Κριτική

Τα τελευταία φεγγάρια

Από -

Κάθε βράδυ ο Άγγελος Αντωνόπουλος «πεθαίνει» ενώπιον του κοινού, έχοντας προηγουμένως­ «αναστήσει» ένα δύσκολο ζήτημα: πώς (και πού) περνάει κάποιος τη δύση της ζωής του, όταν το γήρας είναι η απόλυτη –βιολογική και οντολογική– πραγματικότητα.

banner

Θα ξεκινήσω με μια διπλή παραδοχή. Δεν θεωρώ πως τα «Τελευταία φεγγάρια» είναι σπουδαίο έργο. Το γεγονός ότι αναδείχτηκε Θεατρικό κείμενο της χρονιάς στην Ιταλία το 1993 και αποτέλεσε το «ρέκβιεμ» του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, την τελευταία παράσταση με την οποία σάρωσε τα βραβεία κατά την περίοδο 1994-95, δηλώνει κατά τη γνώμη μου απλώς την πεπερασμένη ισχύ του. Έπειτα από είκοσι πέντε χρόνια το έργο του Φούριο Μπορντόν φαντάζει σαν πρωτόλειο για δεκάδες κινηματογραφικές και τηλεοπτικές δραμεντί με κάποιον καταξιωμένο ηλικιωμένο ηθοποιό στον κύριο ρόλο. Θεωρώ όμως ότι ο Άγγελος Αντωνόπουλος υπερβαίνει τα δεδομένα του, αποτίνοντας με την παράσταση και την ερμηνεία του έναν φόρο τιμής στο γήρας και προσδίδοντας οντολογική διάσταση σε ένα μάλλον άχαρο θέμα: την απόφαση ενός γιου να κλείσει σε οίκο ευγηρίας τον ηλικιωμένο πατέρα του.

Έργο δωματίου, με σχηματικούς ρόλους, προορισμένους να γίνουν­ φορείς κοινωνικών και χαρακτηρολογικών στερεοτύπων (ο δύσκολος ηλικιωμένος καθηγητής, η συμπονετική νεκρή σύζυγος, ο άκαρδος γιος) και μόνο αμφίβολο εύρημα την παρουσία ενός «φαντάσματος», δίχως δράση, καθοριστικές συγκρούσεις ή δραματικές κορυφώσεις, με ως επί το πλείστον συμβατικούς διαλόγους, κάποιους­ πνευματώδεις αστεϊσμούς και άλλες τόσες ψευδο-φιλοσοφικές γραφικότητες και μελοδραματικές εξομολογήσεις, τα «Τελευταία φεγγά­ρια» είναι γραμμένα αποκλειστικά και μόνο για να παιχτούν από βετεράνο ηθοποιό.

Για να νομιμοποιηθεί δηλαδή η παρουσίασή τους απαιτούν έναν ηλικιωμένο ρολίστα της σκηνής, ικανό να ταυτιστεί με το κεντρικό πρόσωπο και να ενεργοποιήσει το συναίσθημα, τη συγκίνηση και το μελαγχολικό αναστοχασμό του θεατή – ειδικά εκείνου που ανήκει στην τρίτη ηλικία. Ο Άγγελος Αντωνόπουλος διαθέτει τόσο την ηλικία όσο και το ιδιοσυγκρασιακό ταμπεραμέντο, την αυτοσαρκαστική διάθεση και τον παιγνιώδη λυρισμό που απαιτούνται για να αποκτήσει σάρκα και οστά ο ρόλος του συνταξιούχου καθηγητή που «εκδιώκεται» από την πατρογονική οικία.

banner

Με τη στωική μορφή, την εσωτερική σφοδρότητα και τη σκεπτόμενη ενέργειά του υπερβαίνει το ίδιο το έργο. Η παράσταση, στημένη στο σκυθρωπό σκηνικό του Μιχάλη Σαπλαούρα, με τα λειτουργικά κοστούμια του ίδιου και της Δάφνης Ηλιοπούλου, «ζωντανεύει» από τους φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα, οι οποίοι αποδεικνύονται ιδιαίτερα δραστικοί στο δυνατό φινάλε. Εκεί δηλαδή που, όντας μόνος στη σκηνή στον τελικό του μονόλογο/επίλογο, ο Άγγελος Αντωνόπουλος, συνοδεία του «Addagio» του Μπαχ, μιλά για το θάνατο και αφήνεται να «πεθάνει» ενώπιον του κοινού, με τις νιφάδες του χιονιού να χαϊδεύουν τους ώμους του. Ευτυχή συνοδεία επί σκηνής αποτελούν οι δύο συμπρωταγωνιστές του: η Βάνα Πεφάνη στέκει αξιοπρεπώς, δίχως γλαφυρότητες, στον ρόλο της «παρηγορητικής» νεκρής συζύγου του με την οποία συνομιλεί διαρκώς και ο Στέλιος Ψαρουδάκης προσδίδει ειδικό βάρος στον άχαρο ρόλο του «άσπλαχνου» γιου του.

ΑΛΜΑ Ακομινάτου 15-17 & Αγ. Κωνσταντίνου, Μεταξουργείο, 2105220100. Διάρκεια: 100΄.