Άποψη

Το Φεστιβάλ Αθηνών στο μικροσκόπιο

Από -

Λίγο πριν την εκπνοή του φετινού προγράμματος -καθώς έχουν τελειώσει οι παραστάσεις στην Πειραιώς 260 και εκκρεμούν οι τελευταίες της Επιδαύρου-, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος προχώρησε σε έναν απολογισμό και, παράλληλα, πήρε την ευκαιρία για μια συνολικότερη αποτίμηση της θητείας του στην Καλλιτεχνική Διεύθυνση του Φεστιβάλ, καθώς αυτή ολοκληρώνεται -εκτός νεότερου απροόπτου- στο προσεχές διάστημα. Έτσι, επεσήμανε πως αναγνωρίζει ως πιο ολοκληρωμένες χρονιές τις δύο τελευταίες (2018, 2019), καθώς τότε κατόρθωσε να επιτύχει σε ικανοποιητικό βαθμό τους στόχους που είχε θέσει εξαρχής: τη δημιουργία ενός Φεστιβάλ εθνικού και διεθνούς, που θα ενισχύει την αισθητική καλλιέργεια του κοινού αλλά και την κοινωνική συνοχή και θα λειτουργεί προς την κατεύθυνση της σύνδεσης τέχνης και κοινωνίας.

Κάνοντας λόγο για το διακριτό ρόλο που έλαβαν επί της θητείας του οι χώροι των παραστάσεων, ο Θεοδωρόπουλος τόνισε την αξιοσημείωτη αύξηση του κοινού στις εκδηλώσεις του Ηρωδείου (που αφιερώθηκαν στην κλασική μουσική και στις μεγάλες συμφωνικές ορχήστρες), εντόπισε στην Πειραιώς 260 την καρδιά της σύγχρονης ξένης πρωτοπορίας όπως και τον χώρο όπου δοκιμάζονται και πειραματίζονται οι εγχώριοι καλλιτέχνες, ξεχώρισε το άνοιγμα του Φεστιβάλ στις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά και εστίασε στο διεθνή προσανατολισμό της Επιδαύρου, που κορυφώθηκε φέτος με τρεις διεθνείς παρουσίες.

Η παράσταση Ηλέκτρα/Ορέστης από την Κομεντί Φρανασαίζ ενίσχυσε τη διεθνή ταυτότητα της Επιδαύρου
Η παράσταση Ηλέκτρα/Ορέστης από την Κομεντί Φρανασαίζ ενίσχυσε τη διεθνή ταυτότητα της Επιδαύρου

Επεσήμανε, μάλιστα, πως η απαραίτητη εξωστρέφεια χρειάζεται χρόνο για να επιτευχθεί και ανέφερε χαρακτηριστικά πως οι επαφές με την Κομεντί Φρανσαίζ που θα δούμε προσεχώς στην Επίδαυρο είχαν ξεκινήσει από το φθινόπωρο του 2016. Στο σημείο αυτό, δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε ότι αυτά είναι ψιλά γράμματα σε μια χώρα όπου η πολιτιστική πολιτική αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση, ενίοτε και ο υπεύθυνος κάθε οργανισμού.

Βέβαια, στην περίπτωση του Φεστιβάλ Αθηνών η δεκαετής παρουσία του Γιώργου Λούκου εκτός του ότι άλλαξε καθοριστικά το προφίλ του θεσμού (με τις μετακλήσεις ξένων καλλιτεχνών εκ της «αφρόκρεμας» της Ευρώπης και, κατά τα τελευταία χρόνια της θητείας του, με την ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής) αποτέλεσε έναν καλό οδηγό, βάση του οποίου κινήθηκε και ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, προχωρώντας όμως και σε προσωπικές κινήσεις: το Άνοιγμα στην Πόλη, τη θεματική της Διαφορετικότητας που ενέπνευσε τις φετινές δράσεις και παραστάσεις, το ρίσκο της μετάκλησης πρωτοπαρουσιαζόμενων στη χώρα μας ξένων καλλιτεχνών, τη φετινή πιο «κοσμοπολίτικη» από ποτέ Επίδαυρο και το όλο και σαφέστερο στίγμα της Μικρής Επιδαύρου.

Έτσι, χάρη στο Φεστιβάλ, το ελληνικό κοινό -των Ελλήνων καλλιτεχνών συμπεριλαμβανομένων- μπορεί να υποστηρίζει ότι έχει αποκτήσει μια καλή γνώση της παγκόσμιας θεατρικής πραγματικότητας, ενώ η ελληνική καλλιτεχνική παραγωγή δεν ενισχύεται μόνο οικονομικά αλλά -θεωρητικά τουλάχιστον- πυροδοτείται και αυτοτροφοδοτείται χάρη στην πολυφωνία του προγράμματος.

Η Σαϊγκόν της Γαλλοβιετναμέζας Κ.Γκ. Ενγκιγέν συγκίνησε το κοινό
Η Σαϊγκόν της Γαλλοβιετναμέζας Κ.Γκ. Ενγκιγέν συγκίνησε το κοινό

Φέτος ειδικά, επιβεβαιωθήκαμε πως η επαφή με το ξένο θέατρο είναι χρήσιμη, ακόμη και για να διαπιστώσεις πως οι «παλιοί» έχουν κουραστεί (όπως έγινε με τις παραστάσεις του Καστελούτσι και της Λίντελ) και πως οι νέοι έχουν ακόμη δρόμο να διανύσουν παρά τις περγαμηνές που κουβαλούν (αυτό συνέβη με την παράσταση του βραβευμένου Ελβετού Τομ Λουτς, «Το κορίτσι από το εργοστάσιο της ομίχλης», που εξαντλήθηκε σε μια ωραία ιδέα χωρίς περαιτέρω εξέλιξη).

Παράλληλα, όμως, άλλα άγνωστά μας ονόματα απέδειξαν τη δυναμική τους: η Σουζάνε Κένεντι με την προσωπική της ματιά στους «Αυτόχειρες παρθένους» του Τζέφρι Ευγενίδη, παρά την ανολοκλήρωτη ιδέα, μας έδωσε μια ιδέα από ένα υβριδικό θέατρο που έχει γεννηθεί στο τώρα, ενώ η Γαλλοβιετναμέζα Καρολίν Γκιγελά Ενγκιγέν με τη «Σαϊγκόν» συγκίνησε αφηγούμενη σε μία παράσταση μεγάλων διαστάσεων την πονεμένη ιστορία της πατρίδας της. Ταυτόχρονα, τα «μεγάλα ονόματα», ο Ρομπέρ Λεπάζ και ο Μπομπ Ουίλσον επιβεβαίωσαν το κύρος της υπογραφής τους και μας χάρισαν κατεξοχήν «φεστιβαλικές» παραστάσεις, που θα έπρεπε να ανοίξουν συζητήσεις.

Η παράσταση Kanata από το Θέατρο του Ήλιου σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ ήταν μία κατεξοχήν φεστιβαλική παραγωγή
Η παράσταση Kanata από το Θέατρο του Ήλιου σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ ήταν μία κατεξοχήν φεστιβαλική παραγωγή

Το θέμα είναι ότι, παρά τον πλουραλισμό και τις εξαιρετικές σε κάποιες περιπτώσεις παραστάσεις, το Φεστιβάλ έχει μπει σε μια συγκεκριμένη τροχιά, που δεν ανταποκρίνεται απολύτως στις απαιτήσεις που έχουμε από το θεσμό. Σε αυτή τη σκέψη οδηγεί κυρίως η ελληνική παρουσία, σε συνδυασμό με το γεγονός πως, ήδη από την εποχή του Λούκου, το Φεστιβάλ τείνει να μετατραπεί σε «αιμοδότη» που ήρθε να αντικαταστήσει τις κομμένες επιχορηγήσεις.

Εξάλλου, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος τόνισε την επιθυμία του να επιτελέσει το Φεστιβάλ Αθηνών υποστηρικτικό ρόλο σε νέες ομάδες και καλλιτέχνες, ώστε να δοκιμαστούν σε παραστάσεις μεγαλύτερων διαστάσεων και απαιτήσεων. Αυτό, βέβαια, είναι ένα ρίσκο που δεν πετυχαίνει πάντα, ενώ συνολικά το Φεστιβάλ μοιάζει όλο και περισσότερο με συνέχεια της χειμερινής σεζόν και δεν λειτουργεί ως μια ρωγμή στη θεατρική πραγματικότητα (κάτι που οφείλεται ακόμη και στον ίδιο τον προγραμματισμό του, που απλώνεται επί ένα δίμηνο με μόλις μία παράσταση ανά ημέρα, ενώ θα μπορούσε, π.χ. να συγκεντρώνει σε ένα δεκαπενθήμερο ή εικοσαήμερο παραστάσεις από το πρωί ως το βράδυ, happenings, master classes κ.λπ.).

Ο Χρύσιππος αποτέλεσε μία ιδιάζουσα ματιά πάνω στο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη
Ο Χρύσιππος αποτέλεσε μία ιδιάζουσα ματιά πάνω στο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη

Από τις φετινές ελληνικές παραστάσεις, ελάχιστες είναι αυτές που μπορούν να υποστηρίξουν πως έφεραν μια πρόταση ερμηνείας - και αυτές όχι χωρίς να έχουν προβλήματα, όπως ο «Χρύσιππος», π.χ., από τον Θάνο Σαμαρά, που σύστησε ένα άγνωστο έργο στο κοινό με έναν ιδιάζοντα σκηνικό τρόπο που δεν το άφησε σχεδόν να ακουστεί, ή η «Τραγωδία του Ριχάρδου Γ΄» από την Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων, μια παράσταση που ίσως ξένισε, όμως κάτι ήθελε να πει επί του έργου.

Ίσως δεν είναι χωρίς σημασία πως οι παραπάνω παραστάσεις προήλθαν από καλλιτέχνες που δεν έχουν σταθερή παρουσία στη κανονική θεατρική σεζόν και άρα έχουν την "πολυτέλεια" του χρόνου με το μέρος τους. Όπως και το δίδυμο Κώστα Κουτσολέλου-Βάσως Καμαράτου, που μας έδωσαν με τα «Καλοκαιρινά μπάνια» μια πολύ καλή εικόνα της αγωνίας του Έλληνα καλλιτέχνη μπροστά στην ανελέητη θεατρική πραγματικότητα - και, συν τοις άλλοις, μας υπενθύμισαν τη σπουδαιότητα του Φεστιβάλ έστω και ως προσωρινού «αιμοδότη».

Γιαννούλα η κουλουρού
Γιαννούλα η κουλουρού

Πάντως, καλλιτέχνες που καταγράφουν συχνότερη παρουσία και είχαν να ετοιμάσουν «ακόμη μία παράσταση» για το Φεστιβάλ εμφανίστηκαν με παραστάσεις κατώτερες του καλού εαυτού τους, όπως οι C for Circus, ή ο Γιώργος Παπαγεωργίου με την «Γιαννούλα την Κουλουρού», που περιορίστηκε σε μία χαμηλής θερμοκρασίας αναπαράσταση μιας αληθινά –και αληθινής- δραματικής ιστορίας.

Έτσι, η ελληνική παρουσία κρίνεται για φέτος μάλλον χλιαρή, μια εντύπωση που ανατράπηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, όχι με κάποια παραγωγή του Φεστιβάλ αλλά με την μετάκληση της ομάδας Εν Δυνάμει, που με τα «Ερωτευμένα άλογα» μας χάρισαν μια πολλαπλώς σημαντική και πολύτιμη εμπειρία. Έπειτα, και το επίπεδο της παραγωγής δεν φαίνεται να επωφελείται από την πολυφωνία, που έχει οδηγήσει μάλλον σε περιοριστικούς προϋπολογισμούς, και έτσι ακόμη και οι ωραίες προσπάθειες χάνουν σε επίπεδο αισθητικής ολοκλήρωσης (όπως η παράσταση Προς την ελευθερία που σκηνοθέτησε ο Βασίλης Μαυρογεωργίου).

Τα παραπάνω, χωρίς να υπονοούν ότι πρέπει να μειωθεί η ελληνική φεστιβαλική παραγωγή, θέτουν στο τραπέζι ένα διπλό ερώτημα: πώς καταρτίζεται κάθε φορά το φεστιβαλικό πρόγραμμα, και πώς θα θέλαμε να καταρτίζεται; Τι θα συνέβαινε αν η τακτική που ακολουθείται, που θέλει την Καλλιτεχνική Διεύθυνση του Φεστιβάλ να αφουγκράζεται «τι συμβαίνει στη θεατρική πιάτσα» και να δίνει στέγη στους πιο «μάχιμους», έδινε τη θέση της σε κάτι διαφορετικό; Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί ευθύνη μονάχα του Διευθυντή. Είναι θέμα και του κρατικού προγραμματισμού και οραματισμού για τον πολιτισμό - αλλά αυτό είναι ένα κεφάλαιο που σπάνια ανοίγει στην Ελλάδα.