Θέμα

Πόσο εύκολο είναι να ολισθήσει η επιθεώρηση προς την καρικατούρα; Δεληβοριάς, Μανιάτης, Κιτσοπούλου, Παπαδοπούλου και Κωστάκος απαντούν

Από -

Ελένη Κοκκίδου & Μίρκα Παπακωνσταντίνου © Γκέλυ Καλαμπάκα
Ελένη Κοκκίδου & Μίρκα Παπακωνσταντίνου © Γκέλυ Καλαμπάκα

Η επιθεώρηση ανέκαθεν σχολίαζε οικεία πρόσωπα και καταστάσεις με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο και αν κάποιοι πιστεύουν πως η επιθεώρηση πέθανε, εμείς θεωρούμε πως αναπροσαρμόστηκε στα δεδομένα της εποχής. Αυτό θέλει να αποδείξει και το «The 1821 - Η επιθεώρηση» των Φοίβου Δεληβοριά και Δημήτρη Καραντζά, που ανεβαίνει στο Βεάκειο στις 4/6 κι έχει την υπογραφή μιας ομάδας συγγραφέων που έχουν πολλά να πουν. Ρωτήσαμε πέντε ανθρώπους που έθεσαν το ταλέντο τους στην υπηρεσία μιας απαιτητικής δραματουργίας, τον Φοίβο Δεληβοριά, τον Κώστα Μανιάτη, τη Λένα Κιτσοπούλου, την Κέλλυ Παπαδοπούλου και τον Κώστα Κωστάκο: πόσο εύκολο είναι να ολισθήσει προς την καρικατούρα ή τη σοβαροφάνεια μια θεματική επιθεώρηση που ακουμπάει σε ζητήματα όπως η Ιστορία ή η εθνική ταυτότητα, ποια στοιχεία σχολιάζει ο καθένας μέσα από τα κείμενα του και ποια είναι η αγαπημένη του φράση;

Φοίβος Δεληβοριάς

Το δίδυμο των δημιουργών Δημήτρης Καραντζάς-Φοίβος Δεληβοριάς © Γκέλυ Καλαμπάκα
Το δίδυμο των δημιουργών Δημήτρης Καραντζάς-Φοίβος Δεληβοριάς © Γκέλυ Καλαμπάκα

“Προσωπικά μου προκαλούσαν πάντα μελαγχολία οι επιθεωρήσεις που απλώς σκιτσάριζαν την πραγματικότητα, τα τικ ενός υπουργού, το ντύσιμο ενός άλλου, δε μιλάω καν για τα διάφορα τεμπέλικα στερεότυπα, φυλετικά, ερωτικά κλπ. Θυμό όμως πραγματικό μου προκαλούσαν τα νούμερα εκείνα που ο μεγάλος κωμικός άφηνε την διονυσιακή του πλευρά και ξέπεφτε σε «συγκινητικούς» ή «αγανακτισμένους» δεκάρικους λόγους. Να είσαι ένα σατανικό μωράκι, ένας ακαταμάχητος πρωτόγονος και να ξεπέφτεις στο επίπεδο του πολιτικού. Για μας λοιπόν πυξίδα ήταν η αναίδεια. Η σκηνική αναίδεια, αφού ως γνωστόν στη ζωή είμαστε ευγενικά παιδιά. Στην επιθεώρηση αυτή παίξαμε σκληρά και με πράγματα που λατρεύουμε. Όχι όμως με τη φτήνια του ανθρώπου που θέλει σχεδόν μηχανικά να αποδομήσει οτιδήποτε του παραδίδεται. Με τρέλα, με καθαρή ματιά, με ένστικτο, με διάθεση να δούμε τον μπαμπά και τη μαμά μας νέους μέσα μας. Μακάρι να το πετύχαμε-όπου πετύχαμε πάντως, η αναίδεια ήταν το κλειδί”.

Τα στοιχεία που επέλεξε να σχολιάσει

“Σχολιάζω την ταυτότητα, κυρίως. Είμαστε όλοι μωρά, άγραφα χαρτιά. Βλέπουμε το φως, ο καθένας μας, σε κάποιο διαφορετικό σημείο της Γης. Μια γλώσσα, κάποιοι χοροί, κάποιες κινήσεις, κάποιες αιματηρές θυσίες, κάποια πρόσωπα που ακούμε το όνομά τους συνεχώς, αρχίζουν και οδηγούν τα ένστικτά μας προς κάποια κατεύθυνση. Ευτυχώς. Δεν θα αντέχαμε αλλιώς. Όσο μεγαλώνεις όμως και δεν αντιλαμβάνεσαι την τυχαιότητα της ύπαρξής σου, τόσο τα σύμβολα σε διαφθείρουν, σε βαμπιρίζουν και σε κάνουν και σένα βρικόλακα. Εμείς λοιπόν, με αγάπη, σα να τα κοιτάξαμε όλα αυτά πρώτη φορά: «α, να ο τσάμικος. Να ο Κολοκοτρώνης. Να η τηλεόραση. Να το αρχαίο κλέος.» Κάποια πράγματα μας φάνηκαν υπέροχα, κάποια πολύ αστεία, κάποια άλυτα αινίγματα. Όλα αυτά έφεραν στον καθένα από μας την έμπνευση”.

banner

Για την πιο δυνατή φράση της παράστασης

“Δεν θα ‘θελα να απομονώσω τα σλόγκαν ή τις πιο αστείες ή τις πιο κεντρικές ατάκες των κειμένων. Υπάρχει όμως μια φράση της Λένας Κιτσοπούλου από ένα νούμερο που ερμηνεύει η Ιωάννα Πιατά, που για κάποιο λόγο με ανατρίχιασε όταν τη διάβασα-και με κατασυγκινεί όταν την ακούω: «Στην Καποδιστρίου μένει η μάνα μου. Οδός Καποδιστρίου. Στο κέντρο. Άσχημος δρόμος πολύ. Είναι να φοβάσαι»”.

Νίκος Καραθάνος, Γαλήνη Χατζηπασχάλη & Γιάννης Κουκουράκης © Γκέλυ Καλαμπάκα
Νίκος Καραθάνος, Γαλήνη Χατζηπασχάλη & Γιάννης Κουκουράκης © Γκέλυ Καλαμπάκα

Κώστας Μανιάτης

“Ο φόβος μου απ’ την αρχή ήταν να, μην «ολισθήσω προς την καρικατούρα». Για τη σοβαροφάνεια ούτε που μου πέρασε απ’ το μυαλό, είχαμε από την αρχή την ελευθερία να γίνουμε όσο «βλάσφημοι» θέλαμε οπότε κινήθηκα προς τα εκεί χωρίς δεύτερη σκέψη. Νομίζω για την ισορροπία είναι κυρίως υπεύθυνοι ο Καρατζάς με τον Δεληβοριά, εκείνοι είχαν την ευθύνη να ξεδιαλέξουν κείμενα και αστεία, να κρατήσουν και να πετάξουν ό, τι δεν εξυπηρετούσε την παράσταση. Δική μας ευθύνη ήταν να τους κάνουμε αυτή τη δουλειά όσο πιο δύσκολη γίνεται”.

Τα στοιχεία που επέλεξε να σχολιάσει

“Νομίζω περισσότερο σχολιάζουμε την εικόνα που έχουμε σήμερα για εκείνη την εποχή, όπως αυτή έχει καθιερωθεί στις συνειδήσεις μέσα απ’ την κυρίαρχη ιδεολογία. Απ’ το σχολείο, την τηλεόραση, τις πατριωτικές ταινίες κλπ. Τουλάχιστον στο κομμάτι που με αφορά εκεί επικεντρώθηκα, να σατιρίσω τα κλισέ που επαναλαμβάνονται και ανάθεμα αν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα του τότε. Να θυμηθούμε ότι οι ήρωες του ‘21 ήταν κανονικοί άνθρωποι, κάτι που ίσως δεν μας συμφέρει καθόλου. Μάλλον επίτηδες τους έχουμε αναγάγει σε super heroes, για να μην έχουμε εμείς μεγάλες απαιτήσεις απ’ τους εαυτούς μας, για να κρυβόμαστε πίσω απ’ το «ε, και τι να κάνω εγώ τώρα ένας απλός και συνηθισμένος άνθρωπος;». Κι όμως δεν είναι έτσι»”.

Για την πιο δυνατή φράση της παράστασης

«Ακόμα και να υπήρχε τέτοια φράση, δεν θα ήταν λίγο άδικο να κάνουμε spoiler;»

Γιώργος Γάλλος, Γιάννης Νιάρρος (πάνω), Μιχάλης Οικονόμου (κάτω). © Γκέλυ Καλαμπάκα
Γιώργος Γάλλος, Γιάννης Νιάρρος (πάνω), Μιχάλης Οικονόμου (κάτω). © Γκέλυ Καλαμπάκα

Κέλλυ Παπαδοπούλου

«Ήταν μέλημα σας να καταφέρατε να επιτύχετε μια ισορροπία;
Μεγαλύτερο μέλημά μου από το να μην ολισθήσω προς την καρικατούρα και την σοβαροφάνεια, που πάντα είναι ένα ζήτημα και θέλει προσοχή, ήταν να καταφέρω να περάσω στα κείμενά μου μια κριτική αποτύπωση μιας πραγματικότητας που είναι τόσο εξωφρενική που σε οδηγεί στην απελπισία».

Τα στοιχεία που επέλεξε να σχολιάσει

«Ζητήματα που με απασχόλησαν όταν έγραφα ήταν σίγουρα η επικαιρότητα, το γεγονός ότι δυστυχώς η ιστορία επαναλαμβάνεται και ότι ο εθνικός διχασμός εμπεριέχεται στην ταυτότητα των Ελλήνων».

Για την πιο δυνατή φράση της παράστασης

“Η φράση «διώξτε τα ταμπού, το θέμα είναι αλλού», της Λένας Κιτσοπούλου θεωρώ ότι είναι από τα πιο δυνατά λόγια που ακούγονται στην παράσταση και πρέπει να γίνει σύνθημα!”.

Ιωάννα Πιατά, Γιάννης Κλίνης (πάνω), Ηλίας Μουλάς (κάτω). © Γκέλυ Καλαμπάκα
Ιωάννα Πιατά, Γιάννης Κλίνης (πάνω), Ηλίας Μουλάς (κάτω). © Γκέλυ Καλαμπάκα

Κώστας Κωστάκος

«Σε μια θεματική επιθεώρηση που ακουμπάει σε θέματα όπως η Ιστορία ή τα εθνικά σύμβολα το να ολισθήσεις προς την καρικατούρα ή τη σοβαροφάνεια είναι σίγουρα ένας υπαρκτός κίνδυνος. Από την άλλη, ίσως και η προσπάθεια να ισορροπήσεις αποτελεί με τη σειρά της κίνδυνο. Ίσως δηλαδή η ισορροπία δεν βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στην καρικατούρα και την σοβαροφάνεια, αλλά έχει ως έννοια και ως στόχος κάτι εγγενώς σοβαροφανές. Οπότε, πρώτα γράφεις αλογόκριτα αυτό που σου βγαίνει να γράψεις και ύστερα ελέγχεις αν έχεις φύγει πολύ προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση».

Τα στοιχεία που επέλεξε να σχολιάσει

“Έγραψα για την εθνική ταυτότητα και ειδικότερα την αντίληψη με ιδιαιτερότητας της εθνικής μας ταυτότητας, μια αντίληψη που μπορεί να την συναντήσει κανείς και στις δύο πλευρές, τόσο δηλαδή από αυτούς που θεωρούν ότι είμαστε κάτι θεσπέσια ιδιαίτερο, όσο και από εκείνους που θεωρούν ότι είμαστε κάτι αποτρόπαια ιδιαίτερο. Γιατί, τόσο για τους Έλληνες που αγαπούν να την αγαπούν, όσο και για τους Έλληνες που αγαπούν να μην την πολυαγαπούν, η Ελλάδα είναι κάτι το ξεχωριστό. Η Ελλάδα είναι το διαρκές θέμα συζήτησης των Ελλήνων. Περισσότερο από χώρα, η Ελλάδα είναι μια ασταμάτητη κουβέντα μεταξύ των Ελλήνων για τις ιδιαιτερότητες της Ελλάδας: «Μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά». Και φυσικά, όντας Έλληνας, πέφτω στην ίδια λούμπα θεωρώντας ότι πρόκειται για ελληνική ιδιαιτερότητα, ότι μόνο στην Ελλάδα συμβαίνει αυτό και ότι καμιά άλλη χώρα δεν έχει την ίδια αντίληψη ιδιαιτερότητας για τον εαυτό της”.

Για την πιο δυνατή φράση της παράστασης

«Περιμένω να το ανακαλύψω μαζί με τους θεατές, όταν δω ολόκληρη την παράσταση στο θέατρο. Υποθέτω πάντως πως δεν θα είναι για όλους η ίδια, υποθέτω πως καθένας θα κουμπώσει στην φράση εκείνη που θα τον εκφράσει καλύτερα, μακάρι όχι επαναλαμβάνοντας μια ήδη παγιωμένη ιδέα του, αλλά προσφέροντας του μια καινούργια οπτική γωνία».

Λένα Κιτσοπούλου

«Κάθε θέμα μπορεί να οδηγήσει σε καρικατούρα ή σοβαροφάνεια, όχι μόνο τα ιστορικά θέματα. Είναι νομίζω θέμα καλής ή κακής γραφής. Και μετά θέμα καλής ή κακής αντιμετώπισης από τον σκηνοθέτη. Το επιθεωρησιακό ύφος είναι ένα ύφος που πάντοτε εντάσσω και σε δικά μου έργα και σε έργα αλλωνών όταν σκηνοθετώ. Η χρήση της επικαιρότητας, η απεύθυνση στο κοινό, η εμφάνιση συμβόλων επί σκηνής, είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν νομίζω και τα θεατρικά μου κείμενα και σκηνοθεσίες μου, οπότε στην περίπτωση της συγκεκριμένης επιθεώρησης, λειτούργησα φυσικά, με τον τρόπο που λειτουργώ πάντα. Έγραψα όπως γράφω. Εννοείται πως επιδιώκω την ισορροπία, με την έννοια ότι ποτέ δεν θέλω να πάρω θέση στα πράγματα, θέλω να τα εκθέσω ως έχουν, ή όπως εγώ πιστεύω πως έχουν, φωτίζοντας τις αντιφατικές τους πτυχές τόσο πολύ, ώστε να συνυπάρχουν κάθε στιγμή το τερατώδες και το όμορφο, να εναλλάσσονται μανιωδώς το τραγικό με το κωμικό και όλο αυτό μαζί να συνθέτει τελικά το φυσιολογικά ανθρώπινο».

Τα στοιχεία που επέλεξε να σχολιάσει

«Το ζητούμενο στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν να ξύσουμε το περιτύλιγμα, να μην βαυκαλιζόμαστε διαρκώς ως λαός για τις ηρωικές πράξεις και τα επιτεύγματα κάποιων συνανθρώπων μας, να μπορέσουμε να κάνουμε μία σκληρή κριτική στην υποκρισία της εξουσίας, της κοινωνίας, αλλά και μία ακόμα πιο σκληρή αυτοκριτική σε εμάς τους ίδιους. Μέσα στο κείμενό μου στην παράσταση και με αφετηρία έναν ήρωα του 21’ γράφω για τον ηρωισμό του τότε και τον μη ηρωισμό του σήμερα, για το ανάποδο αυτού ΄που μόλις είπα, για την ελληνική οικογένεια, για τον ρατσισμό, για την κακοποίηση, για την ματαιοδοξία, για την αγάπη, για την κρίση ταυτότητας, για την μόδα της εποχής που θέλει τα πάντα να γίνονται ένα σόου, για τον τηλεκατευθυνόμενο σημερινό άνθρωπο, αλλά και για τον κατευθυνόμενο άνθρωπο του παλιού αγνού καιρού, που χάριν μίας παρελθοντολαγνείας που μας διακατέχει ως ανθρώπινα όντα, αρνούμαστε πολλές φορές να δούμε. Τα κακά της χώρας μας σήμερα, από κάπου έχουν προέλθει και σίγουρα δεν έχουν προέλθει από το ηρωικό μας παρελθόν».

Για την πιο δυνατή φράση της παράστασης

«Στο δικό μου κείμενο νομίζω περισσότερη δυναμική έχει η συνθήκη, τα σκαμπανεβάσματα των ηρώων, παρά αυτά που λέγονται».

Γαλήνη Χατζηπασχάλη (πάνω), Βάσω Καβαλιεράτου (κάτω), Πάνος Παπαδόπουλος. © Γκέλυ Καλαμπάκα
Γαλήνη Χατζηπασχάλη (πάνω), Βάσω Καβαλιεράτου (κάτω), Πάνος Παπαδόπουλος. © Γκέλυ Καλαμπάκα

i Προπώληση μέσω viva.gr

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα