Ρεπορτάζ

Τι Εθνικό θέλουμε; Ο διαγωνισμός για το νέο Καλλιτεχνικό διευθυντή φέρνει ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον του θεάτρου

Από -

Οι αλλεπάλληλες αποκαλύψεις που συγκλόνισαν το χώρο του θεάτρου το τελευταίο διάστημα έκαναν τους καλλιτέχνες πιο εξωστρεφείς, γέννησαν μια διάθεση να καταρριφθούν στερεότυπα, να δημιουργηθεί κώδικας δεοντολογίας, που θα εξασφαλίζει την ανάληψη ευθύνης για τη σωματική και ψυχική υγεία και ευημερία όλων των εργαζομένων με αρχές την ισότητα και την πολυμορφία και πυροδότησε τη συζήτηση για την ύπαρξη συνεργατικών μοντέλων καλλιτεχνικής διεύθυνσης και τη συμμετοχή του καλλιτεχνικού χώρου στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και διαμόρφωσης των πολιτικών εκ μέρους του ΥΠ.ΠΟ.Α.. Ένα μεγάλο πρώτο βήμα έγινε μόλις πριν από λίγες ημέρες. Το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών υπέγραψε με το Εθνικό Θέατρο και την μεταβατική καλλιτεχνική διευθύντρια, Έρι Κύργια, νέα συλλογική σύμβαση εργασίας. Τι γίνεται όμως με το ζήτημα της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του πρώτου θεάτρου της χώρας και τον επικείμενο διαγωνισμό;

Την ώρα που το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ετοιμάζεται να δημοσιοποιήσει, την Δευτέρα 5/4, το πλαίσιο της διαδικασίας του διαγωνισμού, καθώς και τη σύνθεση της Επιτροπής και τη διαδικασία κατάθεσης φακέλων από τους ενδιαφερόμενους, οι συζητήσεις στον καλλιτεχνικό χώρο πληθαίνουν και μόνο μπροστά μπορούν να μας οδηγήσουν. Σε μια εποχή πολυφωνίας φαίνεται πως η επικρατούσα διάθεση είναι η ρήξη με το παρελθόν τόσο σε επίπεδο προσώπων και καταστάσεων όσο και ιδεών και θεσμικών προτάσεων. Αυτή τη στιγμή οι απόψεις που διατυπώνονται δεν θα επηρεάσουν τα ήδη τρέχοντα γεγονότα όμως πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν για τα μελλοντικά σχέδια και τις όποιες αλλαγές. 

Για τις προκλήσεις ενός τέτοιου διαγωνισμού, τον ιδρυτικό νόμο του Εθνικού Θεάτρου, τις διαφορές της πολιτιστικής διαχείρισης από την πολιτιστική πολιτική και τις καλές πρακτικές άλλων χωρών, συζητήσαμε με τον πρώην καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Γιάννη Χουβαρδά, τον σκηνοθέτη που διετέλεσε ένας από τους δυο πρώην υπευθύνους της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, Πρόδρομο Τσινικόρη, καθώς και με εκπρόσωπο της πρωτοβουλίας «Φανταστικό Εθνικό Θέατρο», στην οποία συμμετέχουν άνθρωποι των τεχνών και ως βασικό στόχο έχει να ενισχύσει το αίτημα της ουσιαστικής συμμετοχής του καλλιτεχνικού χώρου στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και διαμόρφωσης των πολιτικών εκ μέρους του ΥΠ.ΠΟ.Α.

banner

Γιάννης Χουβαρδάς: «Η όποια αλλαγή του ιδρυτικού νόμου του Εθνικού Θεάτρου, πρέπει να γίνει απολύτως τεκμηριωμένα»

Τι προβλήματα δημιουργεί ο ιδρυτικός νόμος του Εθνικού Θεάτρου και σε ποια κατεύθυνση πιστεύετε ότι πρέπει να εκσυγχρονιστεί;
Ο ιδρυτικός νόμος του Εθνικού Θεάτρου αποτελεί εδώ και κάποιες δεκαετίες μια καθόλου ιδανική μεν, σχετικά βιώσιμη δε, άσκηση ισορροπίας μεταξύ των εξουσιών του Διοικητικού Συμβουλίου και αυτών του Καλλιτεχνικού Διευθυντή. Η μη πτώση από το τεντωμένο σκοινί του ισορροπιστή συνήθως εξαρτάται από κάποια βασικά προσόντα όλων των εμπλεκομένων: την οξυδέρκεια, την διορατικότητα, την υπομονή, την ικανότητα διπλωματικών χειρισμών, την καλή πίστη, και προ παντός την αγάπη τους για το Εθνικό Θέατρο. Είναι πάντως αξιοσημείωτο πως, μέχρι σήμερα, τα προβλήματα του Εθνικού Θεάτρου εντοπίζονται σε πάμπολλες περιοχές, αλλά όχι στην λειτουργία του ιδρυτικού του νόμου. Επομένως, η όποια αλλαγή αυτού του νόμου, πρέπει να γίνει απολύτως τεκμηριωμένα, εξαιρετικά προσεκτικά και κυρίως με γνώμονα την προστασία ακριβώς αυτής της ισορροπίας. Το Εθνικό Θέατρο δεν πρέπει φυσικά να γίνει ούτε φορέας που διοικείται με την του ενός ανδρός -ή γυναικός- αρχή (του/της Κ.Δ.), αλλά ούτε και ένας δυσκίνητος γραφειοκρατικός οργανισμός όπου οι αποφάσεις και οι ευθύνες χάνονται πίσω από την συλλογική ιδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου.

Ποια είναι τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του Εθνικού Θεάτρου που θα πρέπει να λάβει υπόψη του ο διαγωνισμός του υπουργείου, αλλά και σε δεύτερο χρόνο ο νέος Καλλιτεχνικός Διευθυντής;
Δυστυχώς μου είναι αδύνατο να απαντήσω στην ερώτηση μέσα στον περιορισμένο χώρο μιας δημοσιογραφικής έρευνας. Αυτό το ζήτημα χρειάζεται σοβαρή μελέτη που είμαι βέβαιος ότι έχει γίνει/θα γίνει από τους αρμόδιους παράγοντες του Υπουργείου Πολιτισμού. Πώς να προκηρύξεις μία τόσο σημαντική θέση, χωρίς να έχεις προηγουμένως μελετήσει, «ακτινογραφήσει» και περιγράψει με ακρίβεια τη δομή του και την λειτουργία του; Μοναδικό μου σχόλιο: ελπίζω να μην χρησιμοποιηθεί επίσημα στην προκήρυξη ο -για μένα λανθασμένος- όρος «διαγωνισμός».

Πρόδρομος Τσινικόρης: «Στην Ελλάδα ή είσαι νέος καλλιτέχνης ή είσαι κατεστημένο»

Μια από τις προτάσεις που έχει τεθεί είναι η ανάθεση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Εθνικού σε πάνω από ένα πρόσωπα.Υπάρχουν κάποια επιτυχημένα παραδείγματα συλλογικότητας στο εξωτερικό;
Οι συλλογικές εργασίες και οι κολεκτίβες κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος σε χώρες που πολιτιστικά βρίσκονται σε ένα ανώτερο επίπεδο, λόγω χρημάτων και λόγω νοοτροπίας. Τρανταχτά παραδείγματα αποτελούν η Ελβετία και η Γερμανία. Αυτή τη στιγμή στην Ελβετία υπάρχουν τρία θέατρα: το θέατρο της Βασιλείας και δύο ακόμα θέατρα στην Ζυρίχη, που έχουν πάνω από δύο καλλιτεχνικούς διευθυντές. Αυτές οι κολεκτίβες αποδεικνύονται πολύ πιο αποτελεσματικές, καταρρίπτουν αυτό που ισχύει στην Ελλάδα, δηλαδή το ενός ανδρός αρχή, και ευνοούν απόλυτα έναν δημοκρατικό διάλογο. Κι αν θέλετε ένα ακόμα τρανταχτό παράδειγμα θα πρέπει να σκεφτούμε τι έγινε το 1999 στη Σαουμπίνε του Βερολίνο, όπου τρεις τριαντάχρονοι, τότε, ανέλαβαν το ιστορικό θέατρο: ο σκηνοθέτης Thomas Ostermeier, ο δραματουργός Jens Hillje και η χορογράφος Sasha Waltz. Αυτό θα ήταν αδιανόητο για τα ελληνικά δεδομένα. Εδώ αν δεν είσαι 50 ετών θεωρείσαι ακόμα νέος. Στην Ελλάδα ή είσαι νέος καλλιτέχνης ή είσαι κατεστημένο. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι να φτάσεις τα 45-50, αντιμετωπίζεσαι ως νέος. Επικρατεί η αντίληψη πως ένας «νέος» δεν μπορεί να αναλάβει ευθύνες γιατί είναι άπειρος, αλλά αυτό δεν ισχύει. Μόνο ο 55άρης και άνω άντρας-όχι γυναίκα- αποτελεί εγγύηση. Τώρα είναι η στιγμή να ανατρέψουμε αυτή τη νοοτροπία.

Έχοντας ζήσει το Εθνικό Θέατρο εκ των έσω, τι πιστεύεις ότι πρέπει να αλλάξει;
Θεωρώ πρόβλημα το ότι το καταστατικό του Εθνικού Θεάτρου προβλέπει έναν καλλιτεχνικό διευθυντή, ο οποίος έχει την ευχέρεια να ορίσει καλλιτεχνικούς υπεύθυνους και όχι διευθυντές μέσα στο θέατρο. Εγώ και ο Ανέστης Αζάς ήμασταν καλλιτεχνικοί υπεύθυνοι της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού και δεν είχαμε τη δύναμη υπογραφής. Όποτε προτείναμε κάτι έπρεπε να περάσει από την έγκριση της καλλιτεχνικής διεύθυνσης και στη συνέχεια να μπει η υπογραφή. Το ίδιο ίσχυε και για τον Στάθη Λιβαθινό, όταν ήταν καλλιτεχνικός υπεύθυνος της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου πριν από 15 χρόνια, το ίδιο ισχύει και για τη Σοφία Βγενόπουλου, που είναι υπεύθυνη της Παιδική Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου. Μπορεί να ήμασταν υπεύθυνοι όμως είχαμε προσληφθεί με συμβόλαιο ως ηθοποιοί. Η γραφειοκρατία κι ένα κατεστημένο δύσκολα αλλάζουν, πρέπει όμως να γίνει αυτή η αλλαγή. Ένα άλλο θέμα είναι η διάρκεια της θητείας ενός καλλιτεχνικού διευθυντή. Τα τρία χρόνια που ισχύουν εδώ είναι πάρα πολύ λίγα. Στη Γερμανία ορίζεται στα πέντε χρόνια. Αν αυτά φαίνονται πολλά, τα τέσσερα είναι ένας καλός αριθμός. Επίσης, δεν είναι δυνατόν οι τελευταίοι τέσσερις καλλιτεχνικοί διευθυντές που πέρασαν από το εθνικό να έπρεπε να συνεχίσουν το έργο του προηγούμενου. Συνεχίζουμε μια πολύ κακή παράδοση, που δεν ισχύει στο εξωτερικό. O Chris Dercon ανέλαβε καλλιτεχνικός διευθυντής της Φολκσμπίνε πριν από τρία χρόνια, σε έξι μήνες περίπου παραιτήθηκε και αμέσως ορίστηκε διάδοχος καλλιτεχνικός διευθυντής. Ξέρεις πότε ξεκινάει; Φέτος το Φθινόπωρο, του δόθηκαν δυόμιση χρόνια για να ετοιμάσει το πρόγραμμα του. Εδώ, ο καλλιτεχνικός διευθυντής που θα ξεκινήσει το Σεπτέμβριο, τον πρώτο χρόνο θα τρέξει το πρόγραμμα που έχει διαμορφώσει κάποιος άλλος και θα έχει μόνο δυο χρόνια για να δείξει έργο. Αυτό είναι κρίμα! Ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία τώρα, να πούμε στη μεταβατική διευθύντρια του Εθνικού, Έρι Κύργια, να τρέξει το διαμορφωμένο πρόγραμμα και μετά από 12 μήνες να ξεκινήσει κανονικά με το πρόγραμμα που αντικατοπτρίζει το όραμα της νέας καλλιτεχνικής διεύθυνσης.

banner

«Κριτήριο για την επιλογή πρέπει να είναι το όραμα που έχει για το Εθνικό. Οι τρόποι με τους οποίους φαντάζεσαι ότι μπορεί να προσεγγίσει κόσμο, οι τρόποι με τους οποίους θα δημιουργήσεις μία κοινότητα θεατών, οι τρόποι με τους οποίους θα παρουσιάζει δράσεις και συζητήσεις, ο τρόπος με τον οποίο θα ανοίγει διάλογο πάνω σε κοινωνικά θέματα που μας απασχολούν όλους».

Ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να πληροί ο/η υποψήφιος/α του διαγωνισμού για την καλλιτεχνική διεύθυνση;
Όταν ακούμε διαγωνισμός σ’ αυτή τη χώρα σκεφτόμαστε κατευθείαν τον ΑΣΕΠ. Πρέπει κάποιος να έχει μόρια, να έχει τελειώσει πανεπιστήμιο, να ξέρει ξένες γλώσσες, να έχει κάνει παραστάσεις στην Επίδαυρο και να μην είναι 30 ετών. Μπορούμε να πούμε ότι αυτά είναι τα προ απαιτούμενα αλλά όχι τα κριτήρια για την επιλογή του καλλιτεχνικού διευθυντή. Κριτήριο για την επιλογή πρέπει να είναι το όραμα που έχει για το Εθνικό. Οι τρόποι με τους οποίους φαντάζεσαι ότι μπορεί να προσεγγίσει κόσμο, οι τρόποι με τους οποίους θα δημιουργήσεις μία κοινότητα θεατών, οι τρόποι με τους οποίους θα παρουσιάζει δράσεις και συζητήσεις, ο τρόπος με τον οποίο θα ανοίγει διάλογο πάνω σε κοινωνικά θέματα που μας απασχολούν όλους. Αυτό είναι το βασικό κριτήριο. Δύο θέατρα στη Γερμανία, το Μαξίμ Γκόρκι στο Βερολίνο και το Τακάμερσβιλ στο Μόναχο, έχουν δραματουργούς ως καλλιτεχνικούς διευθυντές και λειτουργούν άψογα. Οι δραματουργοί είναι άνθρωποι που έχουν μάθει να συνεργάζονται και όχι να επιβάλλονται. Χωρίς αυτό να είναι μομφή απέναντι στους σκηνοθέτες που συνήθως αναλαμβάνουν εδώ την καλλιτεχνική διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου. Το θέμα είναι κατά πόσο θα είναι κάποιος συνεργάσιμος. Επιτυχημένο παράδειγμα δραματουργού που έγινε καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου της Γάνδης, είναι ο Μίλο Ράου. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι το μόνο θέατρο στην Ευρώπη που μετά από κάθε πρεμιέρα γραφούν κριτική για τις παραστάσεις του οι New York Times και ο Guardian.

«Φανταστικό Εθνικό Θέατρο»: Η πρωτοβουλία που ποντάρει στη συλλογικότητας και τη συμπεριληπτικότητα

Ποια παραδείγματα καλών πρακτικών άλλων χωρών θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως προς την διαδικασία, τα κριτήρια επιλογής και τις επιτροπές στον διαγωνισμό του Εθνικού Θεάτρου ή σε αντίστοιχους στο μέλλον;
Η επιλογή της καλλιτεχνικής διεύθυνσης μέσα από διαγωνισμό είναι, θα λέγαμε, κοινή πρακτική στον ευρωπαϊκό χώρο, καθώς διασφαλίζει τις αρχές της ανεξαρτησίας της καλλιτεχνικής παραγωγής από την όποια πολιτική εξουσία και της ίσης μεταχείρισης. Έτσι, υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα προκηρύξεων για αντίστοιχες θέσεις που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Για να μην πηγαίνουμε πολύ μακριά, υπάρχει το παράδειγμα του διαγωνισμού για την ανάδειξη της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, το οποίο εφαρμόστηκε πρόσφατα και στην Ελλάδα. Μάλιστα το κείμενο των Support Art Workers, που αποτέλεσε και τη βάση εργασίας του Σχεδίου Διαβούλευσης που παρουσίασε το Φανταστικό Εθνικό, έχει πολλές ομοιότητες με τη διαδικασία ανάδειξης της ΠΠΕ, καθώς προβλέπει δύο διαφορετικές επιτροπές, μία για το σχεδιασμό της διαδικασίας και μία διαφορετική για την εξέταση /επιλογή των προτάσεων που θα κατατεθούν, αλλά και την ύπαρξη επιτροπής παρακολούθησης, η οποία διασφαλίζει ότι η εγκεκριμένη πρόταση υλοποιείται με βάση τον αρχικό σχεδιασμό.
Όλα αυτά στοχεύουν στην καλύτερη διασφάλιση της ανεξαρτησίας από πολιτικές παρεμβάσεις, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας. Επίσης, ο διαγωνισμός για την ΠΠΕ ζητά την κατάθεση όχι απλώς ενός καλλιτεχνικού προγράμματος, αλλά της γενικότερης φιλοσοφίας που διέπει το καλλιτεχνικό πρόγραμμα, δηλαδή ενός πλαισίου πολιτικής, στρατηγικής και μεθοδολογίας υλοποίησης του προτεινόμενου καλλιτεχνικού προγράμματος. Οι ερωτήσεις αφορούν μεταξύ άλλων το πώς επιτυγχάνεται η διάχυση του έργου – όχι μόνο του καλλιτεχνικού έργου αλλά της συνολικότερης δραστηριότητας, εν προκειμένω του Εθνικού Θεάτρου – στα ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού και σε διαφορετικές ομάδες του κοινού, το πώς επωφελείται η ευρύτερη καλλιτεχνική κοινότητα από το προτεινόμενο πρόγραμμα, το πώς θα επιδιωχθεί η οικονομική επάρκεια του οργανισμού μέσα από την τιμολογιακή του πολιτική, την εξασφάλιση χρηματοδότησης από ιδιώτες και από την αξιοποίηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων, το ποια θα είναι και πώς θα οργανωθεί η ομάδα που θα υλοποιήσει το έργο – εν προκειμένω για το Εθνικό, ποιοι θα είναι οι συνεργάτες του καλλιτεχνικού διευθυντή – και τέλος, τις διαδικασίες εσωτερικής λειτουργίας. Μιλάμε λοιπόν για την κατάθεση ενός συνολικότερου σχεδίου και όχι απλώς ενός καλλιτεχνικού προγράμματος. Τέλος, ένα άλλο κοινό στοιχείο πολλών τέτοιων διαγωνισμών είναι ότι η επιλογή πραγματοποιείται σε τουλάχιστον δύο στάδια (προεπιλογή και τελική επιλογή), δίνοντας έτσι τη δυνατότητα αφενός, οι προτάσεις να γίνουν μέρος του δημόσιου διαλόγου και αφετέρου, οι υποψήφιοι, ανατροφοδοτούμενοι από παρατηρήσεις της επιτροπής επιλογής και από το δημόσιο διάλογο, να εξελίξουν τις τελικές τους προτάσεις.

«Η επιλογή της καλλιτεχνικής διεύθυνσης μέσα από διαγωνισμό είναι, θα λέγαμε, κοινή πρακτική στον ευρωπαϊκό χώρο, καθώς διασφαλίζει τις αρχές της ανεξαρτησίας της καλλιτεχνικής παραγωγής από την όποια πολιτική εξουσία και της ίσης μεταχείρισης. Έτσι, υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα προκηρύξεων για αντίστοιχες θέσεις που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη».

Από τη διαβούλευση της πρωτοβουλίας, ποια αιτήματα του καλλιτεχνικού χώρου προέκυψαν σχετικά με το διαγωνισμό για ένα νέο Εθνικό θέατρο;
Το κύριο μήνυμα και η βασική απαίτηση μπορεί να συνοψιστεί στη φράση: «Το Εθνικό Θέατρο είμαστε όλοι εμείς, καλλιτέχνες και κοινό μαζί». Όλες οι απόψεις που διατυπώθηκαν εστιάζουν στο πώς το Εθνικό θα λειτουργήσει προς όφελος αφενός, ολόκληρης της καλλιτεχνικής κοινότητας και αφετέρου, ολόκληρης της επικράτειας σε επίπεδο κοινού. Το ζήτημα της πρόσβασης της καλλιτεχνικής κοινότητας ευρύτερα και όχι μόνο του στενού «καλλιτεχνικού κύκλου» του καλλιτεχνικού διευθυντή είναι κεντρικό. Σε απόλυτη συνάφεια με αυτό, είναι επίσης μία κυρίαρχη επιθυμία που εκφράζεται για ένα νέο μοντέλο καλλιτεχνικής διεύθυνσης που θα στηρίζεται σε μία καλλιτεχνική ομάδα / κολεκτίβα έναντι του μοντέλου ενός και μόνο ανθρώπου (άντρα ή γυναίκας) στην καλλιτεχνική διεύθυνση. Κάτι τέτοιο δεν είναι, βέβαια, εφικτό αυτή τη στιγμή από το θεσμικό πλαίσιο του Εθνικού. Θα μπορούσε, όμως, να γίνει εφικτό με μια αλλαγή του θεσμικού πλαισίου, ή να προσεγγισθεί μέσα από υποψηφιότητες που θα κατατεθούν στο όνομα ενός υποψηφίου για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή, παρουσιάζοντας τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας ως συνεργάτες του υπεύθυνους για συγκεκριμένους τομείς δράσης. Γενικά, είναι κυρίαρχη η απαίτηση για μετατόπιση από τη λογική της αριστείας και του πεφωτισμένου καλλιτέχνη στη λογική της συμπεριληπτικότητας, της συμμετοχής και της μέριμνας για ολόκληρη την καλλιτεχνική κοινότητα και όχι μόνο για τους «άριστους», σε μια λειτουργία δηλαδή του καλλιτεχνικού διευθυντή όχι τόσο ως καλλιτεχνικής αυθεντίας, αλλά περισσότερο ως ενός «επιμελητή» που φροντίζει για την ανάπτυξη ολόκληρου του καλλιτεχνικού πεδίου. Και τέλος, ήταν ξεκάθαρο ότι δεν πρόκειται για ένα πρόσκαιρο ενδιαφέρον εκ μέρους της θεατρικής κοινότητας, αλλά για ένα νέο ρόλο που απαιτεί να διαδραματίσει το Εθνικό Θέατρο, μία νέα πραγματικότητα, στην οποία οφείλει να ανταποκριθεί η νέα καλλιτεχνική διεύθυνση του Εθνικού, μέσα από δράσεις και διαδικασίες που θα εξασφαλίζουν το διαρκή διάλογο και τη συμπερίληψη του συνόλου της θεατρικής κοινότητας.

Ποιες είναι οι ιδιαιτερότητες του διαγωνισμού για καλλιτεχνική διεύθυνση σε σχέση π.χ. με άλλους διαγωνισμούς θεσμών, μη καλλιτεχνικών;
Η ιδιαιτερότητα έγκειται στο γεγονός ότι ένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα εμπίπτει στο πεδίο του συμβολικού, των αναπαραστάσεων και των αξιών. Συνεπώς, δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με τεχνικούς όρους. Τοποθετείται πάντα εντός ενός ευρύτερου οράματος, μιας ευρύτερης ιδεολογίας και αξιών. Να δώσουμε ένα παράδειγμα: Το Φεστιβάλ της Αβινιόν είναι ένας από τους σημαντικότερους καλλιτεχνικούς θεσμούς διεθνώς, γιατί ήδη από το 1947 εισήγαγε και καθιέρωσε την αξία του θεάτρου ως δημόσιου αγαθού. Στην ίδια αξία και γενικότερα στις αξίες της πολιτισμικής δημοκρατίας στηρίζεται σήμερα η λειτουργία της μεγάλης πλειοψηφίας – αν όχι σχεδόν του συνόλου – των καλλιτεχνικών
οργανισμών σε ολόκληρο σχεδόν τον ευρωπαϊκό χώρο. Το «Εθνικό των αρίστων» του Λιγνάδη είναι σχεδόν αδύνατο να συνομιλήσει και να συνεργαστεί με την παραπάνω καλλιτεχνική κοινότητα, καθώς σε επίπεδο οράματος και αξιών τοποθετείται στον αντίποδα της πολιτισμικής δημοκρατίας και θεμελιωδών αξιών της, όπως η συμπεριληπτικότητα και η υποστήριξη των πολιτισμικών διαφορών. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως «το Εθνικό των αρίστων» δε θα
μπορέσει να ανταποκριθεί με επάρκεια στην – εκ του ιδρυτικού του νόμου – υποχρέωση να ενισχύσει τις διεθνείς του συνεργασίες κυρίως με την Ευρώπη. Άρα, στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού, που θα κρινόταν από ανεξάρτητους ειδικούς του χώρου, μία τέτοια πρόταση δε θα είχε μάλλον πολλές πιθανότητες επιτυχίας.

«Η ιδιαιτερότητα έγκειται στο γεγονός ότι ένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα εμπίπτει στο πεδίο του συμβολικού, των αναπαραστάσεων και των αξιών. Συνεπώς, δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με τεχνικούς όρους. Τοποθετείται πάντα εντός ενός ευρύτερου οράματος, μιας ευρύτερης ιδεολογίας και αξιών».

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην Πολιτιστική Πολιτική και την Πολιτιστική Διαχείριση και πως μπορούν να επιτευχθούν με τον σωστότερο τρόπο;
Η Πολιτιστική Πολιτική αφορά πρωτίστως σε ιδέες, αξίες και αρχές. Απαντά στα θεμελιώδη ερωτήματα του ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης, του καλλιτέχνη και της καλλιτεχνικής δημιουργίας μέσα στην κοινωνία. Η Πολιτιστική Διαχείριση είναι κάτι πιο τεχνικό. Αφορά στα εργαλεία και τη μεθοδολογία που υλοποιείται μία πολιτική, αφού αυτή έχει απαντήσει στα παραπάνω θεμελιώδη ερωτήματα και έχει καθορίσει την αξιακή βάση που θα ακολουθήσει η πολιτιστική διαχείριση. Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται καταρχήν από την αξιακή βάση που ορίζει η πολιτιστική πολιτική, τους τρόπους και το βαθμό στον οποίο αυτή ευθυγραμμίζεται με τις αρχές της πολιτισμικής δημοκρατίας. Γι’ αυτό και ως «Φανταστικό Εθνικό Θέατρο» καταθέσαμε μαζί με το Σχέδιο Διαβούλευσης για την Επιλογή Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου καταθέσαμε στο ΥΠΠΟΑ και στο δημόσιο διάλογο και το Σχέδιο Διαβούλευσης για την Πολιτιστική Πολιτική. Γιατί αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα. Αν δεν αποσαφηνιστούν τα παραπάνω θεμελιώδη ερωτήματα – όχι με απαντήσεις σε θεωρητικό επίπεδο αλλά με συγκεκριμένες κατευθύνσεις και παρεμβάσεις – δε θα φτάσουμε ποτέ σε μία κατάσταση αποτελεσματικής λειτουργίας. Να δώσουμε κάποια παραδείγματα για να γίνει πιο κατανοητό το πρόβλημα: Το πρόγραμμα «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός» είναι βαθιά προβληματικό στην αξιακή του βάση, γιατί όλη η Ελλάδα δεν είναι μία ομοιογενής κουλτούρα, αλλά ένα μωσαϊκό πολλών διαφορετικών τάσεων και αναπαραστάσεων. Ένα μικρό μόνο μέρος αυτών σχετίζεται με τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημεία. Τι γίνεται με τη νεανική κουλτούρα και τις πειραματικές μορφές έκφρασης που δε χωράνε ούτε στους αρχαιολογικούς χώρους, ούτε στα προγράμματα των μεγάλων δημόσιων φορέων;
Προφανώς δεν ανήκουν στον «ελληνικό πολιτισμό». Τι γίνεται με τις γειτονιές και τις πόλεις, και μάλιστα αυτές που δεν έχουν μνημεία και αρχαιολογικούς χώρους, αλλά είναι γεμάτες με τις αγωνίες, τους προβληματισμούς, τα όνειρα και τις επιθυμίες των ανθρώπων που τις κατοικούν; Προφανώς ούτε αυτά ανήκουν στα αφηγήματα και τις αναπαραστάσεις του «ελληνικού πολιτισμού», όπως τον εννοεί η ηγεσία του ΥΠΠΟΑ. Επίσης, πώς απαντά το ΥΠΠΟΑ και η πολιτεία γενικότερα, στο ερώτημα αναφορικά με την αξία της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, όταν ο σύγχρονος πολιτισμός απουσιάζει από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, τον προγραμματισμό του Ταμείου Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ; Προφανώς απαντά ότι ο σύγχρονος πολιτισμός και όλοι οι απασχολούμενοι σε αυτόν δε συγκαταλέγονται στους παραγωγικούς κλάδους της χώρας. Και είναι τουλάχιστον προσβλητικό προς τον κλάδο να προβάλλεται ως «στήριξη» η αύξηση των επιχορηγήσεων από το ένα στα δύο εκατομμύρια, όταν μόνο τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης είναι τρία δισεκατομμύρια το εξάμηνο – δηλαδή περί τα 20 εκατομμύρια την ημέρα – εκ των οποίων δεν προβλέπεται τίποτα για τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία. Τέλος, πώς απαντά το ΥΠΠΟΑ και η πολιτεία στο ερώτημα ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη, όταν η καλλιτεχνική ιδιότητα δεν έχει καμία θεσμική κατοχύρωση; Όταν είναι αυτονόητο και θεσμικά κατοχυρωμένο ότι η διαχείριση των αρχαιολογικών χώρων είναι αρμοδιότητα των αρχαιολόγων, αλλά, όταν περνάμε στο πεδίο της σύγχρονης δημιουργίας, δεν είναι καθόλου αυτονόητο, ούτε θεσμικά κατοχυρωμένο ότι τα φεστιβάλ και οι πολιτιστικοί οργανισμοί των Δήμων είναι αρμοδιότητα των καλλιτεχνών και των επιμελητών. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι η επίσημη θέση της πολιτείας είναι τη σύγχρονη δημιουργία μπορεί να την επιμελείται ο οποιοσδήποτε. Άρα, η καλλιτεχνική ιδιότητα δεν αναγνωρίζεται ως εργασία, αλλά ως χόμπι μάλλον. Το Υπουργείο Πολιτισμού και όλη η καλλιτεχνική κοινότητα καλούμαστε σήμερα να επαναδιαπραγματευτούμε και να καθορίσουμε με σαφήνεια τις βασικές αρχές και τις θεμελιώδεις αξίες της μεταξύ μας σχέσης. Είναι οπωσδήποτε μία πολύ θετική εξέλιξη η – επιτέλους – ύπαρξη Γενικού Γραμματέα και Υφυπουργού Σύγχρονου Πολιτισμού. Ωστόσο, η δημιουργία της δομής δεν αρκεί. Πρέπει τώρα η δομή να αποκτήσει και το αντίστοιχο περιεχόμενο σε επίπεδο πολιτιστικής πολιτικής και διαχείρισης.