αλλά ποτέ δεν υπήρξε πραγματικό ενδιαφέρον για το ποια ήταν στην πραγματικότητα ως άνθρωπος. Πιστεύω ότι το κοινό θα ανακαλύψει πολλές διαφορετικές πλευρές της προσωπικότητας της μέσα από την παράσταση, η οποία όμως δεν προέρχεται από το αποκύημα της φαντασίας ενός θεατρικού συγγραφέα, όπως για παράδειγμα το «Master class» του Τέρενς ΜακΝάλι, αλλά από τις δικές της λέξεις.

banner

«Όταν μαθαίνουμε περισσότερα για τη Μαρία, η φωνή της Κάλλας μας αγγίζει ακόμη πιο πολύ, γιατί καταλαβαίνουμε βαθύτερα το συναίσθημα που διοχετεύει στην τέχνη της. Αυτό που με γοητεύει σε εκείνη είναι αυτό που έρχεται στη δική μας ψυχή μέσα από τη δική της».

Τι θα δούμε επί σκηνής; Πρόκειται να ακούσουμε τη φωνή της Μαρίας Κάλλας; Χρησιμοποιείτε δικά της κοστούμια;
Η ιδέα ήταν να δημιουργήσουμε μια συνθήκη που δίνει την εντύπωση στους θεατές ότι μπαίνουν στο διαμέρισμα της Κάλλας κι εκείνη ανοίγει ένα διάλογο μαζί τους, κάνοντας την παράσταση ιδιαίτερα οικεία και προσωπική. Στο κέντρο της σκηνής υπάρχει ένας καναπές, αντίγραφο του καναπέ που υπήρχε στο διαμέρισμα της Κάλλας και η Μόνικα φοράει ένα φόρεμα που ανήκε στην ντίβα, οπότε είναι πολύ ξεχωριστό. Η παράσταση κινείται πάνω σε έναν χρονολογικό ιστό που καλύπτει 30 χρόνια, ένα πολύ μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής της. Είναι σαν ένα ταξίδι στο οποίο μας παρασύρει -από την αρχή μέχρι το τέλος. Και στην πορεία αυτού του ταξιδιού θα ακούσουμε κάποιες ηχογραφήσεις που συνδέονται κάθε φορά με μία συγκεκριμένη στιγμή της ζωής της την οποία αναφέρει μέσα στις επιστολές. Για παράδειγμα όταν μιλάει για την πρώτη φορά που τραγούδησε την «Casta Diva» (μετάφρ.: «Αγνή θεά») από τη «Νόρμα» του Βιντσέντζο Μπελίνι, θα ακούσουμε μία από τις πρώτες ηχογραφήσεις του κομματιού από την ίδια. Είναι άμεση η σύνδεση ανάμεσα στη μουσική και στις επιστολές, γιατί η Κάλλας επέλεγε το μουσικό έργο που θα ερμηνεύσει σύμφωνα με ό,τι συνέβαινε στη ζωή της.

Ποιά ήταν η μέθοδος σας, ως βιογράφος, προκειμένου να συγκεντρώσετε όλο αυτό το υλικό; Μιλήσατε με ανθρώπους που την γνώριζαν προσωπικά;
Η συγκέντρωση του υλικού ξεκίνησε από τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ, μέσα στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν κάποιες επιστολές. Όταν αποφάσισα να φτιάξω το βιβλίο, επέστρεψα και συνάντησα όλους τους φίλους της Κάλλας που μου είχαν εμπιστευτεί υλικό για την ταινία, αναζητώντας περισσότερα γραπτά απομνημονεύματα τα οποία ουσιαστικά θα διαμόρφωναν μια αυτοβιογραφία. Ήταν μια μακρά διαδικασία να βρω τα γράμματα. Ήταν διασκορπισμένα σε όλο τον κόσμο και ήταν είτε στην κατοχή φίλων της ή ακόμα και δικών τους φίλων είτε είχαν πωληθεί σε δημοπρασίες είτε βρίσκονταν σε βιβλιοθήκες.

Είστε ευχαριστημένος με την πορεία του ντοκιμαντέρ;
Η ταινία μου κυκλοφόρησε σε 48 χώρες από το 2017 έως το 2019! Είμαι πολύ ευχαριστημένος. Ταυτόχρονα, εκμεταλλεύτηκα τις προβολές σε κάθε γωνιά του κόσμου για να αναζητήσω περισσότερο υλικό για το βιβλίο.

Τί σας γοητεύει περισσότερο στην προσωπικότητα της Μαρίας Κάλλας;
Πρώτα απ’ όλα, πιστεύω ότι είναι αδύνατον να μην αγγίξει με τη φωνή της όποιον την ακούσει. Κι όταν μαθαίνουμε περισσότερα για τη Μαρία, η φωνή της Κάλλας μας αγγίζει ακόμη περισσότερο, γιατί καταλαβαίνουμε βαθύτερα το δικό της συναίσθημα που διοχετεύει στην τέχνη της. Αυτό που με γοητεύει σε εκείνη είναι αυτό που έρχεται στη δική μας ψυχή μέσα από τη δική της.

Πώς νιώθετε που θα παρουσιάσετε μια παράσταση στο Ηρώδειο κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης;
Είναι ένα τεράστιο σύμβολο γιατί στο Ηρώδειο η Κάλλας έκανε το ντεμπούτο της με το κατά κόσμον όνομα της Μαρία Καλογεροπούλου. Πιστεύω ότι η παρουσίαση της παράστασης θα είναι πολύ συναισθηματική γιατί είναι η πρώτη φορά που επιστρέφει σε αυτόν τον χώρο, και επιστρέφει πραγματικά με τις δικές της λέξεις, αν και περισσότερο ως Μαρία και λιγότερο ως Κάλλας.

Σας ενδιαφέρει να ασχοληθείτε με τη βιογραφία κάποιου άλλου ανθρώπου-μύθου στο μέλλον;
Η δουλειά μου δεν σχετίζεται με έναν ακόμη μύθο ή ένα είδωλο αλλά είναι αφιερωμένη στη Μαρία Κάλλας γιατί με άγγιξε η ίδια και το πεπρωμένο έφερε στο δρόμο μου όλους αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους που ήταν κοντά της και που με βοήθησαν και με προέτρεψαν να κάνω αυτό το πρότζεκτ. Η δουλειά μου είναι μόνο για εκείνη και οτιδήποτε κι αν κάνω στο μέλλον μπορεί να συνδέεται με τελείως διαφορετικούς τομείς και πιθανόν όχι με κάποια άλλη προσωπικότητα.

Εκτός αν σας αγγίξει κάποιο άλλο είδωλο…
Δεν νομίζω ότι ένα τέτοιο ταξίδι που καταλαμβάνει επτά χρόνια από τη ζωή σου, μπορεί να επαναληφθεί. Πιστεύω ότι είναι πολύ μοναδικό. Είναι μια πολύπλοκη προσωπικότητα με μια πολύπλοκη ζωή, κι όταν βλέπεις την ταινία, διαβάζεις το βιβλίο και παρακολουθείς την παράσταση, ανακαλύπτεις διαφορετικές πλευρές της Κάλλας. Το γεγονός αυτό το κάνει ενδιαφέρον και για μένα, το να κάνω διαφορετικά πρότζεκτ πάνω στον ίδιο άνθρωπο με οδηγεί να ανακαλύψω κάθε φορά κάτι καινούργιο.

Έχετε σχέδια για το μέλλον;
Όχι ακόμα. Είμαι εδώ, είμαι συγκεντρωμένος πάνω στη δουλειά μου με τη Μόνικα και την μεγάλη διεθνή περιοδεία που θα ακολουθήσει. Είμαι πολύ ενθουσιασμένος που ξεκινάει εδώ, γιατί και η περιοδεία μου με την ταινία ξεκίνησε από την Αθήνα. Οπότε είναι συμβολικό και για μένα προσωπικά να βρίσκομαι στην Ελλάδα.

Αντιμετωπίσατε ζητήματα με την πανδημία;
Ναι φυσικά. Για την ακρίβεια παίζαμε στο Παρίσι όταν ξεκίνησε η πανδημία και διακόπηκαν οι παραστάσεις μας. Πιστεύω ότι αυτή τη δύσκολη στιγμή οι άνθρωποι χρειάζονται περισσότερο από ποτέ την ομορφιά και την απόδραση από την καθημερινότητα -κι αυτός είναι ο στόχος της τέχνης. Αυτός, όμως, ήταν και ο σκοπός της Μαρίας Κάλλας. Μέσα από τα τραγούδια και τη μουσική προσπαθούσε να δώσει στον κόσμο, όπως έλεγε η ίδια, «την ψευδαίσθηση ενός καλύτερου κόσμου».

Ποια πιστεύετε ότι είναι τα χαρακτηριστικά ενός σπουδαίου καλλιτέχνη;
Πρώτα απ’ όλα, το να μην συνειδητοποιεί το μεγαλείο του. Δεν είναι, όμως, μόνο θέμα σεμνότητας, αλλά το να μην έχει επίγνωση της μεγαλοφυΐας του. Η Κάλλας όχι μόνο δεν είχε επίγνωση, αντιθέτως πίστευε ότι δεν έχει πάρα πολύ καλή φωνή! Βρισκόταν συνέχεια εν μέσω μιας μάχης γιατί δεν συνειδητοποιούσε ότι αυτό που έκανε ήταν σπουδαίο, παρότι οι άνθρωποι της το έλεγαν. Ήταν σκληρή με τον εαυτό της. Μόνο τα τελευταία χρόνια της ζωής της, όταν ήδη έχανε τη φωνή της, κατάλαβε ακούγοντας τις παλιές ζωντανές ηχογραφήσεις της ότι ήταν συγκλονιστικές. Το δεύτερο χαρακτηριστικό ενός σπουδαίου καλλιτέχνη είναι να κάνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο να φαίνεται απλό και ανεπιτήδευτο. Όταν η Κάλλας τραγουδάει φαίνεται τόσο απλό, ενώ η δουλειά και η προσπάθεια που υπάρχει πίσω από αυτό είναι αδύνατον να τη φανταστούμε. Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι ίσως κάτι που απασχολεί όλους τους καλλιτέχνες και αυτό είναι η τελειομανία. Πάντα προσπαθούν να κάνουν κάτι ακόμα καλύτερο. Η Κάλλας δεν ήταν ποτέ χαρούμενη με τον εαυτό της, πάντα πίστευε ότι έπρεπε να το κάνει καλύτερα προκειμένου να υπηρετήσει την ιδιοφυία των συνθετών που αγαπούσε τόσο πολύ. Όπως αναφέρει η ίδια στην ταινία: «Ένας πραγματικός καλλιτέχνης ποτέ δεν μπορεί να είναι χαρούμενος». Πάντα θέλουν περισσότερο αλλά αυτό είναι μέρος της μεγαλοφυίας τους. Ένας καλλιτέχνης που είναι ικανοποιημένος με τον εαυτό του ποτέ δεν μπορεί να είναι σπουδαίος.

Στοχεύετε να επανασυστήσετε τη Μαρία Κάλλας σε νεότερες γενιές;
Απόλυτα. Με τη δουλειά μου προσπαθώ να δείξω την Κάλλας μέσα από μια άλλη ματιά. Και το κάνω αυτό και για τους ανθρώπους που ήδη αγαπούν την Κάλλας, έχουν διαβάσει βιβλία και έχουν ακούσει ηχογραφήσεις. Γιατί ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση υπάρχουν τόσα πολλά μυστήρια και φήμες γύρω από το όνομα της, που πιστεύω ότι η πλειοψηφία του κόσμου ποτέ δεν κατάλαβε ποια ήταν πραγματικά. Την ίδια στιγμή, ελπίζω αυτό το πρότζεκτ να την συστήσει σε μια νεότερη γενιά με διαφορετική προοπτική από εκείνη των προηγούμενων γενεών, στις οποίες ήταν γνωστή από τις ηχογραφήσεις της αλλά και από το κουτσομπολιό, τα σκάνδαλα και τον Ωνάση. Είναι σημαντικό για μένα η δουλειά μου να είναι ιδιαίτερα προσβάσιμη από όλους, ακόμα κι από εκείνους που δεν την γνωρίζουν, όπως δεν την γνώριζα κι εγώ πριν οκτώ χρόνια. Και θεωρώ πραγματικά όμορφο να την ανακαλύψει κάποιος μέσα από μια αντικειμενική οπτική -τις ηχογραφήσεις, τα γράμματα, τις συνεντεύξεις της- και να μάθει ποια ήταν πραγματικά. Στην παράσταση το κοινό θα ανακαλύψει παράλληλα τη γυναίκα και την καλλιτέχνιδα γιατί μέσα από τα γράμματα της μιλάει για τη ζωή της, για την δουλειά της, για την ίδια την τέχνη.