Κριτική

Θηλιά

Από -

Η «Θηλιά» του Βρετανού Πάτρικ Χάμιλτον μετράει σχεδόν έναν αιώνα ζωής (γράφτηκε το 1929), όμως δεν εμφανίζεται καθόλου γερασμένη στη σκηνή του Αθηνά. Το στόρι, γνωστό ίσως από την ομώνυμη ταινία του Χίτσκοκ (1948), αφορά δύο φίλους, φοιτητές της Οξφόρδης, που δολοφονούν χωρίς ιδιαίτερο λόγο έναν συμφοιτητή τους. Έπειτα, κρύβουν το πτώμα του σε ένα μπαούλο και καλούν μία παρέα γνωστών και φίλων, ανάμεσά τους και τον πατέρα του θύματος, για να δειπνήσουν πάνω του. Στο επίκεντρο της προβληματικής του Χάμιλτον βρίσκεται το «γιατί» έγινε το έγκλημα, και όχι το «ποιος» το έκανε: δεν έχουμε να κάνουμε με ένα τυπικό «whodunit play», αλλά με ένα ψυχολογικό θρίλερ που εστιάζει στα πρόσωπα και τη συμπεριφορά τους και θέτει ηθικά ερωτήματα στο τραπέζι.

Ο Αλέξανδρος Κοέν προχώρησε σε γενναία διασκευή του πρωτότυπου, αφαιρώντας κάποια πρόσωπα, αντικαθιστώντας το ρόλο του πατέρα του θύματος (Σερ Κέντλεϊ) με αυτόν της μητέρας (Λαίδη Κέντλεϊ), αλλά κυρίως αφήνοντας έξω σημαντικό μέρος του τρίπρακτου έργου, για να παραδώσει στη σκηνή μία εκδοχή μονόπρακτης διάρκειας. Η επιλογή αυτή ευνοεί, σε πρώτο επίπεδο, το ρυθμό. H παράσταση έχει νεύρο και στη σκηνή επικρατεί ένα αίσθημα απειλής, που το εντείνουν οι μουσικές επιλογές και οι φωτισμοί (Αλέξανδρος Αλεξάνδρου). Η καλοντυμένη παρουσία των καλεσμένων ενισχύει το πλασματικό εορταστικό κλίμα (κοστούμια: Σοφία Δριστέλα), όμως οι ιδιάζουσες, σπασμωδικές και «παραμορφωτικές», χορογραφίες (Παντελής Καναράκης) μάς γειώνουν στην πραγματικότητα. Η ένταση στις ερμηνείες των δύο ηθοποιών στους κεντρικούς ρόλους συμβάλλει επίσης στο σασπένς: ο Αργύρης Αγγέλου (Μπράντον) και ο Γιάννης Σίντος (Γκρανίλο) δημιουργούν το δίδυμο δολοφόνων δρώντας αρχικά σαν ένα σώμα, ακόμη και κινησιολογικά, έως ότου το βάρος της κοινής τους πράξης αρχίσει να επιδρά διαφορετικά στη συμπεριφορά του καθενός.

Η διασκευή, όμως, οδηγεί την παράσταση σε μία επί τροχάδην πορεία προς τη λύση και αφαιρεί πολύτιμο χώρο από μια πληρέστερη παρουσίαση των προσώπων, ακόμη και όσον αφορά απλώς τη σκηνική τους δράση. Ίσως το πρωτότυπο να πλατιάζει βάζοντας στο τραπέζι προβληματισμούς που ξεκινούν από την νιτσεϊκή ιδέα για τον υπεράνθρωπο, αλλά η παράσταση δεν φωτίζει επαρκώς τις ψυχοσυνθέσεις δύο ανθρώπων που σκοτώνουν επειδή μπορούν ή επειδή νιώθουν κάποια ηθική ανωτερότητα έναντι του θύματός τους. Κυρίως, όμως, η διασκευή αδικεί τους υπόλοιπους ρόλους: η Λαίδη Κέντλεϊ (Ελένη Κρίτα) μόλις που έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει, σχεδόν επιγραμματικά, τη μητέρα του θύματος, ενώ σχεδόν χωρίς σκηνικό νόημα είναι οι ρόλοι της Λέιλα (Γωγώ Μπρέμπου) και του Κένεθ (Βαγγέλη Ψωμά). Στον αντίποδα, μεγαλύτερη προσοχή έχει δοθεί στον κομβικό ρόλο του κυνικού βετεράνου του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου Ρούπερτ Καντέλ (Παντελής Καναράκης), που θέτει στο τραπέζι βασικούς προβληματισμούς για τον αμοραλισμό, την «ηθική» της βίας και τις ναρκισιστικές κοινωνίες που την ανατρέφουν.

banner

ΑΘΗΝΑ Δεριγνύ 10 & Πατησίων, Πεδίον Άρεως, 2108237330. Διάρκεια: 70΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου