Συνέντευξη

Θωμάς Μοσχόπουλος: «Είναι περίεργο το πόσο δυνατοί αισθανόμασταν πριν από την πανδημία»

Από -

Μπορεί η ημερομηνία της πρεμιέρας της «Κυρίας του Μαξίμ» που Ζορζ Φεντό, που σκηνοθετεί στο Εθνικό Θέατρο ο πολύπειρος σκηνοθέτης να είναι ακόμη στον αέρα, όμως η συζήτηση με τον Θωμά Μοσχόπουλο πάντοτε ξεπερνά το τρέχον και το προφανές.

Εν μέσω των προβών της «Κυρίας του Μαξίμ» του Ζορζ Φεντό στο Εθνικό, τα θέατρα ανέστειλαν τη λειτουργία τους λόγω μιας πρωτοφανούς πανδημίας. Δεν είναι παράξενο το πόσο αδύναμος μπορεί να νιώσει ξαφνικά ο άνθρωπος;
Το περίεργο είναι πόσο δυνατοί αισθανόμασταν πριν. Αν και επί της ουσίας δεν πιστεύω ότι κάποιος αισθάνεται δυνατός, απλώς είμαστε αισιόδοξοι. Μιλώντας για το θέατρο, είναι καταφανές ότι με τόσο μεγάλο αριθμό παραστάσεων δεν μπορείς να είσαι αισιόδοξος. Ο πληθωρισμός ρίχνει πάρα πολύ την ποιότητα της δουλειάς και τη διαθεσιμότητα των ανθρώπων. Παράλληλα αλλοιώνει το κοινό. Δεν βλέπω συνειδητούς θεατές, αλλά περιφερόμενους. Και πώς να μη συμβαίνει αυτό όταν υπάρχει τέτοια πολυδιάσπαση;

Πάντως ο κόσμος στηρίζει και αγαπά το θέατρο. Τι είναι αυτό που τον ωθεί σε αυτό;
Ο κόσμος ψάχνει να βρει ένα βίωμα το οποίο θα έχει την αίσθηση του ζωντανού. Εμείς προσφέρουμε την εμπειρία του ζωντανού, την οποία όμως αν την ανάγουμε σε όρους μουσικής είναι σαν να μη βλέπουμε μουσική δωματίου, αλλά μπουζούκια. Δεν βλέπουμε μια συμφωνική ορχήστρα που παίζει, αλλά το live μιας παρέας που μαζεύτηκε με τις κιθάρες. Αυτό δεν είναι κακό από μόνο του, αλλά όταν υπάρχει μόνο αυτό; Φαίνεται να υπάρχει μια ένδεια, μια έλλειψη καλλιέργειας σε αυτό που κάνουμε. Είναι σαν να γίνονται τα πράγματα απλά για να γίνονται.

Νιώθεις τυχερός που ξανασυνεργάζεσαι με το Εθνικό Θέατρο;
Πολύ! Αυτό που γίνεται στο Εθνικό δεν υπήρχε η περίπτωση να μπορούσα να το κάνω κάπου αλλού με είκοσι δύο άτομα. Ήθελα να κάνω κωμωδία και ιδιαίτερα έργο του Ζορζ Φεντό. Η «Κυρία του Μαξίμ» είναι ένα από τα ωραιότερα πολυπρόσωπα έργα του και δεν έχει νόημα να τα διασκευάσεις και να τα κόψεις. Περνάμε τόσο καλά στις πρόβες με την έννοια της ελαφράδας, διότι το έργο μέσα από το «τρελοκομείο» που γίνεται είναι τρομερά δεικτικό, έχει πολύ οξύ χαρακτήρα στα σχόλιά του. Δεν σου κρύβω ότι αν μπορούσα για ένα διάστημα να σκηνοθετώ φάρσες θα το έκανα με μεγάλη χαρά.

«Ο πληθωρισμός ρίχνει πάρα πολύ την ποιότητα της δουλειάς και τη διαθεσιμότητα των ανθρώπων. Παράλληλα αλλοιώνει το κοινό. Δεν βλέπω συνειδητούς θεατές, αλλά περιφερόμενους».

Ο Φεντό πάντως δείχνει να αποδέχεται την ανθρώπινη αδυναμία...
Δεν την αποδέχεται, την καταδεικνύει συμπεριλαμβάνοντας και τον εαυτό του μέσα.

Ήταν τελικά προπομπός του υπερρεαλισμού;
Ήταν προπομπός του θεάτρου του παραλόγου. Σαφώς και υπάρχουν υπερρεαλιστικά στοιχεία, αλλά θα έλεγα ότι περισσότερο μου θυμίζει Ιονέσκο και τους ανθρώπους που έγραψαν θέατρο μέσα από τον υπαρξισμό. Ξεκινάει από ρεαλιστικές καταστάσεις και σε βάζει σε μια συνθήκη, η οποία από μόνη της γίνεται τόσο κωμικοτραγική που χάνεις την μπάλα. Ξεκινάει από ανθρώπους κανονικούς σε εξωφρενικές καταστάσεις. Δεν ξεκινάει από εξωφρενικούς ανθρώπους σε περίεργες καταστάσεις. Η δουλειά που έχω κάνει πρόσφατα και συνδέεται πιο άμεσα με την «Κυρία του Μαξίμ» είναι η «Δίκη» του Φραντς Κάφκα. Ο Κάφ­κα παρουσιάζει την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Ο Κάφ­κα δηλώνει την υπαρξιακή κρίση και την αγωνία με χιούμορ και ο Φεντό με ένα καταλυτικό χιούμορ, με ακρότητα και παραλογισμό.