Συνέντευξη

Το success story του Κωσταντίνου Μαρκουλάκη

Από , , -

Εκτός από διαχρονικά καλός ηθοποιός, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης έχει αποδείξει τα τελευταία χρόνια ότι είναι κι ένας επιτυχημένος θεατρικός σκηνοθέτης, που ανέλαβε το ρίσκο να μας συστήσει δύσκολα έργα, ποτισμένα με ένα ιδιότυπο μαύρο χιούμορ, και κέρδισε κοινό και κριτικούς υπογράφοντας μεγάλες επιτυχίες. Μετά τον «Αύγουστο», που επαναλαμβάνεται στο «Δημήτρης Χορν», φέτος ιντριγκάρει με τον ­ολοκαίνουργιο «Φάρο» στο Αθηνών, στον οποίο και πρωταγωνιστεί. Ως ηθοποιό τον συναντάμε και στην ταινία του Νίκου Περάκη «Success story», που βγαίνει αυτήν την εβδομάδα στις αίθουσες. Αυτή ήταν η αφορμή για να κάνουμε μαζί του μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης.

Πουπουλένιος», «Θεός της σφαγής», «Αύγουστος» είναι τρεις μεγάλες σκηνοθετικές επιτυχίες των τελευταίων ετών. Τι σε κάνει να επιλέγεις σύγχρονα έργα, που έχουν κάτι οξύ, πικρό ­αλλά και αστείο;
Νιώθω την ανάγκη να πω ιστορίες του σήμερα. Όχι ότι δεν υπάρχουν σπουδαία κλασικά έργα, όμως λόγω της ιδιοσυγκρασίας μου, λόγω του τρόπου με τον οποίο έχω μεγαλώσει, μου αρέσει το μαύρο χιούμορ κι αυτό υπάρχει σε όλα τα έργα που έχω επιλέξει να σκηνοθετήσω.

Βάζεις το μαύρο χιούμορ και στην καθημερινότητά σου;
Όταν πέθανε ο πατέρας μου, πήρε­ τηλέφωνο ο φυσικοθεραπευτής του για το επόμενο ραντεβού κι εγώ του ανακοίνωσα πολύ απλά: «Ξέρετε, ο πατέρας μου δεν θα χρειαστεί άλλες φυσικοθεραπείες». Ακούγεται κυνικό, όμως δεν είναι. Το μαύρο χιούμορ δεν γιατρεύει, εκφράζει μια απελπισία κι έχω γνωρίσει λίγους Έλληνες που το καταλαβαίνουν. Θα μου πεις πώς έκανε επιτυχία ο «Πουπουλένιος» του Μάρτιν ΜακΝτόνα, μια μαύρη κωμωδία-θρίλερ; Υπήρχαν θεατές που έφευγαν συγκλονισμένοι κι έλεγαν με δάκρυα στα μάτια: «Συγκλονιστικό πολιτικό έργο, γροθιά στο στομάχι­ για τη βία της εξουσίας» και τους απαντούσα πως δεν είχε σχέση με τη βία της εξουσίας. Σε άλλα πράγματα κλείνει το μάτι ο συγγραφέας­. Άλλοι πάλι ένιωθαν ενοχλημένοι που κάποιοι γελούσαν, όπως και στον «Θεό της σφαγής». Είτε κατάλαβαν τα έργα σε βάθος είτε όχι, κάτι τους έκαναν να αισθανθούν.

Τι σε συγκίνησε στον «Φάρο» του Κόνορ ΜακΦέρσον;
Αγαπώ την απελπισία και το μαύρο χιούμορ και λατρεύω τα έργα που παντρεύουν αυτά τα δύο στοιχεία. Μου αρέσουν τα αταξινόμητα έργα­. Τι ήταν ο «Πουπουλένιος», δράμα ή μαύρη κωμωδία; Όταν διαβάσεις το κείμενο στα αγγλικά, θα δεις ότι είναι συγκλονιστικό το μαύρο χιούμορ με το οποίο είναι γραμμένο. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «Φάρο». Είναι εργάρα, οι διάλογοι είναι τόσο καλά γραμμένοι! Είναι βραδείας καύσεως, δηλαδή από εκείνα τα έργα που αργούν πολύ να πάρουν μπρος, και ο συγγραφέας το κάνει­ εκ προθέσεως. Τέσσερις τύποι που θα μπορούσαν να είναι ο Μεγάλος­ Λεμπόφσκι αλλά και ήρωες του Ντέιβιντ Μάμετ ή του δικού μας Δημήτρη Κεχαΐδη, αποτυχημένοι σε όλα, σε δουλειές και σε προσωπικές σχέσεις, βρίσκονται μαζί για να προετοιμάσουν τη βραδιά της παραμονής Χριστουγέννων. Διάφορα συμβαίνουν μεταξύ τους, ενώ καταλυτικό ρόλο παίζει ένας ξένος.

Όταν ένας από τους χαρακτήρες συστήνεται ως «ο όφις στον κήπο», καταλαβαίνεις ότι το έργο φλερτάρει με το μεταφυσικό. ­Πιστεύεις στον θεό;
Αγαπώ την επιστημονική σκέψη, ­αλλά πιστεύω πως υπάρχει κάτι το οποίο μας υπερβαίνει. Η μεγάλη δια­φορά μου με έναν ένθεο είναι ότι πιστεύω πως αυτό που υπάρχει πέρα από εμάς δεν προστρέχει σε βοήθειά μας. Δεν πιστεύω στο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν. Πιστεύω όμως στη μυθοπλασία και τη δυνατότητά της να σου παρουσιάσει όποιον κόσμο θέλει. Το καλό και το κακό είναι σε μεγάλο βαθμό μετακινούμενες έννοιες, σύμφωνα με το πού βρίσκεται η ανθρωπότητα σε κάθε εποχή.

Πώς διαχειρίζεσαι τον ανταγωνισμό σε μια πόλη με –μέχρι στιγμής– 500 καταγεγραμμένες παραστάσεις για τη σεζόν που μόλις ξεκίνησε;
Για εμάς η δημιουργία δεν είναι χόμπι, είναι πρωταθλητισμός. Στην τέχνη κάνουμε πρωταθλητισμό. Σκέφτομαι τις πολλές παραστάσεις που έχει η Αθήνα και συνειδητοποιώ ότι θέλω να τις δω όλες, διότι τους περισσότερους καλλιτέχνες που είναι εκεί έξω τους θαυμάζω και τους εκτιμώ. Ο θαυμασμός που μπορεί να νιώσεις για τα επιτεύγματα των συναδέλφων σου σε κάνει κι εσένα να θέλεις να προχωρήσεις και να γίνεις καλύτερος.

Τι θα μπορούσες να πεις ότι ­έμαθες ύστερα από τόσα χρόνια στη δουλειά;
Ο χρόνος που περνάει μου κάνει καλό. Πριν από έντεκα χρόνια δεν ήθελα να ξαναπαίξω. Είχα βαρεθεί κι ένιωθα ότι δεν έχω να πω κάτι. Αντιλαμβανόμουν ότι η όλη διαδικασία ήταν κάτι που έχει να κάνει με το πλάτος των πραγμάτων και όχι με το βάθος, κι αυτό το αίσθημα γεννιέ­ται εύκολα σε όσους ασχολούνται με τις παραστατικές τέχνες. Όταν παίζεις το ένα, μετά έρχεται το άλλο και όσο μεγαλώνουν οι ρόλοι τόσο μεγαλώνει και η αποδοχή. Το ερώτημα για τον ηθοποιό είναι αν υπάρχει κάτι δικό του, προσωπικό να καταθέσει.

Αυτό σε ώθησε να μεταπηδήσεις στη σκηνοθεσία;
Η σκηνοθεσία με την υποκριτική είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Νομίζω ότι στην Ελλάδα οι περισσότεροι σκηνοθέτες που έχουμε υπήρξαν και ηθοποιοί. Η σκηνοθεσία έχει να κάνει με μια επιθυμία ιδιοσυγκρασιακή. Θέλεις να πεις ολοκληρωμένα πράγματα που σε αφορούν. Σε εμένα έτσι προέκυψε και ήξερα ότι θα συμβεί σχεδόν από όταν ήμουν στη σχολή. Πριν από δέκα χρόνια, όταν πήραμε με τον φίλο και παραγωγό Γιώργο Λυκιαρ­δόπουλο το Χώρα, είχα διαλέξει­ ένα έργο το οποίο μου μιλούσε, τον «Δον Ζουάν στο Σόχο», και ζήτησα από κάποιον να το σκηνοθετήσει αλλά εκείνος αρνήθηκε, έτσι το σκηνοθέτησα εγώ. Ήταν μια εμπειρία με πολλά αρνητικά –πάθαμε μεγάλη οικονομική ζημιά– ­αλλά και θετικά, διότι μας έμαθε πολλά.

Στο θέατρο τόλμησες τη σκηνοθεσία. Γιατί δεν έκανες το ίδιο και στο σινεμά;
Θα ήθελα να σκηνοθετήσω στο σινεμά. Μου αρέσει να λέω ιστορίες και να τις λέω ολοκληρωμένες. Μου αρέσει να δουλεύω στα τεχνικά κομμάτια, να ξέρω καλά τους φακούς, να μπορώ να βρω το φως, να ξέρω τις αποστάσεις, να γνωρίζω πράγματα που έχουν σχέση με τη γλώσσα του γυρίσματος μιας­ ταινίας.

Τα τελευταία χρόνια δεν σε βλέπουμε συχνά να παίζεις σε κινηματογραφικές παραγωγές. Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Νίκο Περάκη στο «Success story»;
Mου το πρότεινε πριν από δύο χρόνια, θεωρώντας ότι μου ταιριάζει ο συγκεκριμένος ρόλος. Είναι πολύ σύνθετος ο χαρακτήρας που ερμηνεύω και, παρότι δεν τον συναντάς συχνά στο δρόμο, είναι μια μάλλον­ αναγνωρίσιμη περίπτωση, η οποία συγκεντρώνει μια σειρά από αρετές και, κυρίως, μια σειρά από ελαττώματα. Κάνω ελάχιστο σινεμά, δεν με παίρνουν. Το 2015 έπαιξα στο «Σύμπτωμα» του Άγγελου Φραντζή με τον οποίο είμαστε φίλοι. Τον αγαπώ, τον πιστεύω και είναι μια ξεχωριστή περίπτωση καλλιτέχνη. Η αμέσως προηγούμενη ταινία που έκανα στο εμπορικό σινεμά ήταν, το 2009, οι «Επικίνδυνες μαγειρικές» με την Κάτια Ζυγούλη και τον Γιώργο Χωραφά. Μία ταινία κάθε 8-9 χρόνια δεν είναι πολύ.

Τι το ιδιαίτερο έχει ο τύπος που υποδύεσαι;
Ανήκει στο είδος των ανθρώπων που έχουν παίξει ρόλο στην ελίτ της χώρας μας για πολλές δεκαετίες. Είναι αρνητικός ήρωας, αλλά τίποτα πάνω του δεν το αφήνει να φανεί, όχι μόνο στους θεατές που παρακολουθούν την ιστορία αλλά και στον κόσμο της ταινίας που τον ζει από κοντά. Ο Παναγής Πάνδωρας είναι γόνος καλής οικογένειας, από αυτές που τα έχουν όλα, εφημερίδες, επιχειρήσεις κάθε είδους. Έχει κάνει τις καλύτερες σπουδές και είναι ψυχίατρος και συγγραφέας. Μεγαλώνοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ο φυσικός του δρόμος ήταν να ασχοληθεί με τα κοινά, όχι για ευγενείς λόγους, αλλά για να μπορέσει να περισώσει την περιουσία του μέσα στην οικονομική δίνη στην οποία μπήκε η χώρα από το 2008 και μετά.

Υπάρχουν υποκριτικά «τρικ» για την ερμηνεία ενός ρόλου προκειμένου να γεφυρώσεις το χάσμα που σε χωρίζει από εκείνον;
Όλοι οι χαρακτήρες στο θέατρο, στη λογοτεχνία και στο σινεμά, για να έχουν κάποια αξία, πρέπει να μπορούν να είναι πιστευτοί, να είναι ανθρώπινοι, να είναι πρόσωπα δηλαδή τα οποία τα δεχόμαστε ως πλήρως αληθοφανή. Χρειάζεται μια ποιότητα στο χειρισμό των εκφραστικών μέσων, επιθυμία και ζέστη για να εικονοποιήσεις το πρόσωπο αυτό, να το καταλάβεις. Ψάχνοντας τον Παναγή Πάνδωρα, προσπάθησα να είμαι ήρεμος και να βρω μια καθαρή στάση, χωρίς γκριμάτσες, με το κεφάλι ψηλά. ο Παναγής έχει μεγαλώσει μαθαίνοντας ότι είναι πάνω από τους άλλους. Το πώς θα σταθείς λοιπόν και το πώς θα φανείς μέσα από το φακό μπορεί να σου δώσει πάρα πολλά πράγματα. Μελετάω υπαρκτά πρόσωπα. Για την ταινία αυτή με ενδιέφερε να δω το καταστροφικό δίδυμο Φρανκ και Κλερ Άντεργουντ από το «House of cards», που στην ουσία είναι ο οίκος Μακμπέθ. Πάντα υπάρχει υλικό από άλλα έργα τέχνης ή από όσα έχεις παρατηρήσει γύρω σου. Και από τις δεξαμενές αυτές αντλείς για να βρεις αυτό που θέλεις.

Μέσα στην ένταση με την οποία ζούμε υπάρχουν στιγμές που αισθάνεσαι να μην ανήκεις εδώ;
Βλέπω διάφορα περίεργα πράγματα γύρω μου και πολλές φορές λέω ότι μάλλον κάτι δεν έχω καταλάβει καλά ή μάλλον νομίζω ότι ζω κάπου αλλού. Ένα μέρος του εαυτού μου αντιλαμβάνεται αυτήν την υγρασία που στάζει η πραγματικότητα, που σε κάνει να θέλεις να παρακολουθήσεις τα πάντα. Είμαι λίγο τζάνκι της πραγματικότητας.

Έχεις χρόνο για σένα με τόσα πράγματα που κάνεις;
Βγαίνω με τους φίλους μου για φαγητό και περπατάω πολύ, κυρίως στην περιοχή γύρω από το θέατρο, που βρίσκεται Βουκουρεστίου και Πανεπιστημίου.

Ποια αίσθηση σου δίνει η πόλη;
Δεν έχω καθαρή εικόνα, με την έννοια ότι δεν κυκλοφορώ σε όλη την Αθήνα, αλλά σε «προνομιούχα» σημεία. Στην πραγματικότητα βλέπω μία από τις όψεις της πόλης, όχι τόσο άσχημη, που σου δημιουργεί την ψευδαίσθηση της Δυτικής Ευρώπης.

Και στην περιοχή που κινείσαι όμως υπάρχουν αρκετά κλειστά μαγαζιά και τα ίχνη της κρίσης είναι ορατά. Πώς βλέπεις την κοινωνικοπολιτική κατάσταση;
Η οικονομική δυσπραγία φαίνεται παντού, αλλά, ξέρεις κάτι, η ζωή επιβιώνει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Θέλω να σου θυμίσω τι συνέβαινε στην Αθήνα επί Κατοχής ή στο Λονδίνο που βομβαρδιζόταν από τα αεροπλάνα των Γερμανών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακόμη και σε συνθήκες πολύ δυσκολότερες από αυτές που ζούμε εμείς εδώ, οι άνθρωποι ερωτεύονται, συναντιούνται, πάνε θέατρο. Η ζωή υπάρχει κι εγώ έχω πάντα στραμμένο το βλέμμα μου σε αυτό.

Τι προβλέπεις για το μέλλον;
Λόγω φυσικής αισιοδοξίας, συνήθως οι προβλέψεις μου για το μέλλον είναι... πάρα πολύ κακές. Ποτέ­ δεν έχει βγει αυτό που ψηφίζω ή αυτό που ελπίζω. Γνωρίζοντας ότι ζούμε σε μια γκρίζα εποχή, διατηρώ μέσα μου ένα φως. Είναι κακό­ να συνεχίσουμε να βρισκόμαστε σε αυτό το περίεργο τέλμα για πάρα πολύ καιρό. Οποιαδήποτε κατάσταση, ακόμη και την πιο παράξενη, τη συνηθίζεις και μπορεί να τη θεωρήσεις κανονικότητα. Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο από το οικονομικό ζήτημα είναι το να βρει ο καθένας σιγά σιγά μια ερμηνεία για την πραγματικότητα, μια δική του πραγματικότητα, και να την πιστέψει.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα