Κριτική

Το δείπνο

Από -

Υπάρχουν στιγμές που η σύγχρονη πραγματικότητα καθιστά κάποιες παραστάσεις επιτακτικά αναγκαίες. Αυτό συμβαίνει και με το «Δείπνο», που ανεβάζει στο σανίδι το –δικαίως πολυσυζητημένο– μυθιστόρημα του Ολλανδού συγγραφέα.

Το βιβλίο που έκανε πάταγο όταν εκδόθηκε (2009), επειδή ξεγύμνωσε τη σήψη των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών, δεν ήταν –και αν ήταν, έπαψε πια να είναι– μια τραβηγμένη ιστορία ή έστω σημείο των καιρών, που όμως αφορά τους «άλλους» και όχι τη «φιλήσυχη, δημοκρατική ελληνική κοινωνία». Το συμβάν που πυροδοτεί τη δράση του, δηλαδή η εν ψυχρώ δολοφονία μιας άστεγης από τρεις ευυπόληπτους εφήβους, γόνους καλών οικογενειών, ηχεί πια –και σε εμάς– τρομακτικά οικείο. Και ακόμη πιο οικεία ακούγεται η υπεράσπιση της πράξης από τη μητέρα του ενός, η οποία νομιμοποιεί ουσιαστικά τον εκφασισμό που έχει φέρει στις σύγχρονες κοινωνίες η εξοικείωση με τις βιαιότερες εκφάνσεις της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Συντάσσομαι με την απόφαση της Λίλλυς Μελεμέ να φανερώσει εξαρχής στους θεατές το συμβάν της δολοφονίας, μετακινώντας έτσι το ενδιαφέρον και την προσοχή (μας) όχι στο σασπένς που θα έφερνε η σταδιακή αποκάλυψή του, αλλά στην επίπτωση που έχει στη συμπεριφορά και στις σχέσεις των ηρώων.

Από άποψη δομής και οργάνωσης η παράσταση ευνοείται από το ίδιο το βιβλίο, που μεταφέρεται εύκολα στη θεατρική συνθήκη: η δράση επικεντρώνεται γύρω από ένα τραπέζι ενός ακριβού εστιατορίου, όπου συναντιούνται τα δύο ζευγάρια των πρωταγωνιστών- δηλαδή οι γονείς των τριών εφήβων- με πρόφαση ένα οικογενειακό δείπνο σε κάποια πόλη της Ολλανδίας (οι δύο άντρες είναι αδέρφια, ο ένας μάλιστα υποψήφιος πρωθυπουργός και το σκάνδαλο που καραδοκεί τεράστιο). Έτσι η σκηνοθεσία έχει το χώρο και το χρόνο να ρίξει το βάρος στους ήρωες, χωρίς να αμελεί την –εξίσου σημαντική– περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Η ειρωνική αντιδιαστολή μεταξύ του πολυτελούς σκηνικού περιβάλλοντος και της σήψης των ανθρώπων που φιλοξενεί επιτυγχάνεται στην παράσταση, όχι τόσο από την κομψή αλλά στοιχειώδη όψη (σκηνικό: Μιχάλης Σαπλαούρας, κουστούμια: Βασιλική Σύρμα), αλλά κυρίως χάρη στην ευφυή παρουσία του Γιώργου Κοτανίδη στον ρόλο του μετρ του εστιατορίου. Αν και με σύντομες εισόδους, που ουσιαστικά εξαντλούνται σε περιγραφές gourmet πιάτων και ακριβών κρασιών, ο σπουδαίος ηθοποιός καταφέρνει μια υπονομευτική, υποδορίως ειρωνική παρουσία, που θέτει συνεχώς σε δοκιμασία τον υποκριτικό καθωσπρεπισμό της «εκλεκτής» πελατείας του· αυτός δεν θα αργήσει και να καταρρεύσει ολοκληρωτικά, καθώς η δράση οδηγείται προς ακόμη περισσότερη βία κι ένα νομοτελειακά απαισιόδοξο φινάλε.

Η παράσταση κυλάει εύρυθμα, παρότι το κείμενο την κρατάει αρχικά σε χαμηλούς τόνους και η ενέργειά της αποδεσμεύεται σταδιακά μέχρι να κορυφωθεί το δραματικό ενδιαφέρον· τότε και οι ηθοποιοί κατακτούν πληρέστερα το εσωτερικό τοπίο των ηρώων. Οι Κατερίνα Λέχου και Κατερίνα Μισιχρόνη στέκονται στο ύψος των ρόλων τους, αλλά αυτοί που δίνουν καθοριστικά τον τόνο είναι ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, ως υποψήφιος πρωθυπουργός και ο μόνος που θέτει στο τραπέζι την ηθική διάσταση του θέματος, και ο Στέλιος Μάινας, ως ένας άνθρωπος που, έχοντας χάσει κάθε ίχνος ηθικής συνείδησης, θα διευθετήσει οριστικά το ζήτημα έστω κι αν χρειαστεί να συναινέσει σε ακόμη μία δολοφονία. Η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου κάνει πολύ ωραία δουλειά, συμπληρωματική της σκηνοθεσίας.

ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ Ευμολπιδών 45, Γκάζι, 2103464380. Διάρκεια: 90΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου