Άποψη

Πολιτικό θέατρο για το «εδώ και τώρα»

Από -

Με αφορμή το Transitions 1.Balkans που ολοκληρώνεται στη Στέγη κι εν αναμονή του αντιφασιστικού φεστιβάλ που ξεκινά στο Εμπρός, η Ιλειάνα Δημάδη αναρωτιέται μήπως εκείνο που πραγματικά χρειάζεται το ελληνικό θέατρο είναι να πολιτικοποιηθεί εκ νέου, να οργιστεί δίχως μιζέρια ή στρατεύσεις και –κυρίως– να συσπειρωθεί.

Η αφίσα του Αντιφασιστικού Φεστιβάλ Παραστατικών Τεχνών. Οι συμμετέχοντες φορούν μάσκες με τα πρόσωπα του Μπέρτολντ Μπρεχτ, του Ντάριο Φο, της Ρόζα Λούξεμπουργκ, του Τσε Γκεβάρα κ.ά.
Η αφίσα του Αντιφασιστικού Φεστιβάλ Παραστατικών Τεχνών. Οι συμμετέχοντες φορούν μάσκες με τα πρόσωπα του Μπέρτολντ Μπρεχτ, του Ντάριο Φο, της Ρόζα Λούξεμπουργκ, του Τσε Γκεβάρα κ.ά.

Mας σκυλόβρισαν. «Τι κοιτάτε, ρε; Εμείς οι Βαλκάνιοι είμαστε ζώα, σφάζουμε ο ένας τον άλλον, αλλά κι εσείς δεν είστε καλύτεροι. Μπάσταρδοι εθνικιστές! Είστε άνθρωποι ή γαμημένα μ***άκια που αφήνουν την κυβέρνησή τους να γλείφει τον κώλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης;» τέτοια είπε από τη σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, καταχειροκροτούμενος από την πλειονότητα του κοινού, ένας από τους Σλοβένους ηθοποιούς της παράστασης «Damned be the traitor of his homeland!», η οποία άνοιγε το φεστιβάλ Transitions 1.Balkans (μέχρι 16/3). Πέρα από το «μαζοχιστικόν» του πράγματος και τις όποιες ενστάσεις για τον προβοκατόρικο χαρακτήρα της παράστασης, το ενδιαφέρον έγκειται στο ότι το εν λόγω φεστιβάλ συνολικά μας σύστησε μια ολόκληρη νέα γενιά Βαλκάνιων καλλιτεχνών, η οποία αρθρώνει πολιτικό λόγο γύρω από θέματα όπως η συλλογική μνήμη και λήθη, οι μηχανισμοί χειραγώγησης και κατασκευής στερεοτύπων, το status quo της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας όσο και του εθνικισμού. Τα Βαλκάνια, λοιπόν, «παράγουν» (και δη «εξάγουν») οργισμένους καλλιτέχνες.
Η Ελλάδα γιατί όχι; Γιατί δεν υπάρχει κι εδώ ένα λάβρο μοντέρνο πολιτικό θέατρο το οποίο να αναψηλαφεί θέματα-ταμπού, συλλογικά τραύματα και τωρινούς κινδύνους, ένα εύφλεκτο θέατρο που να αντλεί υλικό από τους λόγους και τα σκάνδαλα των πολιτικών μας, από τα δελτία ειδήσεων και τα κωμικοτραγικά γεγονότα της καθημερινότητας; Σε καμία περίπτωση δεν αναφέρομαι σε ένα παλαιάς κοπής θέατρο προπαγάνδας που υπηρετεί κομματικές προσταγές. Αναρωτιέμαι όμως: γιατί έχει πάει χαμένη όλη η παράδοση της ελληνικής επιθεώρησης ακριβώς την ώρα που η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει σε θεατρικότητα το ίδιο το θέατρο; Από την άλλη, είναι το ελληνικό κοινό έτοιμο για ένα ακραίο θέατρο πολιτικής παρέμβασης, ικανό να πυροδοτήσει δημόσιο διάλογο κι εκρηκτικές αντιδράσεις; Κατά τη γνώμη μου, είναι έτοιμο και για ένα τέτοιο θέατρο, ακόμη κι αν λειτουργήσει απλώς ως αντίπαλον δέος στο θεσμικό θέατρο. Οι κρατικές επιχορηγήσεις, εξάλλου, αγνοούνται – ένας λόγος παραπάνω για να είναι αγανακτισμένο αλλά και απόλυτα ανεξάρτητο το λεγόμενο ελεύθερο θέατρο.

Έχει, βέβαια, ήδη ξεκινήσει ένα κύμα μεταμοντέρνου θεάτρου-ντοκουμέντο με πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα. ο «Τηλέμαχος: should I stay or should I go? » των Αν. Αζά και Πρ. Τσινικόρη, γεμάτος ιστορίες καταστροφής της ελληνικής μεσαίας τάξης, παίζεται τώρα στη Γερμανία αποκαλύπτοντας, όπως γράφουν οι εκεί κριτικές, «περισσότερα από όσα όλες οι ομιλίες των πολιτικών της τελευταίας τετραετίας». Από την άλλη, ο βετεράνος Αντώνης Αντωνίου, ο οποίος ανεβάζει τα «Αυγά μαύρα», και το Θέατρο Κωφών Ελλάδος με το «Κάρβουνο» βάζουν το δάχτυλο στην πληγή του Εμφυλίου την ώρα που –εν μέσω ενός νέου διχασμού– το φάντασμα του αλληλοσκοτωμού επιστρέφει με τη μορφή του κατεπείγοντος. Και δεν είναι οι μόνοι που συνομιλούν με την παρούσα ιστορική συγκυρία. σύσσωμο το ελληνικό θέατρο αυτό θέλει. Κάποιοι­ το κάνουν ευθέως, χωρίς περιστροφές, όπως ο Γεράσιμος Γεννατάς στην «Πατριδογνωσία» του. Οι περισσότεροι το κάνουν εμμέσως πλην σαφώς μέσω των ρεπερτοριακών τους επιλογών. Αναφέρω ενδεικτικά μερικά εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους παραδείγματα: ο Θόδωρος Τερζόπουλος ανεβάζει το «Amor» μιλώντας για τον έρωτα στα χρόνια της μνημονιακής χολέρας, ο Κώστας Καζάκος ανεβάζει την «Ανάκριση», ο Γιάννης Κακλέας το «Κουρδιστό πορτοκάλι», ο Θωμάς Μοσχόπουλος τον «Ρινόκερο», ο Παντελής Δεντάκης τον «Μουνή» και το «Άλμανακ» – όλοι τους χτυπώντας τα φασιστικά ένστικτα.
Ένα πιο συλλογικό εγχείρημα πολιτικοποίησης του ελληνικού θεάτρου μοιάζει να είναι η αναγγελία του δεκαήμερου Αντιφασιστικού Φεστιβάλ Παραστατικών Τεχνών (13-23/3), το οποίο οργανώνεται, με ελεύθερη μάλιστα είσοδο, στο Εμπρός αλλά και στους δρόμους της Αθήνας, με περίπου 40 (!) παραστάσεις κι ένα φωτεινό σύνθημα: «Ο φασισμός δεν ξέρει να χορεύει, δεν έχει χρώματα, δεν τραγουδά. Αυτά είναι τα δικά μας όπλα!» Μολονότι πρόκειται κυρίως για «έτοιμες» παραστάσεις της σεζόν, οι οποίες θα παίζονται δωρεάν κατά τη διάρκειά του, θα δούμε και θέατρο από τις κοινότητες του Μπαγκλαντές, των Κούρδων και των Αφγανών, των Ατόμων με Αναπηρία αλλά και ομιλίες για την κατασκευή και αναπαραγωγή ρατσιστικών και σεξιστικών στερεοτύπων, για την παρείσφρηση του νεοναζισμού στις μαθητικές κοινότητες και για τα ιδεολογήματα του εθνικοσοσιαλισμού. Μαζί τους τάσσονται δημοφιλείς μουσικοί όπως η Τάνια Τσανακλίδου, ο Ψαραντώνης, ο Μιχάλης Δέλτα, ο MC Yinka, ο Λόλεκ κ.ά.
Περισσότερες πληροφορίες  εδώ

Σχετικά Θέματα