Συνέντευξη

Θοδωρής Αμπαζής: «Ένα από τα βασικά ζητήματα που καταλάβαμε, επιτέλους, είναι το τέλος του καπιταλισμού»

Από -

Γιατί επέλεξες να φέρεις στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης έναν «Ποπολάρο», έναν «αντάρτη»;
Παγκοσμίως, υπάρχει ένα συγκρουσιακό κλίμα και σίγουρα το έργο του Ξενόπουλου έχει πολλά να πει πάνω σε αυτό. Οι ανισότητες μεγαλώνουν, όσο υπάρχει μετατόπιση των πληθυσμών προς τους τόπους που έχουν ευκολότερη πρόσβαση στους φυσικούς πόρους. Ένα από τα βασικά ζητήματα που καταλάβαμε, επιτέλους, είναι το τέλος του καπιταλισμού, και γι’ αυτό συζητούν ως και οι άνθρωποι που σχετίζονται μ’ αυτόν, όπως ο Τζο Μπάιντεν. Είναι η πρώτη φορά που αντιλαμβανόμαστε ότι όλα στον πλανήτη είναι αλληλένδετα. Η δυσαρμονία θα φέρει μεγάλες συγκρούσεις και οδυνηρά αποτελέσματα σε όσους έχουν και σε όσους δεν έχουν. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, με ενδιέφερε πολύ το έργο του Ξενόπουλου γιατί μιλάει για κάτι που ισχύει πάντα: την τάση των ανθρώπων να φτιάχνει αριστοκρατίες. Παλιά ίσχυε το «ελέω θεού» για τους βασιλείς και το Μεσαίωνα το επίθετο «γαλαζοαίματος» χρησιμοποιήθηκε για να δηλωθεί η αριστοκρατική καταγωγή των ευγενών και μελών των βασιλικών οικογενειών. Όλοι έχουμε την τάση να φτιάχνουμε κοινότητες και να τις προφυλάσσουμε, κάθε φορά που ανεβαίνουμε ένα σκαλοπάτι. Ο Ζέπος Πεμπονάρης, ο ήρωας του έργου, ανήκε στους ποπολάρους, τη λαϊκή τάξη των Επτανήσων και κάθε φορά που πήγαινε να κάνει ένα βήμα εμπρός έπεφτε στον τοίχο της ζακυνθινής αριστοκρατίας του 19ου αιώνα και κυρίως των ανθρώπων που ανήκουν στο Λίμπρο Ντόρο, την περίφημη Χρυσή Βίβλο όπου καταγράφονταν τα ονόματα των ευγενών.

Έχουν καταργηθεί οι «Χρυσές Βίβλοι»;
Σίγουρα κάποιοι προσπαθούν να διαφυλάξουν τα προνόμια μιας τάξης ανθρώπων. Κοιτάζοντας την ουσία των πραγμάτων, καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να φροντίσουμε για μια γενικότερη ισορροπία, πέρα από την ευδαιμονία μας. Τίθενται υπαρξιακά ζητήματα, τα οποία συζητάμε με αφετηρία την παγκοσμιοποίηση κι αυτά γεννούν πολλές και διαφορετικές σκέψεις σε προσωπικό επίπεδο. Εγώ, για παράδειγμα, φέτος επιστρέφω σκηνοθετικά στη μικρή φόρμα, χρησιμοποιώντας λιγότερο τους κώδικες του μουσικού θέατρου, με συνοδοιπόρους τους εξαιρετικούς ηθοποιούς Παντελή Δεντάκη, Μαρία Παρασύρη, Νίκο Αλεξίου, Γιάννη Καράμπαμπα και Ιφιγένεια Καραμήτρου. Ξαναγυρνάω σε πιο ουσιαστικά πράγματα που έχουν να κάνουν με τις σχέσεις επάνω στη σκηνή.

Κάνεις πράξη το «όλοι μαζί μπορούμε»;
Δεν γίνεται αλλιώς. Ο κορονοϊός μας έδωσε ένα ωραίο παράδειγμα του τι συμβαίνει πραγματικά στη ζωή. Όλοι βρεθήκαμε ανοχύρωτοι μπροστά του: πλούσιοι, εργάτες, αποικιοκράτες.

banner

Συνεχίζει όμως να μεγεθύνεται η οικονομική ανισότητα.
Σαφώς, οι πλούσιοι βρίσκουν τρόπους να εκμεταλλευτούν καταστάσεις. Οι «αριστοκρατίες» βάζουν ένα σύνορο το οποίο μπορείς να φτάσεις, αλλά όχι να βουτήξεις μέσα, κι αυτό μας το δείχνει ξεκάθαρα ο «Ποπολάρος». Η παράστασή μας βασίζεται στη νουβέλα του Ξενόπουλου «Ο αντάρτης». Ο ήρωάς της είναι πλούσιος φοιτητής της Νομικής και μάλιστα είναι πιο πλούσιος από τον Κόντε Ντιμάρα, ο οποίος αρνείται να του δώσει την κόρη του. Η σύγκρουση ανάμεσά τους είναι μεγάλη. Ο φοιτητής δεν μπορεί να καταλάβει γιατί, αφού είναι πλούσιος, μορφωμένος και όμορφος, δεν μπορεί να περάσει το κατώφλι του ευγενή Ντιμάρα και αναρωτιέται γιατί υπάρχουν στεγανά στην κοινωνία. Επαναστατεί αλλά δεν είναι συνειδητοποιημένο πολιτικό πρόσωπο, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα σε μια νέα εποχή. Μέσα από την παράσταση κοιτάζουμε το θέμα των κοινοτήτων και ταυτόχρονα την ερωτική ιστορία του φοιτητή με την πλούσια κοπέλα, η οποία, παρά τον έρωτά της, δεν θα μπορούσε να σκεφτεί μια πραγματική σχέση ζωής μαζί του. Λέει κάποια στιγμή ο Ξενόπουλος: «Οι νόμπιλοι (ευγενείς) αγαπάνε καμιά φορά, όπως αγαπάνε ένα πιστό σκυλί ή ένα όμορφο άλογο. Και μας έχουν προορισμένους από το θεό, τον μεγαλύτερο αριστοκράτη, για να τους υπηρετούμε, να τους διασκεδάζουμε και να τους προσκυνάμε».

Ποιο πρόσωπο του έργου ξεχωρίζεις;
Με συγκίνησε ο Μαρνέρης, ο θείος του Ζέπου, ένα επαναστατικό πνεύμα, που θέλει να αλλάξουν τα πράγματα, αλλά δεν έχει κάνει τίποτα γι’ αυτό. Έχει γράψει έναν εξαιρετικό μονόλογο ο Ξενόπουλος και, όταν τον ακούω, αναρωτιέμαι αν αυτός ο τύπος «χτύπησε» πάνω στα ενοχικά σύνδρομα της γενιάς μου. Εμείς δεν είμαστε η γενιά του Πολυτεχνείου, είμαστε οι επόμενοι, που βλέπουμε ότι αυτό που ζούμε είναι λάθος, δεν συμφωνούμε, αλλά δεν κάνουμε κάτι για να το αλλάξουμε.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της γενιάς που βλέπεις στο πρόσωπο του Μαρνέρη;
Αναφέρομαι στην γενιά των 50+ που παρατηρεί πού φτάσαμε και νιώθει μια ευθύνη. Είμαστε η γενιά των στερεοτύπων που δημιουργήθηκαν μετά την μεταπολίτευση και παρέμειναν. Ανασάναμε τον φρέσκο αέρα της αλλαγής, μεθύσαμε μέσα σ’ αυτόν και θέλουμε πολύ χρόνο για να ξεμεθύσουμε. Ακριβώς αυτό είναι ο Μαρνέρης, ο άνθρωπος που θέλει την αλλαγή, αλλά παράλληλα θεωρεί δεδομένα κάποια πράγματα και δεν μπορεί να τα αλλάξει. Η Έλσα Αδριανού έχει κάνει μία μεγάλη τομή στην διασκευή. Όλη η ιστορία διαδραματίζεται σε προεκλογική περίοδο για το Δήμο Ζακύνθου. Βρήκαμε ένα ψήγμα στο διήγημα κι εμείς το μεγαλώσαμε. Διαβάζουμε τα νέα των δημοτικών εκλογών, για τις προδοσίες, για το πώς προσπάθησαν να χρηματίσουν κάποιοι πλούσιοι τον μη αριστοκρατικής καταγωγής Δήμαρχο Ιωάννη Πλέσσα. Έχουμε αξιοποιήσει αυτήν την παράλληλη ιστορία για να δείξουμε πώς εγκλωβίζονται οι άνθρωποι μέσα στις νοοτροπίες. Το βρήκα πάρα πολύ ενδιαφέρον χωρίς να υποτιμώ το ρομαντικό στοιχείο του έργου. Είναι ένα έργο γεμάτο αντιήρωες.

Αν ο ποπολάρος Ζέπος ζούσε στην εποχή μας πού θα έμενε και θα σύχναζε;
Θα ζούσε σε ένα καλό σπίτι στο Κάτω Χαλάνδρι, θα σύχναζε σε καλά εστιατόρια και θα είχε βλέψεις για την κόρη της βασιλικής οικογένειας. Ο «Ποπολάρος» δεν είναι ο Σπάρτακος. Η επαναστατικότητά του δεν γεννήθηκε μέσα από βιώματα, από δυσκολίες, αλλά μέσα από ένα προσωπικό ζήτημα στο οποίο δεν βρίσκει ανταπόκριση.

Η διπλή ιδιότητα μουσικού και σκηνοθέτη δίνει πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο στις παραστάσεις σου. Αυτό ισχύει και εδώ;
Αυτή η παράσταση είναι από τα πιο θεατρικά πράγματα που έχω κάνει μετά τους «Έμπορους των εθνών». Επιστρέφω στη μικρή φόρμα μετά από πολλά χρόνια και με εξαιρετικούς ηθοποιούς τον Παντελή Δεντάκη, τη Μαρία Παρασύρη, τον Νίκο Αλεξίου και δυο νέα ταλέντα τον Γιάννη Καράμπαμπα και την Ιφιγένεια Καραμήτρου. Χρησιμοποιώ λιγότερο τη φόρμα με τους κώδικες του μουσικού θεάτρου, έτσι όπως τους ξέρουμε στις δουλειές μου. Ξαναγυρνάω σε πιο ουσιαστικά πράγματα που έχουν να κάνουν με τις σχέσεις επάνω στην σκηνή. Οι ίδιοι ηθοποιοί παράγουν μουσικό υλικό παίζοντας όργανα οι ίδιοι. Θα ακούσετε κομμάτια ζακυνθινά που τα χρησιμοποιούμε με ένα τρόπο, αλλά και δικές μου  συνθέσεις. Βασικό κομμάτι της παράστασης είναι το «παιχνίδι» με τον Νίκο Κυπουργό, εκείνος έκανε ενορχήστρωση, εγώ έγραψα τη μουσική  και ο Θοδωρής Βουτσικάκης τραγούδησε ένα τραγούδι που ακούγεται στο τέλος και θα το χρησιμοποιήσουμε και  για την προβολή της παράστασης.

Έχοντας και, την εμπειρία του αναπληρωτή καλλιτεχνικού διευθυντή στο Εθνικό Θέατρο, επί Λιβαθινού, υπέβαλες την υποψηφιότητα σου για τη νέα καλλιτεχνική διεύθυνση. Πώς είδες την όλη διαδικασία;
Εφόσον μπαίνεις σε μία τέτοια διαδικασία προφανώς είσαι έτοιμος και να χάσεις. Ο μόνος λόγος για τον οποίο μπήκα σ' αυτό, ήταν επειδή το βασικό κριτήριο θα είναι η διοικητική εμπειρία και τελικά αυτό δεν ίσχυσε. Εκτιμώ πάρα πολύ το Γιάννη Μόσχο που εξελέγει. Νομίζω ότι στο εξωτερικό σε αντίστοιχες επιτροπές ένα μεγάλο κομμάτι θα ήταν γραμματειακό, θα έβλεπαν αν οι υποψήφιοι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις, θα ξεχώριζαν τις πιο σημαντικές και μετά θα συζητούσαν για κάποιες περιπτώσεις. Ο διαγωνισμός για το Εθνικό δεν είναι διαγωνισμός ομορφιάς, είναι διαγωνισμός πολύ συγκεκριμένος, για πολύ συγκεκριμένη αποστολή. Οφείλουμε πάντως να δούμε ότι είναι η πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο, οπότε ίσως μάθουμε από αυτό και βελτιώσουμε ακόμα περισσότερο τη διαδικασία.

Ποια είναι είναι κατά τη γνώμη σου τα θεσμικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το Εθνικό;
Έχω στείλει στους αρμόδιους μία έκθεση στην οποία λέω ακριβώς, τι πρέπει να αλλάξει στη λειτουργία του Εθνικού. Πρέπει να υπάρξει ένα διαφορετικό κλίμα στο Εθνικό Θέατρο και αυτό θα πρέπει να φανεί μέσα από τις επιλογές που θα κάνει ο καλλιτεχνικός διευθυντής. Το 80% της δουλειάς του δεν είναι καλλιτεχνικό. Για να ξανά πάρει μπρος η μηχανή  του εθνικού πρέπει να μπουν οι σωστές βάσεις. Το Εθνικό Θέατρο έχει εξαιρετικούς τεχνίτες, με την ευρεία έννοια, εννοώ τεχνίτες της τέχνης του θεάτρου, από τους φροντιστές και τους ηλεκτρολόγους μέχρι τους ηχητικούς. Έχει ένα απίστευτο δυναμικό το οποίο κατά την γνώμη μου αξιοποιείται σ’ ένα πολύ μικρό ποσοστό κι αυτό έχει να κάνει, προφανώς, και με αυτή την πόλη δύσκολη περίοδο που ψυχολογικά έχει επηρεάσει όλους τους εργαζόμενους. Όταν είσαι στο δημόσιο πάρα πολλά χρόνια είναι δύσκολο αυτό το άντε πάλι από την αρχή. Γίνεται ότι γίνεται με το Χατζάκη, μέχρι να καταλάβει τι έγινε εκείνος έφυγε, ήρθε ο Λιβαθινός και ταλαιπωρήθηκαν τρία χρόνια με πάρα πολλά ζητήματα και μετά ήρθε ο Λιγνάδης και γίνεται το μεγάλο μπαμ, που δεν το έχει ξαναζήσει το ελληνικό θέατρο. Για μένα αυτό ήταν βόμβα μεγατόνων. Δεν γίνεται ο ηγέτης του κορυφαίου πνευματικού ιδρύματος της χώρας να είναι με χειροπέδες στο περιπολικό. Πρέπει να δούμε τι σημαίνει αυτό για το θέατρο, για την πνευματική ζωή του τόπου, για τον τρόπο που γίνονται επιλογές, για τα πάντα. Προσωπικά έχω κάνει τα σκαλοπάτια μου σωστά, έχω κάνει το αγροτικό μου σε ΔΗΠΕΘΕ και με μεθοδικό τρόπο κάνω τα βήματα στη ζωή μου.

Η σεζόν βρίσκει το θέατρο αντιμέτωπο με το δίλλημα: covid free θέατρο ή όχι. Αυτός ο διαχωρισμός μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τους θεατρόφιλους;
Στη μετά covid εποχή έχουμε την ανάγκη για ωραίο θέατρο βασισμένο σε σχέσεις. Χαιρόμαστε που είμαστε στη σκηνή, που ξανά ακουμπάμε την τέχνη μας, που την ανασαίνουμε. Το σημαντικό είναι να παίξουμε μαζί, να χαρούμε μαζί, να επικοινωνήσουμε κι αυτό αφορά και το κοινό. Κανένας διαχωρισμός δεν είναι καλός, όμως κάθε κοινότητα επιλέγει τα εργαλεία με τα οποία θα προστατεύσει τον εαυτό της. Στη δημοκρατία η πλειονότητα της κοινότητας αποφασίζει ποιο δρόμο θα διαλέξει. Αφού λοιπόν είμαστε κομμάτι αυτής της δημοκρατίας πρέπει να ακολουθήσουμε κατευθυντήριες γραμμές. Δεχόμαστε a priori ότι αυτή είναι η πραγματικότητα και ότι πρέπει να εμβολιαστούμε για να προστατευτούμε. Στην απόφαση μας για να λειτουργήσουμε ως covid free θέατρο έπαιξε ρόλο η κοινή απόφαση με τους ηθοποιούς, οι οποίοι αισθάνονται ότι πρέπει να προστατευτούν. Παράλληλα θα πρέπει να δούμε πως η χωρητικότητα 50%, ιδιαίτερα στους μικρούς μικτούς χώρους, επιτρέπει την είσοδο σε είναι μικρό αριθμό ατόμων και αυτό σε βάζει σε σκέψεις με δεδομένο ότι για δύο χρόνια δεν έχουμε πάρει ούτε 1€ από εισιτήριο, παρά μόνο τα βοηθήματα του κράτους.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου