Κριτική

Το παιχνίδι της σφαγής

Από -

Το έργο του Ιονέσκο, που σαρκάζει την αποδιάρθρωση της κοινωνικής συνοχής εξαιτίας του φόβου, ευτυχεί στα χέρια του Κακλέα και της ομάδας των σπουδαίων συνεργατών του, δοσμένο σαν φαντασμαγορικός εφιάλτης, σε μια παράσταση που αναδεικνύει και προεκτείνει το πνεύμα του συγγραφέα.

Η κάποτε ειδυλλιακή πόλη που καταλαμβάνεται εντελώς ξαφνικά και αδικαιολόγητα από μια θανατηφόρα επιδημία πανούκλας θα μπορούσε να είναι η δική μας. Αυτό είναι το επιστέγασμα της παράστασης που καταθέτουν ο Γιάννης Κακλέας (σκηνοθεσία, σκηνογραφία), ο Σάκης Μπιρμπίλης (φωτισμοί, σκηνογραφία), η Ελένη­ Μανωλοπούλου (κοστούμια), ο Σταύρος Γασπαράτος (μουσική), οι είκοσι ηθοποιοί και οι τέσσερις μουσικοί της. Η αναγκαιότητα να αναφερθούν όλοι μαζί είναι το αμέσως επόμενο που πρέπει να σημειωθεί, καθώς δεν πρόκειται μόνο για μια παράσταση συνόλου, αλλά για ένα ιδανικό παράδειγμα ολιστικού θεάτρου, που συνδιαμορφώνεται από κάθε συντελεστή και από διάφορα είδη θεάματος, την όπερα, το μιούζικ χολ, το βοντβίλ, τη βίντεο αρτ, το χορό, καταλήγοντας σε ένα αποτέλεσμα αξιοσημείωτης ιδεολογικής πληρότητας κι αισθητικής ταυτότητας (και τέτοιας παραγωγής που –ας ειπωθεί και αυτό– ελάχιστα θέατρα, εκτός των κρατικών, μπορούν να υποστηρίξουν).

Η παράσταση εντυπωσιάζει από την αρχή μέχρι το τέλος, τοποθετημένη καθώς είναι στο σκηνικό ενός ντράιβ ιν, πλήρης χρωμάτων χάρη στους φωτισμούς και στα κοστούμια και με μια ομάδα ανθρώπων με περίεργες κομμώσεις (Χρόνης Τζήμος) κι έντονο μακιγιάζ (Olga Faleichyck) επί σκηνής – μοιά­ζουν βγαλμένοι από Technicolor ταινία ή από κάποιο πλανόδιο θέαμα παραδοξοτήτων, με το χοντροκομμένο χιούμορ και σκηνικά κόλπα κάθε είδους και, βέβαια, με τον Θάνατο (Πασχάλης Παπαδάκης) να κυριαρχεί πάνω στα ξυλοπόδαρα. Το «υπερθέαμα καταστροφής» που έχει συνθέσει ο Ιονέσκο εκπληρώνεται ιδανικά από την αισθητική της παράστασης, όμως ό,τι βρίσκεται από κάτω είναι που ολοκληρώνει την εξωτερική εντύπωση και μετράει περισσότερο. ο Κακλέας και οι συνεργάτες του δεν περιορίζονται στον ρόλο κάποιων «θαυματοποιών» που ξέρουν να δημιουργούν ωραίες εικόνες και ακούσματα.

Το ευφυές έργο του Ιονέσκο, ένα από τα πολιτικότερά του, σαρκάζει ανελέητα τις θλιβερές ανθρώπινες υπάρξεις αυτής της πόλης χωρίς όνομα –και κάθε πόλης εν τέλει–, που υπό την απειλή του φόβου και του επερχόμενου θανάτου χάνει σταδιακά κάθε ίχνος κοινωνικής συνείδησης, αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Και μπορεί ο Κακλέας να το τοποθετεί σε μια συνθήκη «θεάτρου μέσα στο θέατρο» που κάποτε τελειώνει και η πόλη επιστρέφει στην κανονικότητά της, σαν να μη συνέβη τίποτα, η παράσταση όμως δεν λειτουργεί καθόλου παρηγορητικά, σαν να έχει μόλις αναπαραστήσει κάτι μη γενόμενο και άρα «ακίνδυνο». Αντίθετα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, κραυγάζει με κάθε τρόπο: κινδυνεύουμε να γίνουμε –αν δεν έχουμε ήδη γίνει– σαν τους κατοίκους αυτής της πόλης, που έβγαλαν το χειρότερό τους εαυτό ακριβώς όταν έπρεπε να λειτουργήσουν διαφορετικά.

Ο κομπέρ που βρίσκεται συνεχώς επί σκηνής, λειτουργώντας ως μεσάζων μεταξύ των σκηνικών δρώμενων και της πλατείας (Γιώργος Παπαγεωργίου), επισημαίνει την αποδιάρθρωση της εμπιστοσύνης και της κοινωνικής συνοχής που προκαλεί ο φόβος, όπως κάνουν οι ιστορίες των επιμέρους σκηνών, οι οποίες μιλούν εξίσου εύγλωττα για τον ατομισμό και την αδιαφορία προς ό,τι συμβαίνει έξω από το σπίτι μας, που εύκολα μπορεί να φτάσει μέχρι την αποκτήνωση. Έτσι ο πολιτικός Ιονέσκο αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο από την παράσταση, η οποία περιέχει ακόμη και Όργουελ: με αφορμή την απειλή της πανούκλας, οι ελευθερίες περιστέλλονται και μπροστά στα μάτια μας γεννιέται μια απολυταρχική δια­κυβέρνηση.

Όλα αυτά χωρίς πεζές επικαιρικές συνδέσεις, χωρίς ίχνος διδακτισμού, χωρίς να παραγνωρίζονται οι ποιητικές ποιότητες του κειμένου, χωρίς ούτε στιγμή η παράσταση να χάνει τη συνείδηση πως «εδώ είναι θέατρο». Οι ηθοποιοί που φέρνουν εις πέρας το εγχείρημα, συμμετέχοντας οι περισσότεροι σε πολλαπλές σκηνές, καταθέτουν το στίγμα των ρόλων τους, δεν χάνονται μέσα στη σκηνική φαντασμαγορία, αλλά συντελούν στη δημιουργία της ο καθένας με το κομμάτι που του αναλογεί, κανείς δεν υστερεί αλλά και κανείς δεν στέκεται πιο πάνω από τους άλλους. Πρόκειται για μια ισότιμη ομάδα που αποτελείται (μαζί με όσους αναφέρθηκαν ήδη) από τους Μαρία Διακοπαναγιώτου, Στέλιο Ιακωβίδη, Ιερώνυμο Καλετσάνο, Λαέρτη Μαλκότση, Χριστίνα Μαξούρη, Λεωνή Ξεροβασίλη, Αγορίτσα Οικονόμου, Νικόλα Παπαγιάννη, Πάνο Παπαδόπουλο, Ευδοκία Ρουμελιώτη, Γιώργο Στάμο, Αναστασία Στυλιανίδη, Αρετή Τίλη, Έλενα Τοπαλίδου, Αγγελική Τρομπούκη, Γιωργή Τσουρή, Αλέξιο Φουσέκη και Βικτωρία Φώτα.

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ REX - ΣΚΗΝΗ ΚΟΤΟ­ΠΟΥΛΗ Πανεπιστημίου 48, κέντρο, 2103305074. Διάρκεια: 120΄.