Κριτική

Το θείο τραγί

του Γιάννη Σκαρίμπα. Σκηνοθεσία: Άρης Μπινιάρης-Παντελέων.

Από -

H ηλεκτρισμένη ερμηνεία ενός «αλήτικου» αριστουργήματος του Σκαρίμπα, μπροστά σε ένα μικρόφωνο, συνοδεία ζωντανής μουσικής, σαν να πρόκειται για ροκ συναυλία.

«Ήμουν το θείο τραγί! Μεεεε…» βελάζει και τραγουδάει ο Άρης Μπινιάρης-Παντελέων, έχοντας γίνει ο ίδιος, ως απόλυτος περφόρμερ, ο αλητήριος ήρωας του σύντομου μυθιστορήματος του 1933, ο οποίος επιστρέφει στα πάτρια εδάφη για να γίνει σταβλάρχης στις υπηρεσίες της παλιάς του αγαπητικιάς κι έπειτα να την… οργώσει και να φύγει, όπως θέλει, «στην ερημιά του χρόνου», αφήνοντας όμως για πάντα το μόρτικο καρπό του στην κοιλιά της.
Ήταν, λοιπόν, ο Γιάννης Σκαρίμπας ένας μακρινός απόγονος του Μποντλέρ και του Ρεμπό; Ένας αφανής Έλληνας μπίτνικ; Μήπως ήταν ο Τζακ Κέρουακ ή ο Ουίλιαμ Μπάροουζ των τόπων μας και των καιρών του; Και μήπως το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Θείο τραγί», θα έπρεπε να είναι από τα «ευαγγέλια» της λογοτεχνικής μας νεωτερικότητας και ο οργισμένος ύμνος της τωρινής και αμφίβολης επαναστατικότητάς μας; Ακούγοντάς το να ερμηνεύεται από τον Άρη Μπινιάρη-Παντελέοντα αλήτικα και σκωπτικά, διονυσιακά και χοϊκά, με μια διάχυτη ειρωνεία και σε ένα διαρκή κλαυσίγελο, σαν να είναι μια καταραμένη μπαλάντα, τέτοιες σκέψεις έκανα για το ελάχιστα γνωστό αριστούργημα του παραγνωρισμένου συγγραφέα και ποιητή του ελληνικού Μεσοπολέμου.
Να όμως που 30 χρόνια μετά το θάνατο του Σκαρίμπα ένας νέος δημιουργός, ο γιος του ηθοποιού και σκηνοθέτη Γιώργου Μπινιάρη, με μια πορεία που είχε ως σημείο εκκίνησης το θέατρο δρόμου και την ομάδα Παντούμ αλλά και την επανερμηνεία του αρχαίου δράματος (έχει ανεβάσει την «Αντιγόνη» και τις «Βάκχες»), καταπιάνεται με το «Θείο τραγί», αυτό το παράφορο κι όμως ελάχιστα γνωστό μανιφέστο ενάντια στις συμβάσεις της καθεστηκυίας τάξης.

Γιατί ο Σκαρίμπας (1893-1984), ενδεχομένως επειδή αντικρουόταν σε ό,τι έμελλε να ορίσει την αστική/εθνική μυθολογία της «ελληνικότητάς» μας, δεν έγινε ποτέ τόσο δημοφιλής όσο ο Θεοτοκάς ή ο Τερζάκης, ούτε όσο ο Ρίτσος ή Ελύτης. Ο ίδιος ουδέποτε έζησε μποέμικη ζωή, όμως οι αντι-ήρωες των γραπτών του, όπως ο στρατοκόπος Γιάννης στο «Θείο τραγί», ανήκουν στις στρατιές των «εξαίσιων τεράτων» που γοητεύουν όσους οραματίζονται πως είναι «πολίτες του απείρου με μόνη σφραγίδα τον πάτο τους», για να «κλέψω» δυο φράσεις του ίδιου του Σκαρίμπα.
Είναι απολαυστικό να βλέπεις πώς μπλέκονται στην περφόρμανς του «Bios» ο λόγος του Σκαρίμπα –αχ, να μιλούσαμε έτσι– και η ηλεκτρισμένη ζωντανή μουσική – ένα ιδίωμα γκραντζ και ροκ, με το μπάσο (Τάκης Βαρελάς) να λειτουργεί κάποτε και σαν ηλεκτρική κιθάρα αλλά και τα τύμπανα (Βασίλης Γιασλακιώτης) να καθορίζουν το ρυθμό της αφήγησης. Παρουσιάζει επίσης εξαιρετικό ενδιαφέρον ο διάλογος της μουσικής με τα ασπρόμαυρα βίντεο (Βασίλης Χαραλαμπίδης) με τις μεσοπολεμικές εικόνες. Ας σημειώσω εδώ πως η συγκεκριμένη παράσταση υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, το καλλιτεχνικό outsider του 2011 και μια από τις πιο αξέχαστες θεατρικές εμπειρίες που έχω ζήσει. Επαναλαμβάνεται φέτος εκ νέου και την είδα στη νέα της πρεμιέρα, την προηγούμενη Πέμπτη.

Κάποια προβλήματα με την ένταση του ήχου και τη χρήση των φωτισμών θεωρώ πως, κατά τη διάρκεια των επόμενων παραστάσεων, θα διορθωθούν. Τα πάντα όμως, όπως και τότε έτσι και τώρα, ορίζονται από την αδρή, εξπρεσιονιστική, σωματική ερμηνεία του Άρη Μπινιάρη-Παντελέοντος μπροστά στο μικρόφωνο^ ακόμη και τα ακροδάχτυλά του παθιάζονται. Η περφόρμανς του είναι λιτή αλλά παράφορη, μεστή πάθους και συναισθημάτων, άψογα οργανωμένη σύμφωνα με τους κώδικες μιας ροκ ερμηνείας. Και είναι αυθεντική μες στην παραδοξότητά της, ειλικρινής μες στην επιτήδευσή της και, πάνω απ’ όλα, ανασταίνει τον πυρετικό λόγο και την αναρχική σκέψη του μπαρμπα-Γιάννη Σκαρίμπα. Και αυτό το τελευταίο θα του το χρωστάμε.