Συνέντευξη

Στο μυαλό του Αλέξη Σταμάτη κάθε ρεαλισμός είναι ανυψωμένος

Από , -

Γιος του αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη και της ηθοποιού Μπέτυς Αρβανίτη, ο Αλέξης Σταμάτης μπήκε από νωρίς στον κόσμο των θεαμάτων, σπούδασε αρχιτεκτονική και ακολούθησε μία αξιομνημόνευτα πλούσια συγγραφική πορεία. Μετά από τη θητεία του στην ποίηση και στο πεζό, πέρασε στο θεατρικό κείμενο, ενώ συνολικά έχει φτάσει τα τριάντα περίπου έργα και μπορεί να περηφανεύεται πως έχει γράψει σε όλα τα είδη. Από νωρίς μεταφράστηκε, βραβεύτηκε και εκπροσώπησε τη χώρα σε διάφορες διεθνείς λογοτεχνικές συζητήσεις.

Με αφορμή τη νέα παράσταση «Κόσμος/ Γωνία» στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας στην οποία υπογράφει το κείμενο αλλά και το νέο του βιβλίο «Ο άντρας της πέμπτης πράξης» (εκδ. Καστανιώτη) ανοίξαμε μία μεγάλη και πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα με τον Αλέξη Σταμάτη – έναν άνθρωπο που ανέκαθεν είχε ένα καλό λόγο για να βρίσκεται στην επικαιρότητα.

Αν εξαιρέσουμε τις πρώτες πειραματικές απόπειρες και μετρήσουμε από το μονόπρακτο «Τελευταία Μάρθα» του 2008, μιλάμε για μία ενεργή δεκαετία στη θεατρική συγγραφή. Πόσο διαφέρει από το να γράφεις ένα μυθιστόρημα;
Αν και από μικρός βρισκόμουν μέσα στα παρασκήνια του θεάτρου και γενικά των θεαμάτων, άργησα να μπω στη θεατρική συγγραφή. Για μένα, ξεκάθαρα είναι το πιο δύσκολο είδος. Στην πεζογραφία έχεις την ελευθερία να κινηθείς όπως θέλεις, μια και όλα είναι ελεγχόμενα από εσένα. Μπορείς να βάλεις την κάμερα του αφηγητή πάνω στον ήρωα, σε τρίτο πρόσωπο ή πάνω από την ίδια την ιστορία. Είναι μία διαδικασία που αρχίζεις και ολοκληρώνεις μόνος σου μόλις τελειώσεις –ή εγκαταλείψεις, όπως λέω εγώ– το βιβλίο και το παραδόσεις.
Από την άλλη, στο θεατρικό καλείσαι να συνεργαστείς με άλλους ανθρώπους και να συμφωνήσεις σε μία σύμπραξη. Παράγεις, ουσιαστικά, ένα κείμενο-«μη κείμενο», που απευθύνεται στο εδώ και τώρα της θεατρικής σκηνής, όπου θεατές και οι ηθοποιοί μπαίνουν σε μία συνωμοσία. Είναι ένα συμβάν πληθυντικού αριθμού, και όχι ενικού όπως η συγγραφή.

Πώς είναι το να βλέπεις μια ιστορία που έχεις γράψει ως θεατής;
Μοναδικό. Την πρώτη φορά που είδα παράσταση που επίσημα υπέγραφα, συγκινήθηκα πάρα πολύ – πολύ περισσότερο απ’ όταν είχα δει το πρώτο τυπωμένο μου ποίημα. Ήταν στην ίδια σκηνή που επιστρέφουμε σήμερα με το «Κόσμος/ Γωνία», στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας, και είχε πρωταγωνιστή τον Χρήστο Στέργιογλου. Αυτή η μέθεξη του να έχεις γράψει κάτι και να το ακούς να εκφράζεται από έναν άλλο άνθρωπο, έναν ηθοποιό, είναι μαγική. Και νομίζω πως δεν ξεπερνιέται. Όσα χρόνια κι αν περάσεις πάνω στη σκηνή, πάντα θα έχεις το δημιουργικό τρακ πριν ξεκινήσει η παράσταση.

«Κόσμος/ Γωνία», λοιπόν. Ένα ενδιαφέρον θεατρικό εγχείρημα που ενώνει δύο ξεχωριστά μονόπρακτα επί σκηνής.
Ακριβώς. Πρόκειται δύο μονολόγους που κατά καιρούς έχουν παιχτεί ξεχωριστά ο καθένας σε ολοκληρωμένες παραστάσεις και τώρα συνδυάζονται για να βγάλουν ένα νέο, αυθεντικό και αυτόνομο έργο. Το ένα μονόπρακτο, ο ρόλος του Σάκη που ερμηνεύει ο παλιός συμμαθητής Νίκος Αλεξίου, είναι από το «Η Τελευταία Μάρθα» που αναφέραμε, ενώ το άλλο μονόπρακτο είναι από τα «Μεσάνυχτα σ’ έναν τέλειο κόσμο» του 2013, με τον Νίκο Αρβανίτη ξανά στο ρόλο του Φώτη. Είναι ένα πείραμα που προέκυψε μέσα από τη συλλογική δουλειά. Μία σύμπτυξη και αναγέννηση του έργου.

Πού συναντιούνται οι δύο ιστορίες-μονόλογοι;
Κλεισμένοι μέσα στο διαμέρισμά τους, και οι δύο χαρακτήρες έχουν σχεδόν μηδαμινή σχέση με την κοινωνία. Ο Σάκης, επί τριάντα χρόνια, κάνει μονάχα ένα πράγμα στη ζωή του: φυλάει ένα πίνακα του Κωνσταντίνου Παρθένη. Ο Φώτης είναι ένας συγγραφέας που μένει απομονωμένος προσπαθώντας να βρει έμπνευση από τα καταγεγραμμένα γεγονότα της ζωής. Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος έχουν βιώσει ένα μεγάλο τραύμα στο παρελθόν, που αποδείχθηκε καθοριστικό για την εξέλιξή τους.

Στη σύνδεσή τους, φαντάζομαι, λειτούργησε και η ματιά του Άρη Τρουπάκη, ενός σκηνοθέτη που συνεργάζεσαι χρόνια.
Ναι. Είναι η πέμπτη φορά που συνεργαζόμαστε με τον Άρη. Έχουμε αναπτύξει ένα πολύ ενδιαφέροντα διάλογο, που πλέον αρκετά συχνά μένει στη σιωπή, μια και σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο το έργο. Ως σκηνοθέτης, έχει την ικανότητα να επεξεργάζεται προσεκτικά το κείμενο, να βρίσκει τις υπόγειες γραμμές που ενώνουν τα θέματά του και να δημιουργεί πολύ πραγματικά συμβάντα πάνω στη σκηνή.

banner

«Για μένα (το γράψιμο) είναι επιθυμία. Επιθυμία έκφρασης, επικοινωνίας, κατάθεσης, επαφής και εξωτερίκευσης. Επειδή, εκ φύσεως, έχω μία δυσφορία με την πραγματικότητα γύρω μου, αναζητώ το κάτι παραπάνω. Αυτό το βρίσκω στην τέχνη, στη δημιουργία.»

Αλέξης ΣταμάτηςΣόλωνος και Ασκληπιού, τα δύο διαμερίσματα στο «Κόσμος/ Γωνία». Για ακόμη μία φορά βλέπουμε αναφορές στην Αθήνα, όπως εκτενέστερα είχαμε διαβάσει στους «Χαμαιλέοντες» ή ακόμα περισσότερο στην «Κυριακή». Πώς βλέπεις αυτήν την πόλη;
Από τα χρόνια που δούλευα ως αρχιτέκτονας, μελετούσα την Αθήνα. Είναι μία άκρως ενδιαφέρουσα πόλη. Άναρχη, γεμάτη εναλλαγές, με μία μεγάλη ιστορία αλλεπάλληλων στρώσεων, που το κάθε κομμάτι της ιστορίας φέρει το αποτύπωμά του στο σήμερα. Δεν μιλάμε για κάτι αψεγάδιαστο, για μία πόλη-σκηνικό. Είναι αληθινή, δεν καμώνεται και μπορεί διαρκώς να σε εκπλήξει με το τι κρύβει στην επόμενη γωνία. Κάτι, μάλιστα, που δεν συνειδητοποιούμε είναι πως πρόκειται για μία παραθαλάσσια πόλη. Αν γίνουν μερικές αλλαγές στη διευκόλυνση της πρόσβασης, είμαστε δύο βήματα μακριά από τη θάλασσα.

Πρώτη ανάμνηση από την Αθήνα που έδωσε τροφή σε έργο σου;
Ταυτίζεται με την πρώτη ανάμνηση της ζωής μου, την οποία και έβαλα στο πρώτο μου μυθιστόρημα, τον «Έβδομο Ελέφαντα». Περίπου τριών, εν μέσω καλοκαιριού, ήμουν στο Λαγονήσι μαζί με τους γονείς μου. Είχα σκαρφαλώσει πάνω στα κεραμίδια ενός μονώροφου κτιρίου και στεκόμουν στην άκρη. Από κάτω υπήρχε μία αξίνα και ένα φτυάρι. Μόλις τα είδα ξεκίνησα να σκέφτομαι έντονα το ότι είναι πιθανό να πέσω, και πως αν πέσω στην αξίνα σίγουρα θα πεθάνω ενώ αν πέσω το φτυάρι έχω κάποιες πιθανότητες. Όσο το σκεφτόμουν τόσο μεγάλωνε στ κεφάλι μου η πιθανότητα του να πέσω. Και τελικά έπεσα – ευτυχώς, πάνω στο φτυάρι.

Στο πλαίσιο του «Αθηνά 2018 – Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου», είδαμε και μία όμορφη λογοτεχνική ξενάγηση στα Εξάρχεια, στα βήματα των βιβλίων σου. Ποια είναι η σχέση σου με αυτήν τη γειτονιά;
Αν εξαιρέσουμε τα τέσσερα χρόνια που έμεινα στο Λονδίνο, σχεδόν όλη την υπόλοιπη ζωή μου την έχω ζήσει στο γνωστό τρίγωνο Εξάρχεια-Κολωνάκι-Σόλωνος. Έχω παρακολουθήσει αυτήν την περιοχή σε όλες της τις φάσεις. Οι εικόνες που έχω είναι άπειρες και αρκετές από αυτές έχουν βρει τη θέση τους στα βιβλία μου. Το Πανεπιστήμιο, με όλη την ένταση που έφερε και που διαμόρφωσε την πορεία μου, η πλατεία των Εξαρχείων, βαριά φορτισμένη και δεμένη με τους γνωστούς θρύλους των Εξαρχείων όπως τον Άσιμο και την Γώγου, ο «Ένοικος» στην Καλλιδρομίου, που έκανε κορνίζα τα εξώφυλλα των νέων βιβλίων και κρατούσε συζητήσεις περί λογοτεχνίας μέχρι το πρωί…

Λίαν συντόμως περιμένουμε και το νέο πεζογράφημα «Ο άντρας της πέμπτης πράξης» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Από πού ήρθε ο τίτλος;
Την ζωή ενός ανθρώπου μπορείς να την χωρίσεις –όπως και ένα θεατρικό– σε τρεις, σε πέντε ή και σε ακόμη περισσότερες πράξεις. Με σημείο αναφοράς τον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις, στον οποίο αναφέρεται πως «το αγόρι της πρώτης πράξης είναι ο ώριμος άντρας της πέμπτης πράξης. […] Αυτός βρήκε στον εξωτερικό κόσμο ως πραγματικότητα εκείνο που ήταν στον εσωτερικό του κόσμο ως δυνατότητα…», ξεκινώ από το παιδί της πρώτης πράξης και φτάνω στον άνδρα της πέμπτης πράξης, στη στιγμή δηλαδή της αυτοπραγμάτωσης.

Βλέπουμε ξανά τον κύκλο ενός ήρωα που φτάνει στην ολοκλήρωση, και το τελικό του στάδιο δίνει τον τίτλο στο βιβλίο, όπως ακριβώς είχε συμβεί με τον «Έβδομο Ελέφαντα». Πόσο απέχουν μεταξύ τους τα δύο έργα;
Εκ πρώτης όψεως, έχουμε δύο έργα με είκοσι χρόνια διαφορά. Στον «Έβδομο Ελέφαντα» μιλάμε για ένα βαθιά, σχεδόν απόλυτα, αυτοβιογραφικό βιβλίο, που αποτυπώνει πολύ προσωπικά το θέμα που είχα με το αλκοόλ. Τώρα, στο «Ο άντρας της πέμπτης πράξης», παρότι βρίσκουμε και πάλι μερικά αυτοβιογραφικά στοιχεία, ο ήρωας δεν πάσχει από τέτοια ζητήματα. Σπουδαστής στην Καλών Τεχνών, από νωρίς αυτόνομος, ο πρωταγωνιστής περνάει μέσα από την επαναστατική ζέση των προηγούμενων δεκαετιών στην Αθήνα, το κομμάτι του drifter και της απελευθέρωσης, ενώ για πρώτη φορά βλέπουμε σε έργο μου την παιδική και την εφηβική ηλικία. Αυτές τις έντονα φορτισμένες ηλικίες δεν τις είχα ξαναπιάσει.

Πώς βλέπεις τη σχέση ενός καλλιτέχνη με τις εμμονές του; Εσύ γιατί δημιουργείς;
Κοίταξε, αυτό είναι θέμα χαρακτήρα του κάθε καλλιτέχνη. Από τη μία έχουμε περιπτώσεις όπως του Μπουκόφσκι και του Μπάροουζ, ανθρώπων δηλαδή που πράγματι έζησαν στα όρια, τα έκαναν όλα στο έπακρο και πραγματικά απορείς πώς κατάφεραν και έβγαλαν τόσα βιβλία. Από την άλλη, έχουμε τους «βιβλιοσκώληκες», παραδείγματα όπως του Καβάφη που έμενε κλεισμένος μέσα στο δικό του μικρόκοσμο ή του Κάφκα που δεν εξέδωσε κανένα έργο όσο ζούσε. Σήμερα όλα αυτά ακούγονται εντελώς γραφικά. Κανείς δεν πάσχει για να γράψει. Για μένα είναι επιθυμία. Επιθυμία έκφρασης, επικοινωνίας, κατάθεσης, επαφής και εξωτερίκευσης. Επειδή, εκ φύσεως, έχω μία δυσφορία με την πραγματικότητα γύρω μου, αναζητώ το κάτι παραπάνω. Αυτό το βρίσκω στην τέχνη, στη δημιουργία.

Εδώ έρχεται και ο «ανυψωμένος ρεαλισμός», που αναφέρεται για τα έργα σου.
Ναι. Για εμένα κάθε ρεαλισμός είναι ανυψωμένος, υπό την έννοια ότι οτιδήποτε κι αν βλέπεις μπορεί να σου γεννά άπειρες σκέψεις και προεκτάσεις. Είναι αυτό που λέω πως τα πιο ενδιαφέροντα όνειρα δεν είναι αυτά που βλέπουμε στον ύπνο μας, αλλά οι στιγμές ονειροφαντασιώσεων που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας. Από μικρός, όντας σε ένα περιβάλλον θεαμάτων, είχα καταλάβει πως είχα δύο ρόλους. Αφενός ήμουν μέσα σε μία κατάσταση και δρούσα και αφετέρου την παρατηρούσα. Αυτό το δίπολο είναι ένας υπαρκτός ρεαλισμός που μοιραία υπάρχει και στα έργα μου.

«Από τα χρόνια που δούλευα ως αρχιτέκτονας, μελετούσα την Αθήνα. Είναι μία άκρως ενδιαφέρουσα πόλη. Άναρχη, γεμάτη εναλλαγές, με μία μεγάλη ιστορία αλλεπάλληλων στρώσεων, που το κάθε κομμάτι της ιστορίας φέρει το αποτύπωμά του στο σήμερα.»

«Πρώτα μάθε τους κανόνες σαν επαγγελματίας και μετά σπάσ’ τους», λένε. Εσύ τι έχεις αλλάξει στον τρόπο που γράφεις μετά από τόσα βιβλία;
Στα πρώτα μου βιβλία έκανα μεγάλη έρευνα με σχεδιαγράμματα και σημειώσεις πριν ξεκινήσω να γράφω, όπως στο «Μπαρ Φλωμπερ». Εξ αρχής ήξερα τι θα γίνει στο βιβλίο και πώς θα το γράψω. Πλέον αυτό έχει αλλάξει. Ξεκινώ από κάτι μεμονωμένο, μία εικόνα ή μία λέξη. Αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερα και ταυτόχρονα τον δοκιμάζω σε κάτι αρκετά πιο δύσκολο και απαιτητικό. Με ενδιαφέρει να δω νέες φόρμες. Όσο μεγαλώνεις και προχωράς, μαθαίνεις να αφαιρείς, μια και δεν χρειάζεσαι πολλά ψιμύθια. Πετάς και καταλήγεις σε αυτό που είναι πιο σημαντικό.

Έχεις περάσει αρκετά μεγάλο χρόνο σε ταξίδια και έχεις επισκεφτεί δεκάδες φεστιβάλ βιβλίου στο εξωτερικό. Ποια είναι η εικόνα για την ελληνική συγγραφική ταυτότητα στους εκτός συνόρων αναγνώστες;
Η διαφορά είναι πως σε άλλες χώρες οι συγγραφείς αντιμετωπίζονται με έναν πραγματικά σοβαρό τρόπο. Ο καθένας έχει το δικό του προσωπικό ατζέντη, κάτι που εδώ μοιάζει πρωτάκουστο. Αν εξαιρέσεις ελάχιστες περιπτώσεις, εδώ ο συγγραφέας γίνεται manager του εαυτού σου, σε ένα one man show που καταλήγει άρρωστο. Επίσης, η ελληνική λογοτεχνία –που πραγματικά θεωρώ πολύ υψηλού επιπέδου– παραμένει αυθεντική, χωρίς σχολές και με πολλές διαφορετικές φωνές μέσα της, που όμως ταυτόχρονα κάνει δύσκολο το να φτιάξεις ένα συνολικό «brand» για να την προωθήσεις, όπως συνέβη με σκανδιναβικό αστυνομικό ή τον μαγικό ρεαλισμό. Έτσι, δυστυχώς, η εικόνα που ακόμα έχουν στο εξωτερικό για τον εδώ πολιτισμό είναι Ζορμπάς, ούζο και Μαρία Κάλλας.

Θα ήθελα να κλείσουμε με τα «Μελίσσια», την παράσταση που αναμένουμε του χρόνου στην Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου – αναμφίβολα μία σημαντική στιγμή αναγνώρισης για ένα δημιουργό. Τι να περιμένουμε;
«Μία ιστορία που μας κλείνει το μάτι σαν γνώριμη από καιρό», όπως γράφει και στην περιγραφή. Είναι ένα έργο κλειστού δωματίου για έξι πρόσωπα, στο οποίο πρωταγωνιστεί η Λήδα Πρωτοψάλτη. Συνεργάζομαι με ένα σκηνοθέτη που εκτιμώ ιδιαίτερα, τον Γιώργο Παλούμπη, αλλά και ένα εκρηκτικά δυνατό θίασο: Νίκος Αρβανίτης, Κώστας Βασαρδάνης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Νεφέλη Κουρή, Νίκος Χατζόπουλος. Είναι ένα κείμενο που μιλά για τις προβληματικές οικογενειακές σχέσεις και δείχνει πως τα πράγματα δεν είναι πάντοτε όπως φαίνονται.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου