Κριτική

Το κιβώτιο

Από -

Το πολυσήμαντο μυθιστόρημα, ένα από τα καλύτερα της ελληνικής λογοτεχνίας και long seller για πάνω από σαράντα χρόνια, παρουσιάζεται επί σκηνής σε μορφή μονολόγου.

Eύκολα θα χαρακτήριζε­ κάποιος το «Κιβώτιο­» μυθιστόρημα για τον ελληνικό Εμφύλιο. Εύκολα, αλλά λανθασμένα αν έμενε απλώς στην υπόθεση: μια ομάδα του Δημοκρατικού Στρατού αναλαμβάνει να μεταφέρει ένα κιβώτιο αγνώστου περιεχομένου με την οδηγία πως από την επιτυχία της αποστολής εξαρτάται η έκβαση του πολέμου. Κατά τη διάρκεια της δια­δρομής, ένας ένας οι στρατιώτες αποδεκατίζονται από τις κακουχίες, τα εχθρικά πυρά ή τις εσωκομματικές συγκρούσεις, ώσπου τελικά ο μοναδικός επιζών καταφέρνει να οδηγήσει το κιβώτιο στον προορισμό του. Όταν αυτό ανοιχτεί, ο μεταφορέας θα κληθεί να απολογηθεί στον ανακριτή για το «περιεχόμενό­» του.

Ίσως σε κάθε εποχή υπάρχει μια διαφορετική εξήγηση γι’ αυτό το κιβώτιο, όπως δείχνει και η διαχρονική δημοφιλία του βιβλίου. Πάντως, ο συγγραφέας δεν δίνει καμία απάντηση. Κλείνει με τον αφηγητή να απαριθμεί πιθανές εκδοχές, παραδεχόμενος ότι σε αυτές μπορούν να προστεθούν άλλες τόσες και ο αναγνώστης καλείται να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Οι διαφορετικές ερμηνείες που επιδέχεται και οι διαφορετικοί συμβολισμοί που μπορεί να εμπεριέχονται στο κιβώτιο είναι που ανοίγουν το έργο του Αλεξάνδρου πέρα από το είδος του ιστορικού μυθιστορήματος ή της μυθοπλασίας που εμπνέεται από την αριστερά ή/και τον Εμφύλιο και το καθιστούν ένα συνολικά πολιτικό, ακόμη και υπαρξιακό έργο.

Η παράσταση ακολουθεί το ανοιχτό πεδίο ερμηνείας του συγγραφέα, έχει όμως να αντιμετωπίσει το σκόπελο της σκηνικής διασκευής, που μοιραία συρρικνώνει σε μέγεθος το πρωτότυπο, αφήνοντας απέξω μέρος των παραμέτρων του. Ο μονόλογος, πάντως, αποδεικνύεται ιδανική φόρμα, υπαγορευόμενη ούτως ή άλλως από το ίδιο το βιβλίο (επιστολές που ο ήρωας απευθύνει στον ανακριτή του). Στη δραματουργία η παρέμβαση είναι πιο αποφασιστική. Αφού συμπυκνώσει το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος με αξιοσημείωτη οικονομία, η παράσταση επικεντρώνεται στο τελευταίο κεφάλαιο, όπου ο ήρωας επιχειρεί­ να αποδείξει την αθωότητά του. Πρόκειται, άλλωστε, για το βασικό σημείο κατά το οποίο το βιβλίο αφήνει τελείως την όποια «εξάρτησή» του από το ιστορικό του περίβλημα και γίνεται ο παραληρηματικός μονόλογος του ήρωα προς έναν ανακριτή που ποτέ δεν εμφανίζεται και δεν αντιδρά, δηλαδή ενός ανθρώπου μόνου απέναντι σε ένα απρόσωπο σύστημα, μεγαλύτερο και ισχυρότερό του – καθόλου τυχαία, έρχεται στο νου ο Κάφκα.

Η δραματουργική επιλογή της συντόμευσης όμως, παρότι σκηνικά αναγκαία, αφήνει ελάχιστο χώρο στις αναφορές εκείνες –οι οποίες μάλιστα κινδυνεύουν να χαθούν μέσα στον καταιγιστικό ειρμό της αφήγησης– που φωτίζουν πιο ολοκληρωμένα τη σε καμία περίπτωση μονοδιάστατη προσωπικότητα του αφηγητή. Από υποκριτική άποψη, πάντως, ο Φώτης Μακρής αποδίδει με δραματικότητα τις εσωτερικές διαδρομές του ήρωα διατηρώντας, με κάποιες εξαιρέσεις, το απαιτούμενο μέτρο και συντελεί αποφασιστικά στη σχέση που αναπτύσσει η πλατεία με τα δρώμενα. Θα πρέπει επίσης να προστεθεί πως, ειδικά σε καιρούς εύκολων απαντήσεων και αφορισμών όπως αυτοί που διανύουμε, καθετί που ενθαρρύνει την κριτική σκέψη αποκτάει ιδιαίτερη σημασία και από αυτήν την άποψη η παράσταση διεκδικεί μια ξεχωριστή θέση στο θεατρικό χάρτη.

STUDIO ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ Μαυρομιχάλη 134, Εξάρχεια, 2106453330. Διάρκεια: 75΄.

Σχετικά Θέματα