Συνέντευξη

Πυγμαλίων Δαδακαρίδης: «Για μένα ο σκηνοθέτης είναι ο μπαμπάς. Όχι μόνο ο οραματιστής»

Από , -

Συνάντησα τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη λίγο μετά την πρόβα στο Θέατρο Σταθμός στο Μεταξουργείο, όπου προετοιμάζει την πρώτη σκηνοθετική του δουλειά. Καθίσαμε στην άκρη της σκηνής και μου μίλησε για την οπτική του πάνω στο θέατρο και φυσικά για το «Homo Greco». Τη νέα φουτουριστική κωμωδία που υπογράφουν ο Βαγγέλης Αλεξανδρής και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, παίρνοντας την ιστορία της Ελλάδας από την αρχή, η οποία είναι από μόνη της επιστημονική φαντασία! Κι όπως λέει χαριτολογώντας ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης «Για μένα η παράσταση έχει 5 αστέρια, τον Βαγγέλη Αλεξανδρή, τη Φανή Γεωργακοπούλου, τον Αναστάση Κολοβό, τη Σοφία Πανάγου και τον Χάρη Μπόσινα.

Τί είναι το «Homo Greco»;

Πρόκειται για ένα αντισυμβατικό έργο, καθώς δεν αποτελεί ένα θεατρικό με την κλασική έννοια ή τη δομή. Έχει να κάνει με την άποψη δύο ανθρώπων πάνω στη σάτιρα της κόπιας ενός Έλληνα από τον Homo Sapiens, ο οποίος στη διάσταση του χρόνου και επιλεγμένα σε κάποια κομμάτια της ιστορίας από τους ίδιους τους συγγραφείς, παίρνει κάποιες αποφάσεις που ουσιαστικά τον φέρνουν σε προσωπικά του αδιέξοδα στο μέλλον. Είναι ένα κλείσιμο του ματιού και μια σάτιρα πάνω στον τρόπο που αναρωτιόμαστε πως έχουμε φτάσει μέχρι εδώ. Σαφώς πολύ πιο παραμυθένια, πολύ πιο ποιητικά και πολύ κοντά στη χαρά του παιχνιδιού που υπάρχει και μέσα στο θέατρο. Δεν είναι ούτε τρομερά βαθυστόχαστο ούτε τρομερά απλοϊκό. Ουσιαστικά είναι ένα ωραίο παιχνίδι μεταξύ θεατή και ηθοποιού αλλά και η διάθεση να δούμε, στη σύγχρονη εποχή της ταμπέλας, τι κινεί τελικά έναν θεατή για να μπει σε μια θεατρική αίθουσα. Το λέω γιατί το θέατρο για μένα, πέραν από τη βαθύτερη έννοια της γνώσης, της φιλοσοφίας, της επικοινωνίας, της ανάγνωσης σπουδαίων θεατρικών κειμένων, που αντλούν από διαφορετικές εποχές, προσφέροντας γνώσεις από όλο το φάσμα της ιστορίας του κόσμου, βασίζεται πάνω απ’ όλα στη χαρά του παιχνιδιού, που ξεκινάει από την παιδική ηλικία. Εγώ ακόμα και τώρα στα 41 μου λέω “παίζω”. Μου λέει ο πατέρας μου “Πού πας;”, του απαντώ “Πάω να παίξω!”. Είμαι τυχερός, έχω αυτή την ευλογία να μπορώ να το βιώνω καθημερινά. Αντίστοιχα, λοιπόν, βλέπω ότι με τα χρόνια το παιχνίδι έχει χαθεί από τον θεατή και τους ηθοποιούς. Έχουμε βάλει και στους δύο ταμπέλες. Δεν μου αρέσει αυτός ο διαχωρισμός γιατί είναι κοινή η συνέρευση, είναι αλληλένδετοι οι άνθρωποι. Γι’ αυτό και κάποιες φορές σε κάτι που οραματίζεται ένας σκηνοθέτης, αποτυγχάνει ή επιτυγχάνει να εντάξει τον κόσμο στην ιστορία.

Το έργο ήταν η αφορμή να σκηνοθετήσεις πρώτη φορά ή ήταν μιά εσωτερική ανάγκη που σου είχε γεννηθεί νωρίτερα;

Δεν ήταν το έργο η αφορμή. Ήταν μία εσωτερική μου ανάγκη να μπω στη θέση του σκηνοθέτη αλλά έχοντας όλη την εμπειρία, μικρή ή μεγάλη, από τη θέση του ηθοποιού. Νομίζω είναι κοινή ευθύνη ως προς το καλλιτεχνικό όραμα, εάν ο σκηνοθέτης σέβεται τους ηθοποιούς και οι ηθοποιοί τον σκηνοθέτη. Δεν σημαίνει ότι κάθε φορά το όραμα είναι λειτουργικό, πειστικό ή ονειρικό. Αλλά είναι μια κοινή σχέση. Για μένα ο σκηνοθέτης είναι ο μπαμπάς. Όχι μόνο ο οραματιστής. Το να είσαι και ηθοποιός βοηθάει να καταλαβαίνεις κάποια αδιέξοδα, στα οποία βρέθηκα κι εγώ μέσα σε όλο αυτό, γιατί δεν τα ξέρω όλα κι ούτε θα τα μάθω ποτέ όλα. Οπότε είναι ένα τεράστιο μάθημα γνώσης και για μένα. Η σκηνοθεσία στη βαθύτερη έννοια, ακόμα και ο τρόπος που προσπάθησα να ακουμπήσω το κείμενο, έχει να κάνει περισσότερο με το παιχνίδι κι όχι τόσο με την έννοια του σκηνοθέτη. Ίσως και γι αυτό δεν μπήκα σε μια διαδικασία να σκεφτώ ότι είναι η πρώτη μου σκηνοθεσία, δεύτερη, τρίτη κλπ. Γιατί ουσιαστικά κι εγώ αυτοσκηνοθετώ και με σκηνοθετούν όλα αυτά τα χρόνια. Έχω δηλαδή λόγο και άποψη, σύμφωνα με την παιδεία μου και τη γνώση μου. Το θέατρο, ενώ είναι απίστευτα σοβαρό και για μένα έχει μια απίστευτη μαγεία, δεν χρειάζεται να μας εντάσσει σε κάτι το οποίο είναι τόσο ουσιώδες από την πλευρά του κειμένου για να μας εξελίξει. Μπορεί να περιέχει και τις δύο πλευρές. Οπότε χαρά μου ήταν να κάνω κάτι το οποίο ουσιαστικά είναι σαν ένα όμορφο παιχνίδι μεταξύ του θεατή και του ηθοποιού. Γιατί και πάλι δεν θα με πω σκηνοθέτη, θα με πω ηθοποιό.

«Αν μπεις σε μια εκκλησία γιατί έχεις ανάγκη να πιστέψεις, μία πέτρα να ‘ναι με ένα σταυρό πάνω, θα βρεις την ωραιότερη μητρόπολη. Εάν μπεις στην ωραιότερη εκκλησία του κόσμου και δεν πιστεύεις, είναι απλά ένα κτίριο. Η πίστη έχει να κάνει με τη διάθεση που μπαίνουμε στα πράγματα και όχι τελικά με την εικόνα.»

Μέσα από αυτό το έργο, μέσα από αυτό το παιχνίδι, τι καινούργιο έχουμε να μάθουμε για τον σύγχρονο Έλληνα;

Το έργο μπλέκει την έννοια του Homo Sapiens και την εξέλιξη του Έλληνα μέσα από την επιλογή βιωμάτων των συγγραφέων και κλείνει το μάτι στον σύγχρονο Έλληνα, ενώ τον συμπαρασύρει είτε σε μια βαθύτερη πολιτική σκέψη είτε σε κάτι πιο ελαφρύ, όπως είναι ένα ευχάριστο γαργάλημα που σε κάνει να γελάσεις, το οποίο αν το κάνει ο μπαμπάς σε ένα παιδί αποκτά μια συμπαντική διάσταση, αν το κάνει ένας φίλος σε έναν φίλο αποκτά μια βαθύτερη σημασία. Μιλάει για την ανάγκη της επικοινωνίας μέσα από ένα συμβολισμό, με χιούμορ φλεγματικό, αντίστοιχο με το υπερβολικό σε αντιδράσεις και συμπεριφορές ή και γκροτέσκ χιούμορ των Monty Python. Τόσο ώστε να σατιρίζει αλλά να μην προσβάλλει. Και από την άλλη να μας κάνει να σκεφτούμε και δέκα πράγματα. Αν κάνεις την επιλογή να μπεις στο θέατρο για να ηρεμήσεις, να περάσεις καλά και να τολμήσεις να μαγευτείς από αυτό που θα σου συμβεί με ανιδιοτέλεια, τότε αποκτά μια διαφορετική μορφή από την απλή έννοια της διασκέδασης, του προβληματισμού, της γνώσης. Γιατί έτσι αφορά και το θεατή, που τον έχουμε βάλει στη θέση να παρατηρεί και να κρίνει κι όχι τόσο να συμμετέχει.

Υπάρχει στο ελληνικό θέατρο αυτή τη στιγμή μια φουτουριστική τάση. Έργα που αντλούν από την επιστημονική φαντασία, όπως και το «Homo Greco».

Εγώ σεναριακά πάντα σκέφτομαι. Υπάρχουν σπουδαίες ταινίες επιστημονικής φαντασίας που μας έχουν συγκλονίσει. Από τον ET μέχρι το Interstellar. Όπως αντίστοιχα και θεατρικά συμβαίνει το ίδιο, για παράδειγμα “Οι δυό θεοί” του Χρηστίδη που παίζονται φέτος. Στην επιστημονική φαντασία κρατάω το δεύτερο συνθετικό. Να αφήσεις τον εαυτό σου να φανταστεί. Πολλές φορές βρίσκουμε κάτι αποκρουστικό γιατί και οι ίδιοι σκεφτόμαστε ορθολογιστικά ή ζητάμε κάτι άμεσο και κοντινό στο γήινο περιβάλλον. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αποφεύγουν ή και κατακρίνουν, είτε στο θέατρο είτε στο σινεμά, αυτό το είδος. Εδώ έχει να κάνει με τη διάδραση του ηθοποιού με τον θεατή και κατά πόσο μπορεί ο ηθοποιός να εντάξει αυτό το κομμάτι της φαντασίας μέσα του, όπως και ο θεατής, και έχοντας μια κοινή πραγματικότητα, να οραματιστούν ένα διαφορετικό κόσμο. Επιτρέπονται τα πάντα στη φαντασία μας. Αυτή την ψευδαίσθηση ήθελα να δημιουργήσω. Ότι μπαίνω και επιτρέπω στον εαυτό μου να είμαι ένα μεγάλο παιδί. Να φανταστώ οτιδήποτε. Να μην ψάξω να βρω ντε και καλά έναν ορθολογισμό ή μια συμβολική έννοια. Γι’ αυτό κιόλας κι επειδή αγαπώ και τους Έλληνες συγγραφείς ακουμπάμε ένα παραμύθι για μεγάλους. Δεν έχουμε έρθει να δώσουμε ένα θεατρικό statement. Ζούμε το παιχνίδι και αγαπάμε μέσα από αυτό το παιχνίδι και αυτό εξελίσσουμε.

Πώς και πότε έπεσε στα χέρια σου το Homo Greco;

Έπεσε στα χέρια μου πριν από ένα χρόνο. Ο Βαγγέλης ο Αλεξανδρής μου είχε ζητήσει αν ήθελα να το παίξω αλλά λόγω υποχρεώσεων δεν μπορούσα. Ήταν επιτακτική η ανάγκη του να ανέβει και το πίστευε πάρα πολύ. Θεώρησα ότι αν είμαι κι εγώ συνένοχος και συμμέτοχος στη συνεργασία αυτή, μαζί με τους ηθοποιούς πάντα, θα ήταν πιο εύκολη η διαδικασία του ανεβάσματος και κυρίως του να πιστέψουμε σε κάτι πιο κοινό, με την παιδική αφέλεια που έχω πάντα σαν άνθρωπος.

Η επιλογή των ηθοποιών ήταν δική σου;

Περάσαμε από διάφορους ανθρώπους και καταλήξαμε σε αυτούς που πίστεψαν και μπορούσαν να δώσουν ένα κομμάτι τους σε αυτό το παιχνίδι. Ήταν κάτι πολύ ξεκάθαρο γιατί έχει ένα τέτοιου είδους χιούμορ το οποίο είναι απλό, ήρεμο, λαϊκό και χωρίς να έχει πάρα πολλά να σου πει. Αν είσαι θυμωμένος και πας να δεις μια θεατρική παράσταση, σίγουρα οι εικόνες και τα ερεθίσματα είναι διαφορετικά από έναν άνθρωπο που είναι πολύ πιο ήρεμος ή ερωτευμένος. Γι’ αυτό και μία θεατρική παράσταση ποτέ δεν είναι ίδια. Η σκηνοθεσία είναι ίδια αλλά η ενέργεια των ηθοποιών αλλάζει. Όπως και των θεατών, που μπορεί να δουν την παράσταση το Νοέμβριο κι αν την ξαναδούν τον Απρίλιο ανακαλύπτουν κάτι διαφορετικό και ανάλογα με την επιλογή της θέσης που έχουν σαν άνθρωποι, σαν προσωπικότητες μπαίνοντας στο χώρο. Αν μπεις σε μια εκκλησία γιατί έχεις ανάγκη να πιστέψεις, μία πέτρα να ‘ναι με ένα σταυρό πάνω, θα βρεις την ωραιότερη μητρόπολη. Εάν μπεις στην ωραιότερη εκκλησία του κόσμου και δεν πιστεύεις, είναι απλά ένα κτίριο. Η πίστη έχει να κάνει με τη διάθεση που μπαίνουμε στα πράγματα και όχι τελικά με την εικόνα.

«Ήταν μία εσωτερική μου ανάγκη να μπω στη θέση του σκηνοθέτη αλλά έχοντας όλη την εμπειρία από τη θέση του ηθοποιού. Νομίζω είναι κοινή ευθύνη ως προς το καλλιτεχνικό όραμα, εάν ο σκηνοθέτης σέβεται τους ηθοποιούς και οι ηθοποιοί τον σκηνοθέτη. Είναι μια κοινή σχέση. Για μένα ο σκηνοθέτης είναι ο μπαμπάς. Όχι μόνο ο οραματιστής.»

Μου έκανε εντύπωση ότι διάλεξες μόνο να σκηνοθετήσεις, σε αντίθεση με αυτό που κάνουν οι περισσότεροι ηθοποιοί που παίζουν παράλληλα στις παράστασεις τους.

Δεν γίνεται γιατί δεν μπορώ να με βλέπω. Είναι για μένα πολύ πειθαρχημένη αυτή η σκέψη. Έχω ανάγκη να ονειρεύομαι και να αφήνω την ευθύνη του παιχνιδιού σε έναν άλλον. Όπως, αντίστοιχα, ένας άνθρωπος από κάτω θα εμπιστευτεί σε μένα και στη δική μου ανάγνωση, το να ονειρευτεί τη δημιουργία ενός άλλου κόσμου. Πρέπει να παρατηρείς έναν κόσμο για να τον φτιάξεις και, για μένα, αυτό δεν γίνεται ταυτόχρονα.

Πρωταγωνιστείς στο «Δείπνο ηλιθίων» για τρίτη συνεχή χρονιά. Γιατί πιστεύεις ότι το έχει αγαπήσει τόσο πολύ ο κόσμος;

Γιατί το αγαπήσαμε κι εμείς. Καθορίσαμε την έννοια της σύμπραξης των ανθρώπων, υπό την καθοδήγηση του Σπύρου Παπαδόπουλου, στην πραγματική αγάπη και στο βαθύτερο δράμα του έργου. Δεν είναι απλά μια κωμωδία. Είναι κάτι αληθινό που ακουμπάει στο ευρύτερο φάσμα των συναισθημάτων και έχει να κάνει και με αξίες όπως το τι είναι δίκαιο, τι είναι κατανοητό και τελικά το πως εμείς οι ίδιοι παίρνουμε τη ζωή μας στα σοβαρά. Και αυτό γίνεται με μια αμεσότητα, με μια ειλικρίνεια, με μια ξεκάθαρη ματιά από το Σπύρο, την οποία ακολουθήσαμε κι εμείς, αφήνοντας το κοινό να δει τι θα συμβεί.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου