Συνέντευξη

Θεόδωρος Τερζόπουλος: «Κάποια στιγμή ο Έλληνας πρέπει να συμφιλιωθεί με τον ίδιο του τον εαυτό»

Από -

Από τη Ρωσία μας μίλησε ο Έλληνας διεθνής του θεάτρου για τη διάκριση που έλαβε πρόσφατα, λίγο πριν από την πρεμιέρα του «Μάουζερ» στο Θέατρο Αλεξαντρίνσκι, αλλά και για όσα θα πρέπει να σκεφτούμε με αφορμή την πανδημία που ζούμε.

Πρόσφατα έγινε η πρεμιέρα του «Μάουζερ» στο Θέατρο Αλεξαντρίνσκι της Αγίας Πετρούπολης. Είναι ατρόμητοι οι Ρώσοι και άργησαν να κλείσουν τα θέατρά τους σε σχέση μ' εμάς;
Πέρασαν τόσα και τόσα οι Ρώσοι, περεστρόικες και άλλα πολλά, και είναι γεγονός πως είναι ένας λαός που το ηθικό του δεν κάμπτεται εύκολα. Είναι ανήσυχοι, αλλά παίρνουν τα μέτρα τους γιατί το κράτος λειτουργεί σωστά και ο κόσμος νιώθει αρκετά ασφαλής. Τα μεγάλα θέατρα των χιλίων θέσεων, όπως είναι το Μαριίνσκι και το Μπολσόι, έκλεισαν νωρίτερα. Πριν από λίγες ημέρες έκλεισαν και τα μικρότερα.
Το Αλεξαντρίνσκι της Αγίας Πετρούπολης (Εθνικό Θέατρο της Ρωσίας), στο οποίο παρουσίασα τη νέα μου σκηνοθεσία στο «Μάουζερ» του Χάινερ Μίλερ, έκλεισε κι αυτό. Η πρεμιέρα έγινε και παρουσιάστηκε σε live streaming. Μόνο έτσι θα μπορούν να τη δουν οι Ρώσοι θεατές, online. Δεν έχουν δοθεί δικαιώματα για την Ευρώπη. Σ' αυτήν την παράσταση μου βγήκε κάτι ακραίο, πλημμύρισα με συναισθήματα που ακουμπούν πάνω στο εμφυλιακό τραύμα που φέρω.

«O Νεοέλληνας έχει ένα μηχανισμό απώθησης του κακού, απώθησης αυτού από το οποίο θα μπορούσε να μάθει κάτι. Ύστερα από όποια δοκιμασία θα αναζητήσει ξανά την καλή ζωή, τη χαρά και την καθημερινότητα, κοιτΑΖΟντας το βόλεμα τελικά».

Πρόσφατα λάβατε το Εθνικό Βραβείο Θεάτρου Φίγκαρο. Σε ποιους απονέμεται αυτό το βραβείο;
Δίνεται σε ανθρώπους του θεάτρου και του κινηματογράφου, ηθοποιούς και σκηνοθέτες, κατά βάση Ρώσους, αλλά κι επιλεκτικά σε κάποιους από το εξωτερικό. Σε αυτούς που με κάποιον τρόπο έχουν συμβάλει στην ανάπτυξη του ρωσικού θεάτρου. Το βραβείο που μου δόθηκε είναι για τη συμβολή μου στην ανάπτυξη του παγκόσμιου θεάτρου και το έχουν πάρει έως τώρα ονόματα όπως η Άλα Νεμίντοβα, ο Λεβ Ντόντιν, ο Αλεξάντερ Σοκούροφ, ο Βάλερι Φόκιν, ο Εμίρ Κουστουρίτσα.
Το βραβείο αυτό έχει ιδιαίτερο κύρος και τη βραδιά που δόθηκε διοργανώθηκε μια μεγάλη εκδήλωση με τρία τιμώμενα πρόσωπα. Ο κόσμος πλήρωσε μέχρι 80 δολάρια για να παραστεί, ενώ συμμετείχαν διάσημοι ηθοποιοί, σκηνοθέτες και μια φοβερή μπαλαρίνα από το Μπαλέτο Μαριίνσκι. Ήταν πολύ συγκινητικό για μένα που ξαναείδα σπουδαίους ηθοποιούς πρωταγωνιστές του Βαχτάνγκοφ, του Λιουμπίμοφ... Το 1994 είχα λάβει το Βραβείο Στανισλάφσκι και υπάρχουν και άλλες διακρίσεις ενδιάμεσα.

Στο «Μάουζερ» πρωταγωνιστούν νέοι ηθοποιοί;
Πρωταγωνιστές είναι μια ομάδα νέων μαθητών μου, αλλά παίζουν μαζί ο γηραιότερος και φοβερός ηθοποιός Νικολάι Mαρτό, η εκπληκτική Έλενα Νέμζερ και ο Ιγκόρ Βολκόφ, βετεράνοι ηθοποιοί που αγκαλιάζουν τους νέους. Είναι κάτι απίστευτο αυτό που συμβαίνει εκεί, δεν το συναντάς εύκολα.

Τρέφετε μεγάλο θαυμασμό για το ρωσικό θέατρο...
Υπάρχει μεγάλη παράδοση, διότι οι γηραιότεροι νοιάζονται για το πώς θα ωριμάσουν οι ρόλοι των νέων, πώς θα τα καταφέρουν και συνεργάζονται μεταξύ τους, τους βοηθούν, τους συμβουλεύουν, είναι πολύ κοντά τους. Κάτι που δεν συμβαίνει στην Ελλάδα, ο καθείς και ο εαυτούλης του, τυλιγμένος μέσα στον εγωκεντρισμό. Στη Ρωσία μιλάμε για άλλα μεγέθη από τα δικά μας, άλλη κουλτούρα, άλλη νοοτροπία, άλλο κύρος. Είναι μεγάλη χώρα με μεγάλη παράδοση και αντικειμενικά εμείς δεν έχουμε τόσο μεγάλη κουλτούρα, ας το παραδεχτούμε.
Είδατε πώς αντέδρασε ο κόσμος όταν του ζητήθηκε να μείνει στο σπίτι για να προφυλαχτεί από την πανδημία. Βγήκε στους δρόμους. Για ποια κουλτούρα να μιλήσουμε; Χρειάζεται πειθαρχία, θέλει να κλειστούμε στο σπίτι, δεν γίνεται αλλιώς. Ο κόσμος δυσκολεύεται να καθίσει στο σπίτι του, νιώθει αφόρητα και αυτό είναι το χειρότερο. Πιστεύω ότι, αν είμαστε προσεκτικοί όλοι, η πανδημία θα κάνει έναν κύκλο κι ελπίζω ότι στα μέσα Μαΐου θα είναι σε στάδιο εκτόνωσης. Αυτό δείχνει να συμβαίνει στην Κίνα και αυτό θα συμβεί και στην Ελλάδα. Πρέπει να αντιληφθούμε τη σοβαρότητα της κατάστασης και μετά την ένταση της πανδημίας θα πρέπει να συζητήσουμε και να μας απασχολήσουν σοβαρά τα αίτια.

Πιστεύετε ότι θα αλλάξουν κάποια πράγματα στη νοοτροπία μας με αφορμή την παγκόσμια δοκιμασία που ζούμε;
Δεν ξέρω αν θα αλλάξουν γενικά στον κόσμο, αλλά για τη νοοτροπία των Ελλήνων δεν είμαι σίγουρος. Πιθανότατα κάποιοι που είχαν την επιθυμία να αλλάξουν θα αλλάξουν, αλλά είναι βαθιά ριζωμένες οι συνήθειες στον νεοέλληνα. Δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα η δομή του. Υπάρχει ένα ερώτημα: «Τι μάθαμε από τη Χούντα, από τον Εμφύλιο;».
Με έναν τρόπο, ο νεοέλληνας έχει ένα μηχανισμό απώθησης του κακού, απώθησης αυτού από το οποίο θα μπορούσε να μάθει κάτι. Ύστερα από όποια δοκιμασία θα αναζητήσει ξανά την καλή ζωή, τη χαρά και την καθημερινότητα, κοιτάζοντας το βόλεμα τελικά. Τώρα ξεβολεύτηκε. Από τη μία είναι θέμα του ελληνικού λαού και από την άλλη είναι θέμα των ελληνικών κυβερνήσεων. Αυτή η ξέφρενη ιδιωτικοποίηση των πάντων δεν οδηγεί πουθενά, διαλύει τις κρατικές δομές. Θα επιδεινωθεί η κατάσταση που ζούμε και δεν θα υπάρχουν οι δομές να εξυπηρετήσουν τόσο κόσμο.

Από πού πρέπει να ξεκινήσουμε για να συμβάλουμε στην αλλαγή μιας παγιωμένης, όπως λέτε, κατάστασης;
Πρέπει να ξανακοιτάξουμε τα πράγματα από τη βάση τους, να κάνουμε αυτοκριτική, να αναστοχαστούμε. Σαφώς και πρέπει να ξαναδεί κάποιος τη ζωή του, αλλά παράλληλα θα πρέπει να ξαναδούμε περισσότερο από ποτέ τις έννοιες του διαλόγου, της αλληλεγγύης και της συμφιλίωσης. Υπάρχει ακόμη και σε αυτές τις δύσκολες στιγμές ένα εμφύλιο κακό κλίμα «όχι εσύ, εγώ».
Και δεν μιλάω μόνο για τα κόμματα αλλά και για τους πολίτες. Κάποια στιγμή ο Έλληνας πρέπει να συμφιλιωθεί με τον ίδιο του τον εαυτό, το ίδιο και ο πολιτικός. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχουν αρχές ούτε στους πολίτες ούτε στους πολιτικούς. Οι αρχές είναι αυτές που ορίζουν κάποια πράγματα και κάποιες συντεταγμένες. Αυτές πρέπει να πιστέψει κάποιος για να προχωρήσει στη ζωή. Δυστυχώς, στη χώρα μας δεν τις ακολουθούμε γιατί δεν υπάρχουν και... δεν υπήρξαν ποτέ.