Συνέντευξη

Θανάσης Παπαγεωργίου: «Χρειάστηκα ένα λεπτό για να πω ναι στον Σπύρο για τον Γκοντό»

Από -

Στα ογδόντα δύο του, ο Θανάσης Παπαγεωργίου παραμένει έφηβος, ερωτευμένος με την τέχνη του και έτοιμος για νέες περιπέτειες. Λίγο προτού ξεκινήσει περιοδεία με το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμουελ Μπέκετ, μίλησε στη Μαρία Κρύου για τη συνεργασία του με τον Σπύρο Παπαδόπουλο αλλά και τον πολιτισμό γενικότερα.

Τι αλλάζει στο θέατρο στην εποχή του COVID, κ. Παπαγεωργίου;
Δεν πιστεύω ότι οι αλλαγές εποχών επηρεάζουν σημαντικά τους στόχους της θεατρικής τέχνης. Άλλωστε έχουμε ζήσει δυσκολότερες αλλαγές που θα μπορούσαν επίσης να αποδιοργανώσουν το θέατρο. Και μιλάω για το 1967 και το 1974, για να μην πάμε πιο πίσω στο 1940, το ’44, τον Εμφύλιο ή σε ακόμα πιο παλιές ιστορικές καμπές. Ο καλλιτέχνης δεν έχει εποχή. Ακολουθεί τη μοναχική πορεία του, παρά τις πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές που συμβαίνουν γύρω του.

Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας το 1971 δημιουργήσατε το θέατρο Στοά. Όταν κοιτάτε τη μέχρι τώρα δράση και τα περασμένα σας έργα τι σκέφτεστε;
Μοιάζει σαν όνειρο. Η ΣΤΟΑ κλείνει φέτος πενήντα χρόνια δράσης χωρίς κανένα διάλειμμα, πρωτοφανής αριθμός για τα ελληνικά δεδομένα. Όταν ξεκινούσε η περιπέτεια κανείς μας δεν φανταζότανε τη συνέχεια. Πετύχαμε πολλούς από τους στόχους μας, αποκτήσαμε ένα φανατικό κοινό που πιστεύει ακόμα στη δουλειά μας και την προσφορά μας και χαιρόμαστε που καταφέραμε να βοηθήσουμε στην επιβολή του ελληνικού έργου, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει επάξια το θηρίο που λέγεται ξένο έργο και που κάποτε μονοπωλούσε αισθητικές και προβληματισμούς.

«Θα έπρεπε το βασικότερο στοιχείο του καλλιτέχνη να είναι η γενναιοδωρία, ανεξάρτητα από την αναγνώριση και την αποδοχή ή όχι του κοινού. Αυτό απαιτεί να θυσιαστούν πολλά από τα "κακά" του στοιχεία που τον ταλανίζουν και τον πηγαίνουν πίσω, επειδή πολλές φορές θα πρέπει να θυσιάσει το εγώ του προκειμένου να αφοσιωθεί στην προσφορά και όχι στον ναρκισσισμό του».

Η αναγνώριση και η αποδοχή του κοινού ωθεί κάποιον να είναι γενναιόδωρος και δημιουργικός;
Θα έπρεπε το βασικότερο στοιχείο του καλλιτέχνη να είναι η γενναιοδωρία, ανεξάρτητα από την αναγνώριση και την αποδοχή ή όχι του κοινού. Αυτό απαιτεί να θυσιαστούν πολλά από τα «κακά» του στοιχεία που τον ταλανίζουν και τον πηγαίνουν πίσω, επειδή πολλές φορές θα πρέπει να θυσιάσει το εγώ του προκειμένου να αφοσιωθεί στην προσφορά και όχι στον ναρκισσισμό του. Η γενναιοδωρία σαν χαρακτηριστικό αυτόματα λειτουργεί δημιουργικά. Στην Τέχνη όσα δίνεις τόσα παίρνεις.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Σπύρο Παπαδόπουλο και τον Γιάννη Κακλέα στο «Περιμένοντας τον Γκοντό»;
Ένα βράδυ, εν μέσω καραντίνας, μου τηλεφώνησε ο Σπύρος να με ρωτήσει αν είμαι να κάνουμε μια κόντρα στην κατάσταση που βιώναμε. «Εσύ, εγώ, ο Σερβετάλης, ο Αυγουστίδης κι ο Κακλέας», μου είπε. «Δύσκολο και απαιτητικό έργο, σε δύσκολη και μυστήρια εποχή, όλα σκοτεινά κι αβέβαια, να το τολμήσουμε κι όπου μας βγάλει. Αν πάμε καλά, θα πάρουμε και χρήματα, αν όχι, καλή καρδιά. Τι είχαμε, τι χάσαμε». Χρειάστηκα ένα λεπτό για να συμφωνήσω και πέντε μέρες για να ξεκινήσουμε πρόβες.

Η αναμονή είναι η συνθήκη που θέτει ο Σάμουελ Μπέκετ για να ειπωθεί ποιο πράγμα;
Όλοι μας, τη στιγμή της γέννας μας ανοίγουμε έναν κύκλο που πρέπει υποχρεωτικά κάποια άλλη στιγμή να κλείσει. Τι παραπάνω από αυτή την εξοντωτική αναμονή να θέλει να πει;

Ποια είναι η σχέση σας με τον Μπέκετ;
Είχα διαβάσει κάποια βιβλία του το 1970, όταν πρωτοεκδόθηκαν. Δεν είχα καταλάβει και πολλά, πέρα από το ανήσυχο μυαλό και την ιδιαίτερη ματιά του. Ένιωθα ότι είναι κάτι ξένο προς εμένα και τις επιλογές των διαβασμάτων μου, που όμως ήθελα διακαώς να κατανοήσω. Στις παραστάσεις των έργων του έβλεπα πάντα κάτι ανολοκλήρωτο, χωρίς να μπορώ να το εντοπίσω και να επιχειρηματολογήσω πάνω σ’ αυτό, αλλά μου έμενε πάντοτε μια γεύση μαγείας για το βάθος αυτής της σκέψης. Διαβάζοντας ξανά σήμερα όλη του τη δουλειά, στενοχωριέμαι που δεν τον ανακάλυψα τότε. Φαίνεται όμως ότι δεν ήμουν έτοιμος να λύσω, μέσω του Μπέκετ, τα υπαρξιακά μου προβλήματα στα τριάντα μου. Προφανώς οι συνθήκες επέλεξαν τα ογδόντα δύο μου.

Τι καινούργιο έχετε να πείτε με την παράσταση αυτή στο κοινό που σας παρακολουθεί σταθερά;
Στην παράσταση συμμετέχουμε τρεις γενιές θεατρίνων. Καθεμία έχει να πει διαφορετικά πράγματα και σε διαφορετικό κοινό. Στόχος είναι να μπορέσουμε να πούμε κάτι σημαντικό τόσο στους δικούς μας πιστούς όσο και στου άλλου. Ίσως μάλιστα αυτή η ηλικιακή διαφορά να δημιουργεί ένα περίεργο ενδιαφέρον.

«Αν μιλάμε για τη θεατρική τέχνη, σε συνθήκες που απαγορεύεται η συμμετοχή του κοινού δεν μπορεί να προσφέρει απολύτως τίποτα. Γι’ αυτό και είμαι αρνητικός στις βιντεοσκοπημένες παραστάσεις».

Τι επίδραση έχει πάνω σας ο χρόνος;
Βιολογικά με φθείρει. Πνευματικά με πλουτίζει. Όπως και να ’χει τον αγαπώ, είμαι συμφιλιωμένος μαζί του. Υφίσταμαι όλες του τις επεμβάσεις και παρεμβάσεις –αν μπορώ ας κάνω κι αλλιώς– αποδεχόμενος την παντοδυναμία του. Και φυσικά δεν μου φτάνει ποτέ. Ακόμα κι αν μπορούσα να μιλήσω μαζί του, δεν θα είχα κάτι να του ζητήσω, αφού έτσι κι αλλιώς δεν επιλέγω εγώ αλλά εκείνος. Απλώς προσπαθώ να τον εκμεταλλευτώ για να του πάρω ό,τι μπορώ.

Διαβάζετε, μαθαίνετε τι συμβαίνει στον κόσμο. Τι πιστεύετε για την κίνηση Support Art Workers;
Είμαστε ένας κλάδος ανοργάνωτος και απρόβλεπτος. Και ιδιαίτερα εγωιστικός. Ας μην κρυβόμαστε. Η ανάγκη της προσωπικής προβολής δεν αφήνει πολλά περιθώρια να σκεφτείς το συλλογικό συμφέρον. Σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που συνέβη κάτι τέτοιο και, αν συνέβη, διήρκεσε ελάχιστα. Θα φέρω ένα μικρό, πικρό παράδειγμα: Πέντε ηθοποιοί προσπαθούν να πετύχουν καλύτερες συνθήκες εργασίας στην επιχείρηση του Χ «άτεγκτου» εργοδότη. Αν όμως ένας από τους πέντε ανανεώσει το συμβόλαιό του, θα αποσυρθεί από την προσπάθεια. Έτσι καταλήγουμε να δημιουργούμε προσωπικές σχέσεις με τον οποιονδήποτε δυνατό, μεταθέτοντας τη συλλογική πάλη για την επόμενη φορά που θα είμαστε άνεργοι.

Μέσα στη συγκυρία της πανδημίας, η τέχνη τι μπορεί να προσφέρει;
Αν μιλάμε για τη θεατρική τέχνη, σε συνθήκες που απαγορεύεται η συμμετοχή του κοινού δεν μπορεί να προσφέρει απολύτως τίποτα. Γι’ αυτό και είμαι αρνητικός στις βιντεοσκοπημένες παραστάσεις. Και στο επιχείρημα, που με διάφορα επικοινωνιακά τσιτάτα κυκλοφόρησε τις μέρες της καραντίνας, συνοψισμένο στο «από το ολότελα καλή είν’ κι η Παναγιώταινα», λέω ότι η τέχνη του κινηματογράφου έχει εκπληκτικές δουλειές για να ψυχαγωγήσουν το ανήσυχο κοινό. Γι’ αυτό και τα μεγάλα θέατρα, όταν προσφέρουν τις παραστάσεις τους σε βίντεο, η κινηματογραφική ματιά υπάρχει σε ίση αναλογία με τη θεατρική. Η δική μου η δουλειά, του ηθοποιού, υφίσταται μόνο όταν στέκομαι απέναντι σε έναν θεατή. Αλλιώς είναι ανύπαρκτη. Κι εγώ μαζί της.

Αν δεν μιλούσαμε μόνο για το μέλλον του πολιτισμού, αλλά και για μία εικόνα του μέλλοντος για την Ελλάδα τι θα επισημαίνατε;
Η χώρα μας, με την πάροδο του χρόνου, όλο και περισσότερο αναδεικνύει τις συντηρητικές της απόψεις. Τα περί Δημοκρατίας και τα λοιπά, είναι ωραίες επαναλήψεις των προγονικών μας ρήσεων, με τις οποίες ελάχιστη σχέση έχουμε. Αναγνωρίζετε πουθενά ομοιότητες με την Αθηναϊκή Δημοκρατία; Έχει καμία σχέση η σύγχρονη Ελλάδα με τον Πολιτισμό που καυχιέται ότι κληροδότησε στον υπόλοιπο βάρβαρο κόσμο πριν από χιλιάδες χρόνια; Το Υπουργείο Πολιτισμού, εδώ και δεκάδες χρόνια είναι το πλέον υποβαθμισμένο υπουργείο κάθε κυβέρνησης. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων το υπηρέτησαν αδαείς, άσχετοι, αδιάφοροι και απολίτιστοι. Όταν λοιπόν μία χώρα αδιαφορεί για τον Πολιτισμό της τι μπορεί κανείς να περιμένει στο μέλλον; Οι σύγχρονες κυβερνήσεις αρνούνται να δεχτούν ότι χωρίς Πολιτισμό και Παιδεία είναι αδύνατον να πάει μπροστά η χώρα. Ελπίζουν στην πρόοδο που τους υπόσχονται οι τεχνοκράτες. Χρήσιμοι είναι και δεν τους απορρίπτει κανείς. Αλλά δεν θα προβληματιστούν και πολύ αν χρειαστεί να μπαζώσουν τα ρέματα και τη θάλασσα, για να χτίσουν τον δικό τους πολιτισμό. Ξέρουν πολύ καλά ότι με τον πρώτο θυμό της φύσης, ό,τι χτίστηκε θα εξαφανιστεί μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας, αλλά τους είναι αδιάφορο προκειμένου να αποκτηθεί χρήμα. Και αυτή είναι η σημαντική διαφορά με τον Πολιτισμό: ό,τι αυτός έχτισε, ποτέ και με τίποτα δεν εξαφανίστηκε. Αντίθετα χρησιμοποιήθηκε για να πάμε ένα βήμα πιο πέρα. Ουσιαστικά πιο πέρα και χωρίς κίνδυνο κατολισθήσεων.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα