Κριτική

Το ’21

Από -

Ηλεκτρισμένα μπλουζ για ένα κατασπαραγμένο έθνος, ψυχεδελικές σάμπα για την ασιτία στο Μεσολόγγι και πανκ άριες υπέρ του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα σε ένα ροκ ορατόριο εμπνευσμένο από μαρτυρίες, επίσημα έγγραφα και στρατιωτικά ενθυμήματα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Μοναδικό!

Όπως ο Ρήγας Φεραίος τραγουδούσε τον Θούριο ξεσηκώνοντας όσους τον άκουγαν, έτσι κι ο Άρης Μπινιάρης, με πολύτιμους συνεργάτες τους δύο μουσικούς της θεατρικής μπάντας του, κατέθεσε ένα δικό του, ολότελα ροκ θούριο, «Το ’21». Η πρεμιέρα έγινε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, τον περασμένο Ιούλιο –συμπτωματικά, τις πολιτικά και ιδεολογικά φορτισμένες μέρες λίγο πριν το περίφημο δημοψήφισμα του «ναι» και του «όχι». Εκείνο που τραγουδήθηκε σε αυτή την ιδιότυπη μορφή μουσικού θεάτρου ή, ορθότερα, δραματοποιημένης συναυλίας, η οποία τώρα επαναλαμβάνεται στη σκηνή του «Gazarte», είναι επιλεγμένα αποσπάσματα από πρακτικά των εθνοσυνελεύσεων, απομνημονεύματα αγωνιστών και άρθρα της εφημερίδας του Μεσολογγίου «Ελληνικά Χρονικά». Δεν ακούγονται, όμως, τοπωνύμια και χρονολογίες, μάχες και οπλαρχηγοί.

Το 1821 ξεκαρφιτσώνεται από το πλαίσιο του έθνους και της ρωμιοσύνης. Ανάγεται σε διάπυρο, υπερτοπικό και υπερχρονικό φιλοσοφικό αίτημα: «Ελευθερία ή Θάνατος». Ταυτόχρονα, όμως, το ιδιόρρυθμο μουσικό ντοκουμέντο του Μπινιάρη μας καλεί να αναρωτηθούμε για την έκβαση αυτού του διλήμματος με ιστορικούς όρους. Γιατί ο αχός του ’21 φτάνει στ’ αφτιά μας σαν αέναο εγερτήριο και, συνάμα, σαν ελεγεία. Εμείς, βλέπετε, οι σημερινοί γνωρίζουμε πού κατέληξε η Επανάσταση των Ελλήνων: «στη δημιουργία ενός μοναρχικού κράτους, που η διοργάνωσή του αφέθηκε σε ξένο πρίγκιπα και σε ξένη κυβέρνηση» (Ν. Σβορώνος). Κι ο Μπινιάρης προκαλεί τέτοιους αναστοχασμούς όταν τραγουδά σαν παροξυσμικό μπλουζ φράσεις όπως «αδελφοί, επανάστασις εσηκώθη» και «ο καιρός της ολιγαρχίας επέρασεν» κι έπειτα «έτσι αποκτήσαμε το ραγιαδισμό μας»…

Ανάγοντας σε παραστατική φόρμα το κλασικό τρίο της ροκ (ο Μπινιάρης στη φωνή και στην κιθάρα, ο Τάκης Βαρελλάς στο μπάσο και ο Βασίλης Γιασλακιώτης στα ντραμς) και ντύνοντας την ντοπιολαλιά του 1900 με τον ήχο άλλοτε της ροκ, άλλοτε της σάμπα και πρωτίστως της garage punk, η παράσταση πετυχαίνει έναν άλλο ξεσηκωμό: εκείνον της ιστορικής και εθνικής μνήμης. Εμπρηστικά μανιφέστα γίνονται οι ανώνυμοι στοχασμοί των χρόνων εκείνων χάρη στην πυρφόρο, περιπαικτική και αγωνιώδη ερμηνεία του Μπινιάρη, με την επική δεινότητα και την ορμητική ενέργεια. Τα ποιοτικά στοιχεία που αξιοποιεί και συνεπαίρνουν συγγενεύουν μ’ εκείνα που αξιοποίησε στην προηγούμενη –και έξοχη– δουλειά του, τη ροκ εκδοχή του στο διήγημα «Το θείο τραγί» του Γιάννη Σκαρίμπα.

Η φόρμα που έχει χρησιμοποιήσει στις δύο αυτές δουλειές αποδεικνύεται αποτελεσματική. Δεν γνωρίζω, όμως, αν πρέπει να γίνει το αποκλειστικό σήμα κατατεθέν της σκηνικής γραφής του. Ειδικά στην παρούσα περίπτωση, εγείρονται αυτόματα κάποια ερωτήματα σχετικά με τη δραματουργική ισχύ αυτής της σύνθεσης τραγουδιών, τα οποία θα μπορούσαν να συνεχίζονται εσαεί, δημιουργώντας την αίσθηση του ανερμάτιστου, ενθαρρύνοντας μεν το χαρακτήρα του live αλλά υπονομεύοντας εκείνον της θεατρικότητας. Τίποτα, όμως, απ' όλα αυτά δεν αναιρεί τη μοναδικότητα όσο και την αποκαλυπτικότητα αυτού του σπουδαίου σκηνικού εγχειρήματος.

GAZARTE Βουτάδων 32-34, Γκάζι, 2103460347. Διάρκεια: 55΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα