Συνέντευξη

Πώς είναι να ανήκεις στην μεγάλη οικογένεια της Συντεχνίας του γέλιου;

Από -

Η Συντεχνία του γέλιου, η ομάδα που ίδρυσε ο Βασίλης Κουκαλάνι πριν σχεδόν από μία δεκαετία, προτείνοντας ένα χειραφετημένο και κοινωνικό θέατρο για παιδιά και νέους που αντιμετωπίζει με ευαισθησία σημαντικά ζητήματα της εποχής μας, διανύει μια δεύτερη -εξίσου επιτυχημένη με την προηγούμενη- σεζόν στο Σύγχρονο Θέατρο. Μέχρι και το τέλος της χρονιάς συνεχίζουν οι παραστάσεις «Πιο Δυνατός κι από τον Σούπερμαν», το έργο-τομή του Βρετανού Ρόι Κιφτ για την αναπηρία και τη διαφορετικότητα σε σκηνοθεσία Βασίλη Κουκαλάνι και Αντώνη Ρέλλα και με τα τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά και «Ο Μορμόλης» του Ράινερ Χάχφελντ, το έργο-σταθμός για την ιστορία του παιδικού θεάτρου που έθεσε το σημείο εκκίνησης νέων παιδαγωγικών προσεγγίσεων παγκοσμίως, με τα θρυλικά τραγούδια του Γιάννη Σπανού, σε σκηνοθεσία και πάλι του Βασίλη Κουκαλάνι αλλά και του Γιώργου Παλούμπη. Με αφορμή τις δύο αυτές παραστάσεις, οι οποίες, μάλιστα, διακρίθηκαν το καλοκαίρι του 2019 οπότε και προσκλήθηκαν από το ιστορικό θέατρο Grips στο Βερολίνο στο πλαίσιο του διεθνούς φεστιβάλ «On the Child‘s Side», ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, η Βασιλική Διαλυνά, ο Γιώργος Κατσής και η Μαρία Μοσχούρη, τέσσερις ηθοποιοί-μέλη της ομάδας ανοίγουν τα χαρτιά τους και μας βάζουν στον υπέροχο κόσμο της Συντεχνίας.

Πόσα χρόνια συνεργάζεστε και πώς θα περιγράφατε τη συνεργασία σας με την Συντεχνία του γέλιου και τον Βασίλη Κουκαλάνι;
Μ. Μοσχούρη: Είναι ο δεύτερος χρόνος που συνεργάζομαι με την Συντεχνία και το «Πιο δυνατός κι απ’ τον Σούπερμαν» είναι η πρώτη μου παράσταση μαζί της. Γνώριζα, όμως, αρκετό καιρό πριν τον Β. Κουκαλάνι και έχω παρακολουθήσει όλες του τις παραστάσεις μέχρι σήμερα. Το πρώτο πράγμα που με κέρδισε πριν ακόμα συνεργαστώ ήταν η επιλογή των έργων. Η Συντεχνία είναι η μόνη ομάδα που κάνει θέατρο για νεανικό κοινό και επιλέγει έργα ρεαλιστικά, με ήρωες παιδιά και με έντονη κοινωνική διεκδίκηση. Ο Βασίλης δεν φοβάται με την Συντεχνία να πάρει ξεκάθαρη πολιτική θέση, γνωρίζοντας καλά ότι αυτό έχει και τίμημα. Επίσης, όποιος τον γνωρίσει καταλαβαίνει ότι ενώ είναι ένας άνθρωπος που του αρέσει να κάνει πολλά και διαφορετικά πράγματα η Συντεχνία είναι η μεγάλη του αγάπη, είναι το παιδί του που το φροντίζει και το αγαπάει και ευτυχώς το βλεπει να μεγαλώνει! Είναι πάντα συγκινητικό να βλέπεις έναν άνθρωπο να πιστεύει και να αφιερώνεται τόσο πολύ σε κάτι. Δική μου ευχή είναι να ανοίξει δρόμο για ακόμα περισσότερα τέτοια έργα για παιδιά στην Ελλάδα.

Γ. Κατσής: Πάνε πέντε χρόνια πλέον. Τον Βασίλη τον γνώρισα όταν μας κάλεσε (φρέσκους απόφοιτους του Εθνικού τότε) με τον Κωνσταντίνο Πλεμμένο να παρουσιάσουμε την παράσταση μας, το «Στεν», στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ του Εμπρός. Μου πρότεινε να συνεργαστούμε στο «Είστε και φαίνεστε» του Φόλκερ Λούντβιχ, που ήταν η επόμενη δουλειά της Συντεχνίας μετά το «Τζέλα, Λέλα, Κόρνας και Κλεομένης». Νομίζω είναι αυτό που λέμε ήρθε κι έδεσε. Με όλους τους καβγάδες και τις διαφωνίες που πολλές φορές έχουμε αυτό που συμβαίνει στο τέλος είναι αγνό και καλό. Αληθινά καλό. Είναι πολύ σημαντική η δουλειά του. Τα εφέ, οι δράκοι, οι πειρατές, τα εθνικιστικά παραληρήματα και οι πριγκίπισσες απουσιάζουν. Οι ήρωες είναι σημερινά παιδιά μεταναστών και προσφύγων, από εργατικές τάξεις, είναι τραμπούκοι του σχολείου που μετανιώνουν για τις πράξεις τους, είναι ρατσιστές μπαμπάδες που έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με τις προκαταλήψεις τους, δάσκαλοι που προσπαθούν όπως όπως να βελτιώσουν το σχολικό σύστημα. Ανάπηρα παιδιά, αθώα και χαρούμενα που τα φωνάζουν καθυστερημένα στο δρόμο, μανάδες χωρισμένες, μανάδες που καθαρίζουν σκάλες. Αστυνομικοί που νικιούνται από την παιδικότητα κι ενδίδουν στην αστείρευτη φαντασία της, παιδιά που μπουκάρουν σε παρατημένα σπίτια για να παίξουν γιατί τους έδιωξαν οι γείτονες από το δρόμο. Αυτό είναι το παιδικό θέατρο που φέρνει ο Βασίλης Κουκαλάνι και χαίρομαι που συναντήθηκα μαζί του και με τους υπέροχους ανθρώπους που επιλέγει.

Β. Διαλυνά: Είναι η δεύτερη σεζόν που συνεργάζομαι με τη Συντεχνία του Γέλιου και έχω μια άψογη συνεργασία.

Αντ. Τσιοτσιόπουλος: Πάντα σε αυτή την δουλειά, έψαχνα συνεργάτες με την κυριολεκτική σημασία της λέξης. Ο Βασίλης είναι ένας από αυτούς. Αυτή τη στιγμή, βρίσκομαι στον δεύτερο χρόνο αυτής της διαδικασίας και εύχομαι και στους επόμενους.

Η Συντεχνία του γέλιου προτείνει ένα θέατρο που απευθύνεται σε ένα νεανικό κοινό και εξαρτάται από τις δικές του εμπειρίες. Εσείς τι εισπράττετε από τα παιδιά σε κάθε παράσταση;
Μ. Μοσχούρη: Νομίζω πρώτη φορά μου τυχαίνει να παίζω σε παράσταση που την θεωρώ μεγάλο σουξέ!!! Η παράσταση πάει καλά ακόμα και τις μέρες που εμείς οι ηθοποιοί πιστεύουμε ότι δεν ήταν η καλύτερη μας φορά. Κατά τη γνώμη μου το «Πιο δυνατός κι απ’ τον Σούπερμαν» έχει ό,τι χρειάζεται για να είναι μια παράσταση αγαπητή από το κοινό: δυνατό κείμενο, σκηνοθεσία και ηθοποιούς, χιούμορ, τρυφερότητα, προβληματισμό και φυσικά εντυπωσιακό σκηνικό και υπέροχη μουσική! Και αυτό επικοινωνεί πάντα με τους θεατές, και δεν εννοώ μόνο τα παιδιά, εννοώ και τους γονείς τους. Ακριβώς επειδή το θέμα είναι εξειδικευμένο, η παράσταση το διαχειρίζεται με εξυπνάδα, μακριά από γλυκερά στερεότυπα και «φιλανθρωπική» λογική.

Γ. Κατσής: Δεν είναι κάτι που περιγράφεται με λέξεις. Δεν ξέρω ποτέ πως ακριβώς ανταποκρίθηκε ένα παιδί σε αυτό που είδε. Από μέρους μου είναι συγκινητικό αρκετές φορές ότι σκαλίζουν την επίγνωση ότι κατάγομαι από εκεί. Από αυτή την ηλικία, αυτή την φωνή, αυτή την ενέργεια, αυτή την αφέλεια. Είναι σαν να ερμηνεύω για την χαμένη μου παιδική αθωότητα πλήρως ενσαρκωμένη μπροστά μου. Όταν μου δίνουν να καταλάβω, λοιπόν, πως είμαι μέλος τους, ξέρω ότι έχω ανακτήσει λίγη από εκείνη κι ότι κάτι κάνουμε καλά εδώ.

Β. Διαλυνά: Ότι τα παιδιά, δεν είναι απλά ένα σύνολο μικρών, χαζών ανθρώπων. Είναι άτομα με διαφορετική κατανόηση το καθένα ξεχωριστά, φέρουν τη δική τους εμπειρία και οπτική ως προσωπικότητες και τις περισσότερες φορές είναι πολύ πιο εύστροφα και ικανά από οποιαδήποτε μορφή διδακτικού ύφους, επιτήρησης, κατήχησης αλλά και θεάματος.

Αντ. Τσιοτσιόπουλος: Είναι σαν μία συνωμοσία. Τελειώνει η παράσταση και μας κοιτάνε σαν να μας λένε πως έχουν καταλάβει τα πάντα, σαν να ξέρουν πως είμαστε με το μέρος τους.

Υπάρχει κάποια στιγμή που ζήσατε με τη Συντεχνία του γέλιου η οποία σας συγκίνησε ιδιαίτερα;
Μ. Μοσχούρη: Όλες τις καθολικά προσβάσιμες παραστάσεις μας στο Σύγχρονο Θέατρο με ταυτόχρονη διερμηνεία στην Νοηματική γλώσσα για κωφές και κωφούς, υπέρτιτλους για βαρήκοες και βαρήκοους και ακουστική περιγραφή για τυφλές και τυφλούς. Και φυσικά το ταξίδι μας πέρσι το καλοκαίρι στο Grips Theater του Βερολίνου.

Γ. Κατσής: Την πρώτη χρονιά που ανεβάσαμε το «Είστε και φαίνεστε» παίχτηκε στο ίδιο θέατρο για κάποιες επετειακές παραστάσεις η πρώτη δουλειά της Συντεχνίας, «Μια Γιορτή στου Νουριάν». Πήγα να την δω και άκουσα δύο μικρά κορίτσια να μιλούν δίπλα μου:
- Εγώ το έχω ξαναδεί δύο φορές! Μ' αρέσει πολύ!
- Με τί έχει να κάνει;
- Με τον ρατσισμό.
- Τι είναι ρατσισμός;
Την τελευταία την λέγαν Αέσα.

Β. Διαλυνά: Συγκινούμαι κάθε φορά στην παράσταση, στην ερώτηση του Μπουρίνια στην αρχή του έργου: «Και ποιος θα παίξει τον Μορμόλη;», όταν απαντάνε τα παιδιά «εγώ!». Ήδη, έχουν οικειοποιηθεί το χώρο και τα παθήματα των παιδιών-ηρώων της παράστασης από τα πρώτα λεπτά, γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα την έννοια του παιχνιδιού και είναι πανέτοιμα να βουτήξουν με όλο τους το είναι στη μαγική συνθήκη του θεάτρου.

Αντ. Τσιοτσιόπουλος: Κάναμε πρόβες για τον «Μορμόλη», στο Apparat στον Νέο Κόσμο με ανοιχτές τις πόρτες και ένας πιτσιρίκος, γείτονας, μας κοιτούσε απ’ έξω στα κρυφά. Του είπαμε να έρθει μέσα αν θέλει. Μπήκε δειλά, κάθησε για πολύ λίγο κι έφυγε. Σκέφτηκα πως δεν του άρεσε καθόλου αυτό που έβλεπε. Μετά από λίγο ήρθε μαζί με την αδερφή του και είδαν όλη την πρόβα.

Τελικά χρειάζεται να είσαι «Πιο Δυνατός κι από τον Σούπερμαν»;

Ο Γιώργος Κατσής και η Μαρία Μοσχούρη μας μιλούν για την παράσταση

Ποιούς χαρακτήρες ερμηνεύετε στην παράσταση;
Μ. Μοσχούρη: Στην παράσταση υποδύομαι τη Ζήλη. Η Ζήλη είναι εννιά χρονών και μόλις έχει μετακομίσει με τη μαμά της και τον μεγαλύτερο αδελφό της, τον Άρη, που είναι εκ γενετής ανάπηρος, σε νέο σπίτι, λίγο μετά τον θάνατο του παππού τους.

Γ. Κατσής: Υποδύομαι τον μικρό Άρη. Το κεντρικό πρόσωπο του έργου. Ο Άρης θέλει να πηγαίνει στο σχολείο της γειτονιάς του αντί για το ειδικό σχολείο που τον στέλνουν και δεν μπορεί να καταλάβει την αναγκαιότητα διαχωρισμού των «υγιών» παιδιών και των ανάπηρων. Παράλληλα, τον απασχολεί ο φόβος του ότι ίσως γίνεται βάρος για την οικογένεια του και ότι μπορεί να τον στείλουν σε κάποιο ίδρυμα. Θα γνωρίσει μαζί με την αδελφή του, τον Φάνη, ένα άλλο παιδί, και θα τον μυήσουν στην καθημερινότητα τους. Μαζί θα έρθουν αντιμέτωποι με βασικά κοινωνικά εμπόδια ένταξης της αναπηρίας και με την αποδοχή της διαφορετικότητας στον κόσμο.

Ποιοι είναι οι συμπρωταγωνιστές σας;
Γ. Κατσής: Οι συμπρωταγωνιστές μου είναι μπαχτσές ολόκληρος και πολύ ωραίος! Λόγω επιπλέον επαγγελματικών υποχρεώσεων για όλο τον θίασο, έχουν αγκαλιάσει την παράσταση πολλοί ηθοποιοί ανά περιόδους (Βασίλης Κουκαλάνι, Φώτης Λαζάρου, Θοδωρής Σκυφτούλης, Αντώνης Χρήστου, Θάνος Αλεξίου, Μιχάλης Τιτόπουλος, Βασίλης Μαγουλιώτης, Μαρία Μοσχούρη, Τάνια Παλαιολόγου) κι αυτό έχει κρατήσει ζωντανό τον ενθουσιασμό μου με πολύ όμορφο τρόπο. Ο καθένας έχει φέρει κάτι καινούργιο που επαναπροσδιορίζει τους χαρακτήρες του έργου, τον ρυθμό, το σύνολο των ερμηνειών. Χαμός! Όπως καταλαβαίνετε είναι δύσκολο να βαρεθείς τόσο μεγάλη οικογένεια. Έχει πολλούς φίλους η Συντεχνία του Γέλιου. Αφήνω τελευταίο τον Μικέ Γλύκα γιατί είχε τη τεράστια ευθύνη να αναλάβει τον ρόλο μου για έναν αριθμό παραστάσεων που αδυνατούσα να παίξω και τα κατάφερε περίφημα. Δεν είναι εύκολο εντός ημερών να αντικαταστήσεις εναν ηθοποιό που παίζει ενάμιση χρόνο μια παράσταση, πόσο μάλλον όταν ο χαρακτήρας του κινείται με αμαξίδιο!

Έχετε κάποια αγαπημένη σκηνή ή ατάκα από το έργο;
Γ. Κατσής: Ο υπέροχος στίχος των Χατζηφραγκέτα και του Φοίβου Δεληβοριά σε ένα από τα τραγούδια της παράστασης: «Είμαι ένας δαίμονας σε καροτσάκι και το δεξί μου πόδι ξέχασα στο χολ». Έτσι γράφεις στίχο!

Μ. Μοσχούρη: Η επιλογή μου είναι καθαρά συναισθηματική. Νομίζω πως η αγαπημένη μου σκηνή είναι όταν τα αδέλφια διαβάζουν κατά λάθος ένα γράμμα από το τοπικό γραφείο Υγείας και Πρόνοιας που εξετάζει την πιθανότητα τοποθέτησης του Άρη σε κάποιο ίδρυμα. Στην κουβέντα που ακολουθεί η Ζήλη λέει στον αδελφό της «Χαζούλη μου, δεν έχεις να πας πουθενά». Αποφασιστική, σαφής, τρυφερή, αγωνίστρια!

Εσείς καταφέρατε να δείτε τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού με αναπηρία;
Γ. Κατσής: Δεν θα μπορούσα να τον δω μέσα από τα μάτια του όσο κι αν προσπαθούσα. Ποτέ δεν μπορείς να καταλάβεις πλήρως. Αυτό που προσπαθώ είναι να συμπάσχω μαζί του για τα εμπόδια που αντιμετωπίζει. Να είμαι με το μέρος του. Να αφηγούμαι την ιστορία σαν να την έγραψε ο ίδιος. Αυτό ίσως είναι ένα σημαντικό καθήκον του θεάτρου. Να συμπάσχει. Δεν είμαι ανάπηρος, έχω υπάρξει και είμαι προνομιούχος σε πολλές καταστάσεις που για μένα ήταν και είναι αυτονόητες αλλά για τους ανάπηρους φαντάζουν βουνό. Παρόλα αυτά πρέπει να πω ότι έχω αντλήσει μεγάλο περιεχόμενο από τη δική μου παιδική ηλικία που δεν ήταν ιδιαιτέρως εύκολη λόγω της καταγωγής μου. Γνωρίζω καλά την επίθεση στο διαφορετικό και τον φόβο που κρύβει από πίσω. Στο τέλος, εύχομαι απλώς να χώρεσα αυτόν τον πιτσιρικά και να έμαθα ένα δύο πράματα.

Μ. Μοσχούρη: Αρχικά ήθελα να πω οτι η παράσταση είχε στη βάση της την γνωριμία μας με την Κίνηση Καλλιτεχνών με Αναπηρία και ο ένας εκ των δύο σκηνοθετών μας, ο Αντώνης Ρέλλας, είναι ανάπηρος σκηνοθέτης, ακτιβιστής και φυσικά μέρος της Κίνησης. Αυτή η σύμπραξη, λοιπόν, ήταν πολύ ουσιαστική και για την παράσταση και για την αντίληψη όλων των συντελεστών σε σχέση με την αναπηρία. Αυτό που κατάλαβα είναι πως μεγαλύτερη σημασία έχει να αλλάξουμε τον τρόπο που κοιτάμε τον κόσμο ως μη ανάπηροι. Σίγουρα ο τρόπος που βλέπω εγώ τον κόσμο έχει αλλάξει για διάφορους λόγους.

Η Αθήνα είναι μια πόλη που δεν είναι φιλόξενη απέναντι στα άτομα με αναπηρία και μέσα από την παράσταση τίθενται κάποια καίρια ερωτήματα από τα πρόσωπα του έργου γύρω από αυτό το θέμα. Ποια είναι η δική σας άποψη, πρέπει να είμαστε πιο δυνατοί και από τον Σούπερμαν για να επιβιώσουμε;
Γ. Κατσής: Σε καμία περίπτωση η παράσταση δεν λέει αυτό. Αντιθέτως, ο τίτλος της αποδομείται πλήρως. Υπενθυμίζει συνεχώς ότι κανείς δεν είναι Σούπερμαν, ότι κανείς δεν μπορεί να τα κάνει όλα μόνος. Όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Άρης στο τέλος βρίσκονται ακόμα εκεί. Το φως του έργου είναι ότι σε αυτή την ιστορία αύξησε τους συμμάχους του. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν θα είμαστε ποτέ αρκετοί για να μπορέσουμε να προοδεύσουμε. Μπορούμε να αυξανόμαστε, όμως, και να μην είμαστε μόνοι. Ένας κόσμος ολόκληρος που μοχθεί να επιβιώσει είναι ένας σκοτεινός κόσμος. Οφείλει κανείς να θέλει να ζήσει, όχι να επιβιώσει. Η επιβίωση απομονώνει, αφορά την απόπειρα του ενός να τα φέρει πέρα. Η ζωή είναι αναπόσπαστη από το σύνολο. Πρέπει κανείς να προσπαθεί και να σκέφτεται σαν σύνολο.

Μ. Μοσχούρη: Ευχή δική μας και της παράστασης είναι να μην χρειάζεται να είμαστε πιο δυνατοί και από τον Σούπερμαν για να τα καταφέρουμε. Και άρα να τα καταφέρουμε ως άνθρωποι και όχι ως υπερήρωες. Και οι άνθρωποι τα καταφέρνουν με τη βοήθεια των άλλων, με κατανόηση, με δομές, με ευκαιρίες, με πλαίσιο που τους συμπεριλαμβάνει και τους προστατεύει παρόλες τις ενδεχόμενες διαφορές. Με τέτοιο τρόπο τα καταφέρνουν οι άνθρωποι είτε είναι ανάπηροι είτε μη ανάπηροι. Όσο για το πως τα καταφέρνει ένας ανάπηρος αυτή τη στιγμή στην Αθήνα (και φαντάζομαι και στην ελληνική επαρχία) η μικρή μου εμπειρία λέει πως τα καταφέρνει πολύ δύσκολα ακριβώς γιατί δεν συμπεριλαμβάνεται. Και χρειάζεται να επιστρατεύει συνεχώς υπομονή, ψυχική δύναμη και κουράγιο, όχι για να παλέψει την σωματική ή την εγκεφαλική του βλάβη, αλλά για να παλέψει μία κοινωνία που του ζητάει κάθε μέρα, ντε και καλά, να είναι πιο δυνατός και από τον Σούπερμαν.

Μακάρι να μην χρειαζόταν κανένας «Μορμόλης» για να μας θυμίζει τα αυτονόητα

Η Βασιλική Διαλυνά και ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος μας μιλούν για τον αγέραστο φανταστικό φίλο

Ερμηνεύετε περισσότερους από έναν ρόλους στην παράσταση «Ο Μορμόλης» και ποιοί είναι αυτοί;
Β. Διαλυνά: Είμαι η Θεία Πολυξένη και η Δασκάλα. Δύο πολύ οικεία πρόσωπα των παιδιών-ηρώων του έργου, του Ρίκη (Μικές Γλύκας & Αντώνης Χρήστου) και της Μάντας (Βάσια Λακουμέντα), που περνούν τις διακοπές τους μαζί με τον θείο και τη θεία τους και μια μέρα ξεκινούν να παίζουν με ένα κουτί: το Μορμόλη, ο οποίος γίνεται ο φανταστικός τους φίλος. Στους μεγάλους, όμως, προκαλεί φόβο και θυμό γιατί δεν μπορούν να κατανοήσουν τι είναι.
Αντ. Τσιοτσιόπουλος: Παίζω τον ηθοποιό Γκρινιάρη, που υποδύεται τον Δράκο, που θα παίξει τον κακό γείτονα Μπουρίνια, ο οποίος μισεί τα παιδιά, τον Δήμαρχο, που είναι φίλος του Μπουρίνια και τον Υπουργό που παίζει τένις. Τους ρόλους του Αστυφύλακα και του στρατηγού ερμηνεύει ο Φώτης Λαζάρου, ενώ το ρόλο του Θείου Αγησίλαου και του Γιατρού ερμηνεύει ο Δήμος Μαμαλούδης.

Έχετε κάποια αγαπημένη σκηνή ή ατάκα από το έργο;
Β. Διαλυνά: «Έχετε παρατηρήσει πως όλοι οι μεγάλοι, φοβούνται έναν άλλο μεγάλο;» ρωτάει η Μάντα απευθυνόμενη στο κοινό.
Αντ. Τσιοτσιόπουλος: «Με πιάνει το παράπονο και λέω, δεν θα ‘ρθει κάποτε η στιγμή, να ρίξουν τα παιδιά τους φράχτες κάτω να μπουν και να χαρούν τη γη;».

Σαρανταπέντε χρόνια μετά το πρώτο του ανέβασμα από την Ξένια Καλογεροπούλου, το έργο παραμένει ιδιαιτέρως επίκαιρο. Πιστεύετε ότι τα θέματα που προσεγγίζει είναι αυτά που το καθιστούν σήμερα πιο σύγχρονο από ποτέ;
Β. Διαλυνά: Σήμερα που η «επιστροφή στην κανονικότητα» είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, ο Μορμόλης επανέρχεται στο προσκήνιο δυναμικά, υπενθυμίζοντας πως η φαντασία δεν είναι απλά μια απόδραση των παιδιών από τον κόσμο των μεγάλων αλλά μπορεί και οφείλει να λειτουργεί ως ένα σύμβολο της ελευθερίας της γνώμης απέναντι στη χρήση της εξουσίας ως μέθοδος υποταγής και εκφοβισμού, σε κάθε ηλικία.
Αντ. Τσιοτσιόπουλος: Θα ευχόμουν πραγματικά να ζούσαμε σε μία κοινωνία που να μην χρειαζόταν κανένας Μορμόλης για να μας θυμίζει τα αυτονόητα. Πως οφείλουμε, μικροί και μεγάλοι, να αφήσουμε την φαντασία μας ελεύθερη, να βγάλουμε τη γλώσσα μας απέναντι στην ασυδοσία και τον παραλογισμό της εξουσίας, να αφαιρέσουμε πλήρως την έννοια της βίας από την διαπαιδαγώγηση, να κλείσουμε επιτέλους την τηλεόραση, να χαρούμε με το παιχνίδι, να αντισταθούμε στην δικτατορία της ηλιθιότητας, αλλά δυστυχώς δεν έχει έρθει ακόμα η στιγμή αυτή. Μέχρι να έρθει, ο Μορμόλης παραμένει επίκαιρος.

Πώς συμβάλλει η μουσική και τα τραγούδια του Γιάννη Σπανού στην παράσταση;
Β. Διαλυνά: Η εμβληματική μουσική του Γιάννη Σπανού και οι στίχοι του Κώστα Γεωργουσόπουλου –στο δικό μας ανέβασμα ο Κωστής Νικολόπουλος διασκευάζει μουσικά τον Σπανό φέρνοντας τον Μορμόλη στο σήμερα- εντάσσουν το θεατή στη θεατρική συνθήκη προωθώντας τη δραματική πληροφορία και πιστεύω πως τα τραγούδια θα μπορούσαν κάλλιστα να «σταθούν» από μόνα τους και να διηγηθούν την ιστορία.
Αντ. Τσιοτσιόπουλος: Είναι τραγούδια που πάνε παρακάτω την ιστορία, είναι τραγούδια που υπογραμμίζουν τα νοήματα του έργου και είναι μία μουσική, θα μπορούσα να πω και το λέω, σχεδόν εθιστική.

Εσείς είχατε έναν Μορμόλη στη ζωή σας όταν ήσασταν παιδιά;
Β. Διαλυνά: Είχα κάτι σαν Μορμόλη, είχα ένα μπαούλο γεμάτο παιχνίδια, όλα εν δυνάμει Μορμόληδες!
Αντ. Τσιοτσιόπουλος: Έχω ευτυχώς μια οικογένεια που άφησε στην φαντασία μου και στις επιλογές μου τόση ελευθερία όση χρειαζόταν για να έχω τώρα στη ζωή μου, όσους Μορμόληδες θέλω.

iΠροπώληση μέσω viva.gr

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου