Άποψη

Το «ακριβό» Εθνικό Θέατρο του Στάθη Λιβαθινού

Από -

Η θητεία του Λιβαθινού στην καλλιτεχνική διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου λήγει στα τέλη Ιουλίου, έπειτα από την ολοκλήρωση τεσσάρων σεζόν. Ο απολογισμός της είναι μια καλή ευκαιρία για να αποτιμηθεί συνολικά ο ρόλος του πρώτου θεάτρου της χώρας.

Γεγονός μάλλον αναμφισβήτητο είναι ότι ο ρόλος ενός εθνικού θεάτρου είναι ξεχωριστός και σημαντικός, ακόμη και σε μία πρωτεύουσα χιλίων και περισσοτέρων παραστάσεων όπως η Αθήνα. Μάλιστα, δεν πρόκειται για έναν αυστηρά και μόνο καλλιτεχνικό ρόλο, αν και φυσικά, το είδος και η ποιότητα των παραστάσεων είναι το μέγιστο ζητούμενο· ένα εθνικό θέατρο δίνει τον τόνο και σε μεγάλο βαθμό καθορίζει συνολικά το στίγμα της θεατρικής ταυτότητας της χώρας, ενώ καλείται να επιτελέσει, ταυτοχρόνως, ένα πολλαπλό -καλλιτεχνικό, παιδαγωγικό και κοινωνικό- έργο.

Ο Στάθης Λιβαθινός από νωρίς έδειξε ότι έχει συγκεκριμένο όραμα για το Εθνικό και προέβη σε τρεις καθοριστικές κινήσεις, που πιστεύω πως θα πρέπει να έχουν συνέχεια: την επανασύσταση της Πειραματικής Σκηνής, τη δημιουργία του Μικρού Εθνικού –δηλαδή μιας ολοκληρωμένης πλατφόρμας εργαστηρίων, δράσεων και παραστάεων αφιερωμένων στο θέατρο για παιδιά και νέους- και την έναρξη του τμήματος σκηνοθεσίας στη δραματική σχολή του θεάτρου. Τη θητεία του συμπληρώνουν μια σειρά πολλών ακόμη δράσεων, πολλές από αυτές με αμιγώς κοινωνικό πρόσημο, που καμιά φορά χάνονται στα «ψιλά» ενώ έχουν μέγιστη σημασία: τα θεατρικά εργαστήρια σε διάφορα ιδρύματα και καταστήματα κράτησης, η δράση «θεάτρο express» στα λεωφορεία του ΟΑΣΑ, ο υπερτιτλισμός και η καθολική πρόσβαση στις παραστάσεις του θεάτρου για άτομα με κάθε είδους αναπηρία, η συνεργασία με το Κανάλι της Βουλής προκειμένου το θέατρο να φτάσει στις παραμεθόριες περιοχές της Ελλάδας είναι κάποιες από αυτές.

Σημαντικό είναι επίσης ότι επί Λιβαθινού συνεχίστηκαν κάποιες από τις δράσεις που είχαν εγκαινιασθεί από τον προκάτοχό του Σωτήρη Χατζάκη, όπως το studio συγγραφής ελληνικού έργου ή το «Επισκεπτήριο» του θεάτρου σε ανθρώπους που νοσηλεύονται. Ίσως όχι αυτονόητο, όμως το εθνικό θέατρο οφείλει να διέπεται από συνέπεια και συνέχεια όσον αφορά κάποιες βασικές παραμέτρους και όχι να κάνει επανεκκίνηση κάθε φορά που αλλάζει ο Διευθυντής του.

Αποτιμώντας το καλλιτεχνικό έργο που παρουσίασε το Εθνικό Θέατρο κατά τη διάρκεια της θητείας του Στάθη Λιβαθινού θα μπορούσαμε να πούμε –τουλάχιστον με μια πρώτη γρήγορη ματιά- πως ήταν άνισο. Θα πρέπει όμως να ληφθούν υπόψη τα παρακάτω: Η ταυτότητα του ρεπερτορίου –και των παραστάσεων- άλλαξε και εξελίχθηκε προς το καλύτερο από σεζόν σε σεζόν, από την πρώτη (2015-16) έως τη φετινή, η οποία και αποτελεί το επιστέγασμα της –εντέλει- καλής δουλειάς που έχει να επιδείξει ο Στάθης Λιβαθινός. Κάτι που καταδεικνύει, θεωρώ, πως η διαχείριση ενός τόσο μεγάλου οργανισμού θέλει το χρόνο της και κανείς, όσο έμπειρος κι αν είναι ως καλλιτέχνης, δεν προσέρχεται εντελώς έτοιμος. Δοκιμάζει, δοκιμάζεται και ωριμάζει συν τω χρόνω.

Έπειτα, θεωρώ πως το τελικό πρόσημο του καλλιτεχνικού έργου ενός θεάτρου δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα αριθμητικών μεγεθών και συγκρίσεων· δεν συνάγεται δηλαδή από το πόσες καλές παραστάσεις παίχθηκαν έναντι των κακών ή μέτριων. Σημασία έχει κατά πόσο το Εθνικό Θέατρο καταφέρνει να επηρεάσει τα θεατρικά πράγματα, να διατηρείται στην πρώτη γραμμή, να προκαλεί συζητήσεις, να αναδεικνύει πρόσωπα, έργα, τάσεις. Από αυτή την άποψη, η τετραετής θητεία του Λιβαθινού μπορεί να χαρακτηρισθεί σημαντική.

Ας αναλογιστούμε ότι στο Εθνικό γεννήθηκαν παραστάσεις όπως το «Στέλλα, κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη, που έχει ήδη ανοίξει δρόμους θεατρικής και σκηνικής γραφής· χάρη στο Εθνικό άλλαξε το βλέμμα μας απέναντι στον Αριστοφάνη με τη «Λυσιστράτη» του Μιχαήλ Μαρμαρινού· στην Πειραματική Σκηνή του γεννήθηκαν σημαντικές παραστάσεις που συνέχισαν τη διαδρομή τους, όπως ο «Αδαής και Παράφρων» που σκηνοθέτησε ο Γιάννος Περλέγκας.

Το Εθνικό επί Στάθη Λιβαθινού έδωσε βήμα σε καλλιτέχνες της νέας γενιάς, όπως ο Θάνος Παπακωνσταντίνου, να δοκιμαστούν στα βαθιά νερά της Επιδαύρου («Ηλέκτρα»), και εξόπλισε με τα κατάλληλα μέσα απαιτητικές παραστάσεις («Οπερέττα» από τον Νίκο Καραθάνο, «Το παιχνίδι της σφαγής» από τον Γιάννη Κακλέα) και είδη που ανοίγουν νέους δρόμους («Ξύπνα Βασίλη» από τον Άρη Μπινιάρη, «Απλή μετάβαση» των Θέμη Καραμουρατίδη-Γεράσιμου Ευαγγελάτου). Δίπλα σε αυτά τα μεμονωμένα παραδείγματα, θα πρέπει να σημειωθεί πως το Εθνικό έδειξε συνολικά ενδιαφέρον να συγκεντρώσει στους κόλπους του τους μάχιμους νέους σκηνοθέτες: Δημήτρη Καραντζά, Κατερίνα Ευαγγελάτου, Σοφία Μαραθάκη, Γεωργία Μαυραγάνη, Γιάννη Μόσχο κ.ά.

Το στοίχημα του Στάθη Λιβαθινού κρίνεται βέβαια και στις λιγότερο «ερευνητικές» παραστάσεις· εδώ τα πράγματα ίσως δεν είναι απολύτως ικανοποιητικά –ούτε όμως και αποκαρδιωτικά-, αποδεικνύοντας πως το αληθινά δύσκολο είναι να καταφέρεις να κάνεις –όπως το έχει διατυπώσει ο ίδιος στην πρώτη του συνέντευξη τύπου- «"ακριβό" θέατρο για πολλούς». Με αυτό όμως ερχόμαστε στο καίριο ερώτημα, που ξεπερνάει τα όρια της αποτίμησης του έργου του Εθνικού: πόσους «mainstream» σκηνοθέτες αριθμεί αυτή τη στιγμή το ελληνικό θέατρο;

Σχετικά Θέματα