Κριτική

Θείος Βάνιας

Από -

Ο Κιμούλης μεταφράζει, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, καθιστώντας τον «Θείο Βάνια» προσωπικό του στοίχημα και, όπως γίνεται με τα προσωπικά στοιχήματα, μεταδίδει τη θερμή του δέσμευση στο εγχείρημα αλλά και την αδυναμία του να δει καθαρά το σύνολο.

Πόσο δύσκολο να παιχτεί ο Τσέχοφ! Ο «Θείος Βάνιας» του Γιώργου Κιμούλη είναι από τις παραστάσεις που επιβεβαιώνουν τις παγίδες που στήνει ο Ρώσος συγγραφέας σε σκηνοθέτες και ηθοποιούς για πάνω από έναν αιώνα. Και αυτό επειδή στην παράσταση ό,τι δυσλειτουργεί είναι κυρίως ό,τι ανήκει στα αδιόρατα χαρακτηριστικά της τσεχοφικής δραματουργίας, αυτά που είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθούν: ο εσωτερικός ρυθμός, η διάχυτη αλλά μετρημένη ευαισθησία, οι διαφορετικές αποχρώσεις...

Αυτό που δεν κατακτάει, για παράδειγμα, η κατά τα άλλα φροντισμένη παράσταση είναι ότι, ενώ εμπεριέχει και το δραματικό και το κωμικό, δεν τα μετουσιώνει σε ένα ενιαίο σύνολο, αλλά τα παραθέτει εμφανώς διαχωρισμένα, χωρίς να δείχνει πως στο έργο το ένα εμπεριέχει το άλλο. Λείπουν, επίσης, τα ημιτόνια, το «ανάμεσα»· στην παράσταση τίποτα δεν υπονοείται, όλα λέγονται και δείχνονται και μάλιστα με σκληρότητα, κάπως «απότομα» – συμβάλλει σε αυτό και η μετάφραση που ακούγεται πολύ «σημερινή».

Από την άλλη, είναι πολύ ενδιαφέρουσα η οπτική του Κιμούλη, που έχει διαβάσει το έργο εστιάζοντας κυρίως στην αντρική κρίση μέσης ηλικίας, παρά στα υπόλοιπα θέματα, π.χ. την αδράνεια ή το μέλλον. Αυτή η οπτική φαίνεται τόσο στην ερμηνεία του ίδιου ως Βάνια όσο και στην ανάγνωση του Αστρόβ (Τάσος Νούσιας), ο οποίος έχει απωλέσει αρκετή από τη γοητεία που του έχει προσδώσει ο συγγραφέας.

Η παράσταση δημιουργεί με εξαιρετική ενάργεια έναν κόσμο αντρών που έχουν χάσει την ικμάδα και την όποια γοητεία τους· καταναλώνουν αλκοόλ, επιδίδονται σε χοντροκοπιές και θρηνούν για το χρόνο που πέρασε. Μάλλον γι’ αυτό οι αντρικοί ρόλοι είναι πληρέστερα δοσμένοι, τόσο ο Τελέγκιν του Κώστα Κοράκη όσο και ο Καθηγητής Σερεμπριάκοφ του Γιώργου Ψυχογιού, ο οποίος μάλιστα, ενώ δεν είναι όσο γέρος απαιτεί ο ρόλος, καταλήγει όσο αντιπαθητικός πρέπει χάρη στην ερμηνεία του.

Αντιθέτως, αμηχανία διακρίνει την καθοδήγηση των γυναικείων ερμηνειών. Και αν η Στέλλα Καζάζη δεν κατάφερε να αποφύγει τη συχνή παγίδα στην περσόνα της Έλενας, δίνοντάς την απλώς ως μια εντυπωσιακή γυναίκα, χωρίς να μεταφέρει κάτι από το προσωπικό της δράμα, είναι η ερμηνεία της Χαράς Μάτας Γιαννάτου που στοιχίζει περισσότερο. Ο τόσο σημαντικός ρόλος της Σόνιας μένει αδικαίωτος όσο η ηθοποιός, αδικαιολόγητα άκαμπτη, αδυνατεί να αναδείξει την εσωτερικότητα της ηρωίδας της. Ειδικά ο τελευταίος της μονόλογος, αυτός ο τόσο παρηγορητικός και με προσδοκία για ένα καλύτερο μέλλον, λέγεται με τόσο θυμό κι εξωτερική ένταση, που σχεδόν ακυρώνει την τελευταία αληθινά όμορφη σκηνή της παράστασης. Η ζεστή παρουσία της Μάγδας Λέκκα (Μαρίνα) και η αγέρωχη ερμηνεία της Μαίρης Νάνου (Μαρία) ικανοποιούν, όμως δεν αρκούν για να αποκαταστήσουν τις άνισες εντυπώσεις.

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ Ηρώων Πολυτεχνείου & Βασ. Γεωργίου, Πειραιάς, 2104143310-20. Διάρκεια: 120΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου